
Δυο ιστορίες
Πιθανολόγιον
Δεν πάει πολύς καιρός. Τα στεφάνια είναι ακόμη φρέσκα. Για αυτό και κάθε πρωί έχει τόση παρέα, παιδιά να δουν τα μάτια σου, να φτιάχνουν με μια τόση δα κλωστίτσα κάτι απίθανα μπουκέτα. Τα ακούει πάνω από το κεφάλι του που σέρνουν τα πόδια τους, άλλοτε τσακώνονται. Μα το χειρότερο είναι όταν παίζουν πετροπόλεμο και θαρρείς πως θα φας και εσύ καμία στο κεφάλι.
Βεβαίως, θα πει κάποιος, “και τι φοβάσαι; μην χτυπήσεις;”. Και ίσως και να γελάσει με την καρδιά του, ποιος να τον καταδικάσει; Πώς να του πεις ότι εδώ κάτω υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που συλλογίζονται τη ζωή τους; Αυτό είναι το πρώτο στάδιο του θανάτου, να κάνεις δηλαδή έναν σαν να λέμε απολογισμό. Έπειτα παίρνεις και εσύ το δρόμο σου, μα μόνο σαν έχεις αντιληφθεί πλήρως το ισοζύγιο του βίου σου. Υπάρχουν υπάλληλοι που αναλαμβάνουν να σε καθοδηγήσουν.
Τις νύχτες πάλι είναι ήσυχα. Άμα θέλει κανείς βγαίνει να πάρει τον αέρα του, ορισμένοι καπνίζουν φανταστικά τσιγάρα, τραγουδούν με φανταστικές φωνές, χύνουν δάκρυα αφάνταστα. Για το ανεκπλήρωτο, πρωτίστως για αυτό. Στα χέρια τους κρατούν το πιθανολόγιον, εκεί όπου γράφτηκαν τα όνειρά τους. Σκίζουν τις σελίδες και όλο λυπούνται μονάχοι τους μες στην νύχτα. Αναρωτιούνται γιατί και πως και η καρδιά τους που δεν χτυπά πια, το παλιό της γνώριμο τραγούδι αρχινάει.
Έχει και αυτός μια ραγισμένη καρδιά. Και απόψε το ‘βαλε ο νους του να πάει κατά το πατρικό του. Πάνε χρόνια που ‘χει να περάσει από εκεί. Μικρός είχε βάλει σημάδια για να θυμάται το δρόμο και τους ανθρώπους. Τώρα πια κανείς δεν τα χρειάζεται, ο κίνδυνος περισσεύει μες στις ζωές μας. Και οι τραγωδίες μας, ακόμη και αυτές μας φάνηκαν γλυκανάλατες. Για αυτό τις κάνουμε αγριότερες, με πράγματα φρικιαστικά τις ντύνουμε, μουτζουρώνοντας την λεπτή εκείνη φύση των λέξεων που διαμορφώνουν ένα τοπίο ποιητικό.
Τι παράξενο, δεν λησμόνησε τίποτε. Να το μαγαζάκι με την μεγάλη, τη βαριά του πρέσα που πέρασε όλα τα πουκάμισα της γειτονιάς. Τι λευκά και τις γκρίζα, τι γιακάδες κολλαριστοί δεν σιδερώθηκαν μες στον ατμό του. Και εκεί πιο δίπλα, το μικρό μανάβικο με τα πολύχρωμα τα καφάσια, τις καρεκλίτσες έξω στο δρόμο. Εκεί κάθονται σήμερα σκιές αρχαίων ανθρώπων και λιάζονται. Απέναντι το παντοπωλείο του κυρ Θόδωρα, “τσίχλες, τσιμπιδάκια, τύπος, μπαταρίες”. Όλο το φόντο του κυρ Θόδωρα υπήρξαν τα κόκκινα κουτιά από τις UCAR που πεθαίνουν υπομονετικά, αλκαλικές και ωραίες. Το ημιυπόγειο σιδεράδικο του αγνώστου εκείνου τύπου στη γωνιά, παραμένει κλειστό εδώ και δεκαετίες. Είχε πεθάνει πριν από εκείνον. Έπειτα οι εργάτες φρόντισαν την πρόσοψή του, επιμελήθηκαν τα παράθυρα και τις πόρτες , πέρασαν όσα χέρια χρειάζεται για να αποσιωπηθούν όσα μια φορά και έναν καιρό συνέβησαν. Τότε που νόμιζα πως από τις σπίθες εκείνου του εργαστηρίου γεννιούνται άνθρωποι.
Στάθηκε εμπρός από την είσοδο της πολυκατοικίας. Τίποτε το αξιοπρόσεκτο, μια είσοδος με μικρή εσοχή, μάρμαρο χάμω γαλακτώδες και τριγύρω ντυμένο στις πλευρές με γρανίτη. Η πόρτα αλουμινένια, ένα ολομόναχο φως στη μικρή προέκταση της οροφής. Στην άλλη πλευρά η σκάλα με τις ολόχρυσες κουπαστές και το κόκκινο φως του ανελκυστήρα.
Κοίταξε τα ονόματα στα κουδούνια. Το βλέμμα του είχε θολώσει, μα δεν ήταν από τα χρόνια. Μόνο που ‘χαν σπάσει τα φράγματα και ποτάμια ολόκληρα ανέβαιναν από μέσα του. Υπάρχουν στιγμές που ένας άνθρωπος πονάει, με όλες του τις απογνώσεις παρούσες. Μια τέτοια είχε φθάσει για εκείνον και δεν υπήρχε κανείς για να νοιαστεί.
Διάβασε το όνομά του. Τότε ήταν που ξέσπασε και όλες οι αποστάσεις που λένε πως πρέπει κανείς να κρατά με τον μέσα του τον κόσμο, καταργήθηκαν. Όλα τα θυμήθηκε, τους ανθρώπους και τα φιλιά και τις γιορτές, τις μέρες που πέρασαν δύσκολα, με το ρολόι της κουζίνας να ‘ναι ο μόνος των πραγμάτων ο ρυθμός. Ώστε λοιπόν, εξακολουθεί να ζει, παρά το θάνατό του. Έχε γούστο να ‘ναι ακόμη ενεργός ο τηλεφωνικός του αριθμός. Θα τον καλούν τόσοι άνθρωποι, διαφημιστές, πωλητές, αρχαία κορίτσια που ερωτευτήκανε παράφορα κάποιο καλοκαίρι. Όλοι αυτοί θα παρεξηγηθούν, θα διαγράψουν για πάντα τον αριθμό του από τα κατάστιχά τους.
Και ακόμη είναι και τούτο, η πιθανότης δηλαδή να οικειοποιηθεί κανείς όσα κατάφερε. Να βρει τη ζωή του πιο συναρπαστική και να την κάνει δική του δίχως καμιά ενόχληση. Θα ‘πρεπε προτού κανείς πεθάνει να βγάζει στο σφυρί τη ζωή του. Να δει μήπως κανείς θέλει να την πάρει, επειδή τάχα υπήρξε νόστιμη και γεμάτη γεγονότα και αισθήματα. Αλλιώς κομμάτια να την κάνει, να την τσαλακώσει, άχρηστη να’ναι για τον καθένα.
Ήθελε να χτυπήσει το κουδούνι, να δει ποιος θα του απαντήσει, να ακούσει τη φωνή του που ‘χει πια μαραθεί τόσα χρόνια. Πίσω του κοντοστάθηκε μια παρέα. Δυο με κατάμαυρα κοστούμια, του κάνανε ελαφριά υπόκλιση και έπειτα του γνέψανε να τους ακολουθήσει. Του έδειξαν το ρολόι που καθένας τους φορούσε. Οι κινήσεις τους μελετημένες, σε απόλυτο συγχρονισμό φανέρωναν ένα ντουέτο νυχτερινό, από εκείνα τα σπάνια που λάμνουν μες στη σιωπή. Στάθηκαν σαν σημαίες μες στη σκοτεινιά , όλο νόημα. Τους ακολούθησε βιαστικά, κοιτάζοντας πίσω του μια τελευταία φορά. Προχώρησαν μες στη νύχτα, προσπέρασαν τον κυρ Θόδωρα που πήγαινε να ανοίξει. Μια ζωή αχάραγα έσερνε τη μεταλλική πόρτα και αρχίναγε να κρεμάει τα ματωμένα εξώφυλλα. Είπε να του μιλήσει, όμως οι άλλοι δυο τώρα βιάζονταν. Δεν σήκωναν κουβέντα, δεν υπήρχε καθόλου χρόνος πια.
Βολεύτηκε όπως μπορούσε στη θέση του. Έριξε μια ματιά στα στεφάνια που ‘σαν πια ξερά και άχρηστα. Συλλογίστηκε πως πάει πέρασε η ταλαιπωρία με το παιδοθέμι. Εκείνοι οι δυο ήρθαν πλάι του. “Εσένα δεν σε νοιάζει, απόψε φεύγεις. Ότι ήταν να γίνει, έγινε”, του είπαν. Και για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή πεθύμησε τα παιδιά που ποτέ του δεν συμπάθησε. Χαμογέλασε πικρά επειδή επιτέλους θύμιζε τον μυθιστορηματικό ήρωα που ταπεινώνεται, λέει για μια ιδέα τόση δα, όπως η αμεριμνησία των παιδιών.
*
Τζάγκουαρ
Κυρία,
Χθες η τάξη μας επισκέφτηκε τον ζωολογικό κήπο της πόλης. Θα πει κάποιος πως κάνω άσχημα που ξεκινώ έτσι, αφού και εσείς ήρθατε μαζί μας, άρα γνωρίζετε από πρώτο χέρι πού πήγε χθες η τάξη μας. Μπήκαμε στη σειρά με τις οδηγίες σας και όλοι μαζί τόσο χαρούμενοι πήραμε τα μονοπάτια που βγάζουν στον κήπο. Κάποιοι πιστέψαμε πως θα χαθούμε και έτσι κάναμε σαν το παραμύθι. Αφήσαμε μικρές πέτρες, να μην τις πάρουν τα πουλιά και τότε , πάει, χαθήκαμε κυρία. Σε λίγο περάσαμε την πύλη του κήπου και σε περίπτωση που κάποιος δεν το αντιλήφθηκε, δεν θα μπορούσε να παραγνωρίσει εκείνους τους τρομερούς βρυχηθμούς που κόβαν την ανάσα σου. Οι άγριοι εκείνοι ήχοι έρχονταν από κάθε πλευρά του κήπου, άλλοτε γίνονταν ουρλιαχτά επίμονα και πάλι μακρόσυρτοι ήχοι, σαν μακρινά ακούσματα. Προχωρήσαμε συντεταγμένα, αν κανείς λιγοψύχιζε οι άλλοι τον παρασέρναμε μαζί μας, τον χτυπούσαμε στην πλάτη, του δίναμε κουράγιο ή στο τέλος τον σκοτώναμε. Μοιραζόμαστε τα πράγματά του, κάναμε κομμάτια τη ζωή του και προχωρούσαμε.
Το λιοντάρι δικαίως ονομάζεται, κυρία, “βασιλιάς των ζώων”. Διότι διαθέτει σπάνιο παρουσιαστικό και ανάλογο μέγεθος. Και η χαίτη που έχει, ω, αυτή η χαίτη του χαρίζει μια ανεπανάληπτη δόξα. Και ας είναι μπλεγμένα πάνω της κλαδιά και φύλλα φθινοπώρων, άγνωστο πόσο παλιών, πόσο σκληρών, θειαφένιων εποχών. Κοιτάζει ανέκφραστο κάτι στον ορίζοντα, κάθε τόσο τινάζει τη χαίτη του, αλλάζει θέση, σαν να γυρεύει πάντα να ‘χει κόντρα τον άνεμο. Δεν του καίγεται καρφί για μας, θαρρώ πως και μες στο κλουβί του να μπαίναμε δεν θα μας έκανε τη χάρη να μας κατασπαράξει. Μάλλον αισθάνεται πως είμαστε κομματιασμένοι, κυρία, αλλιώς δεν εξηγείται όλη αυτή η αρχοντιά του, η περιφρόνηση η έκδηλη.
Λίγο πιο πέρα η τίγρης, ξεδοντιασμένη, ποτίζεται με τη σοφία ενός στωικού πλάι στο συντριβάνι του κλουβιού της. Τριγύρω κάτι τσακισμένα κόκαλα μαρτυρούν όσα συνέβησαν εδώ, κυρία. Θαρρώ πως η τίγρης αυτή με κοίταξε. Μάλιστα έκανε να πλησιάσει μα εκείνη τη στιγμή τα γέλια μας την τρομάξανε και ευθύς ανασυντάχθηκε στα όρια του μικρού κλουβιού της. Τώρα που οι στιγμές αυτές έχουν περάσει, μου φαίνεται πως ήθελε να με ρωτήσει αν τάχα υπάρχει σε τούτο τον κόσμο αυτό που ‘παν θεός. Τώρα θα προσμένει άλλα τόσα χρόνια για να μάθει την αλήθεια.
Προχωρήσαμε λίγο ακόμη και μόλις προσπεράσαμε τα παγόνια με τα διακοσμημένα φτερά τους, μεγεθύνσεις από χρώματα της πιο σπάνιας πεταλούδας, μας κατέκλυσε η σιωπή. Μόνον οι κραυγές των πουλιών που ζητούσαν να επιστρέψουμε, κυρία, μόνον αυτές ξεχώρισαν για μια στιγμή και έπειτα τίποτε. “Εδώ ζει το τζάγκουαρ”, διάβασε κάποιος στην επιγραφή του κλουβιού. Στο κέντρο του υπήρχε ένα μεγάλο δέντρο με απλωμένα σαν χέρια τα χοντρά κλαριά του. Οι φυλλωσιές ήσαν πυκνές, κανείς δεν θα μπορούσε να διακρίνει εντός τους. Έτσι δέντρινοι είναι και οι άνθρωποι κυρία και είναι δύσκολο, τόσο πολύ δύσκολο να δεις αν μέσα τους κάποιος ικετεύει για μια στάλα αθανασία, κυρία. Σε λίγο, αλαφροπατώντας, με έναν βρυχηθμό εσωτερικό πολύ και δυσδιάκριτο, έκανε την εμφάνισή του το τζάγκουαρ. Τι όμορφο που ήταν, με τι σθένος και αξιοπρέπεια έστεκε εκείνη η αρχαία ζωή.
Τότε πήρε ξαφνικά να βρέχει. Στην αρχή σιγανά μα έπειτα δυνατά. Ο άνεμος σάρωνε τους διαδρόμους, στο βάθος μαινόταν μια τρομερή καταιγίδα. Όλα τα ζώα τρυπώσανε στα κλουβιά τους. Όλα εκτός από το τζάγκουαρ, που στερέωσε τη ματιά του κάπου μακρινά. Κοίταξα κυρία, να δω τι θαύμα εξελισσόταν μες στα αναμμένα τα μάτια του μα δεν είδα τίποτε άλλο, έξω από έρωτα παράφορο. Και είπα πως αν ετούτο ποτέ από τον κόσμο λείψει κυρία, αν χαθεί η ομορφιά κυρία, δεν θα’βρει άλλο τραγούδι για να πει η καρδερίνα. Δεν θα ‘βρει άλλο λόγο να ‘ναι έτσι όμορφο το τζάγκουαρ.
Χθες επισκεφτήκαμε με την τάξη μου το ζωολογικό κήπο. Στο τελευταίο κλουβί ζούσε ένα πρωτόγνωρης ομορφιάς τζάγκουαρ. Από χθες το συλλογίζομαι συνέχεια και τρέμω για τη ζωή του. Στο βλέμμα του αντίκρισα τον καλύτερό μου εαυτό, κυρία και αστέρες διάττοντες.
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→
φωτο: Στράτος Φουντούλης
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.