Ρογήρος Δέξτερ, «Pseudo-blues»

(Prose song «written on a toilet roll»)

Μπορεί να περάσουν κάμποσα χρόνια
Μέχρι να σβήσει για πάντα η μνήμη
Και να με ξεχάσουν
Κλεισμένος έξω από τις προσδοκίες
Αλλά στο Νιούαρκ λίγες στιγμές βιαστικές
Κυλούσαν παράδοξα
Όπως οι αιώνες τού μεγάλου χρόνου τ’ ουρανού•
Το βλέπω ακόμη
Εκείνο το σκυμμένο υπόγειο
Ν’ ανοίγει την είσοδό του στα όνειρά μου
Το αλλόκοτο στέκι όπου συνάζονταν
Ανήσυχα πνεύματα
Διωγμένα θαρρείς απ’ τίς γεμάτες
Πλατείες των φιλήσυχων αστών
Καινά δαιμόνια κυνηγημένα με ξόρκια
Από τα άλση και τα πλακόστρωτα
Φωτεινά μυαλά
Στοιχειωμένα από λάθη και πικρές αναμνήσεις
Να ξεσπαθώνουν
Να ξεσπούν
Χείμαρροι ορμητικοί ανάμεσα σε δέντρα
Χορεύοντας και τραγουδώντας
Πάνω από άδεια μπουκάλια και πακέτα αδειανά
Τσιγάρων που κάπνισαν τό ‘να πίσω από τ’ άλλο
Και ύστερα να διαβάζουν μεγαλόφωνα
Κηρύγματα στην πλήθουσα αγορά
Στίχους γραμμένους στο πόδι και στο φτερό
(Σαν επωδές των ξωτικών τού μαγεμένου δάσους
Μπροστά στα μάτια τα ορθάνοιχτα των κοριτσιών
Που ένιωθαν την έκσταση στη σάρκα)
Μιλώντας με σφιγμένες χειρονομίες
Για το πόσο σπουδαίος ήταν
Ο Άλλεν που είδε το φως ή μάλλον όλο το σκοτάδι
Σ’ αυτήν την πόλη ή κάπου στα περίχωρά της
Και κατρακύλησε μετά στα τριάντα
Σαν ογκόλιθος απ’ τά βουνά
Για να τσακίσει τη συνείδηση στα κόκαλα
(Ουρλιάζοντας για τους γυμνούς ανθρώπινους αγγέλους του
Και η φωνή του σάλπιγγα
Τού γυρολόγου τού πλανόδιου τού πραγματευτή
Που διαλαλούσε την πραμάτεια του γλωσσοκοπώντας
Νύχτες βαθιές
Χωμένος στις ρύμες τού Βίλατζ και τού Χάρλεμ
Μετρημένα τραγούδια
Τού χειμαρρώδους ποταμού που έσφυζε μέσα του)•
Ίσως γι’ αυτό τον λιθοβόλησαν οι άθλιοι
Αμέτρητες φορές τού έριξαν πέτρες
Οι άψυχοι με την τυφλή καρδιά τού πλήθους
Λόγια βαριά κι ασήκωτα σα βράχια
Λόγια σαν τις αρχέγονες κατάρες που ξεστόμιζαν
«Οι μονόματες στρίγγλες τής Μοίρας»
Όπως το συνηθίζει άλλωστε να κάνει ο όχλος
Και σήμερα και τότε και ανά τους αιώνες
Πριν θανατώσει τους αθώους
Πριν παίξει με τους ποιητές κρεμάλα.

*

©Ρογήρος Δέξτερ
φωτο: Στράτος Φουντούλης