Ο Brendan Gill για την Ντόροθυ Πάρκερ και το έργο της (IV) -μτφρ. Ασημίνα Λαμπράκου

(πρόλογος στον τόμο:
Dorothy Parker: The Collected – Dorothy Parker
Modern Classics, Penguin)

(IV)

Ανατέθηκε στην κυρία Πάρκερ να σχολιάζει αδιαφορώντας για τις συνέπειες και ίσως είναι αυτό που στάθηκε η αφορμή να κάνει τόσο ιδιόμορφα ριψοκίνδυνη κριτική σε άλλες στιγμές της ζωής της. Δεν ήταν αληθινό, ή ήταν αληθινό για όσο διάστημα χρειαζόταν η ίδια να είναι. Ήταν ασυζητητί περήφανη για αρκετά από τα ποιήματα και τις ιστορίες της· ήταν προπάντων υπερήφανη όταν της ζητήθηκε να συναντηθεί για το Viking Portable. Ήταν λιγότερο υπερήφανη για τη συγγραφή σεναρίων που είχε κάνει, και δικαίως έτσι, γιατί σε κάθε σχεδόν περίπτωση χρησιμοποιήθηκαν από άλλους και αλλοιώθηκαν με τον παραδοσιακό τρόπο του Χόλλυγουντ. Έγραψε έναν μεγάλο αριθμό από βιβλιοκριτικές, περισσότερες για το The New Yorker και το Esquire, και, παρότι εκείνη την περίοδο τις είχε πιθανά θεωρήσει σαν ξεθωριασμένα εμπορικά κομμάτια, τις ψείρισε με τόσο μεγάλη προσοχή σαν να ήταν μυθιστόρημα. Δεν είχε, όπως ο Wilson, ένα φυσικό χάρισμα για λογοτεχνική δημοσιογραφία –όπου εκείνος έριχνε το πλατύτερο δυνατό δίχτυ και έσερνε, προς έκπληξη του κόσμου, μια χωρίς προηγούμενο ποικιλία συναρπαστικών θαλάσσιων τεράτων. Η κυρία Πάρκερ ασχολήθηκε με βιβλία και συγγραφείς σε μικρότερη κλίμακα, κάποιες φορές με ένα επιπόλαιο είδος ανησυχίας. Φοβόταν προφανώς πως ο έπαινος που απένεμε με τις κριτικές της, θα προσέφερε στους αναγνώστες μικρότερη ευχαρίστηση από ότι η μιας γραμμής μοχθηρές απορρίψεις της για τις οποίες υπήρξε γνωστή. (“Tonstant Weader fwowed up”).(1)

Παραδόξως, δεδομένων των «τρεις λαλούν και δυο χορεύουν» τρόπων της, συγκεντρώθηκε ένας μεγάλος όγκος δουλειάς. Βιβλιοκριτικές, κριτικές θεατρικών έργων και άλλη παραπέρα δημοσιογραφία· εκεί στέκονταν οι τόμοι στον όχι ανυπολόγιστο αριθμό τους. Ατενίζοντας τη σειρά, κάποιος έβλεπε ότι, ανεξάρτητα από τύχη ή σχέδιο, οι τίτλοι ισοδυναμούσαν με μια αυτοβιογραφική κάψουλα. Enough Rope, Sunset Gun, Laments for the Living, Death and Taxis, Not So Deep as a Well, Here Lies – οι τίτλοι όλοι μιλούν ευθέως ή όχι για θάνατο με μια μοναδική εξαίρεση, και η εξαίρεση σχετίζεται με την απώλεια κάτι βαθιά καλού, από τη μεριά του ανθρώπου: περισσότερο από το χόρτασμα μετά την ερωτική πράξη είναι η ευχαρίστηση. Γιατί δεν μπορούμε να είμαστε κεφάτοι σαν κόκορες και λιοντάρια; Γιατί δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τον πόνο του δικού μας αδιάκοπα προεικονιζόμενου θανάτου ακόμη και τη στιγμή της πιο μεγάλης χαράς;

Κάτω από οποιαδήποτε μεταμφίεση, αυτό ήταν το θέμα της κυρίας Πάρκερ, και ποτέ δεν φοβήθηκε να φωνάξει το σπαρακτικό σημείο του σε όλη τη διάρκεια των πενήντα χρόνων συγγραφικής της καριέρας. Ήταν μια από τους πιο πνευματώδεις ανθρώπους στον κόσμο και μια από τους πιο θλιμμένους· αν ακόμη και τώρα συνεχίζουμε να γελάμε με κάτι που έτυχε να πει πολύ αργά το βράδυ σε κάποιο προ πολλού εξαφανισμένο μπαρ, το κάνουμε με δικό μας ρίσκο. Ο άνθρωπος είναι το ζώο που γνωρίζει πως πεθαίνει, και το κεφάλι του θανάτου, που μειδιά πλατιά στον καθρέφτη πίσω από όλα εκείνα τα φωτισμένα μπουκάλια, είναι ακριβώς το δικό μας. Δεν υπάρχει τίποτε καλό στη ζωή, η κυρία Πάρκερ είπε, που δεν θα αφαιρεθεί. Ένα από τα πράγματα που πιο πολύ θαύμαζε στον Hemingway, ήταν πως είχε αγωνιστεί να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα και στη ζωή και στο συγγραφικό του έργο. Είχε υπάρξει σίγουρος στα νιάτα του ότι δεν θα διάλεγε τον τρόπο του πατέρα του στην έξοδό του από τη ζωή αυτοκτονώντας, και η κυρία Πάρκερ είχε υπάρξει τόσο σίγουρη στη νεότητά της πως δε θα μπορούσε να βρει κανέναν άλλον τρόπο να χειριστεί τον πόνο της ύπαρξης· κι ακολούθως, ο Χεμινγουέι αυτοκτόνησε και εκείνη συνέχισε να ζει. Και περί το τέλος, υπήρχαν μόνο φαντάσματα στις γωνιές του δωματίου στο ξενοδοχείο, πλησιάζοντάς την σιωπηλά επειδή είχε τη δειλία να ζήσει. Ήταν ανούσιο να τα ρωτήσει πότε είχε η ίδια κάποτε υποστηρίξει πως είναι γενναία. Αν και, όπως είπε, είχε πάντοτε υπάρξει η μεγαλύτερη ελάχιστα ελπίζουσα στον κόσμο, είχε μάθει πως η ελπίδα ήταν μια μορφή αφροσύνης και δεν είχε τίποτε να κάνει είτε με το κουράγιο είτε με την ορθή κρίση.

Ήταν η ελπίδα που με δίδαξε κρυφά
Κι ήταν η αγάπη που με δίδαξε πιο πολύ
Και τώρα στης λύπης μαθαίνω τη γωνιά
Ακριβώς την ίδια πρακτική.

Ο κόσμος όφειλε να είναι ένα από δυο πράγματα, νέος ή γέρος. Όχι· ποια η σημασία του να κοροϊδεύεις; Ο κόσμος όφειλε να είναι ένα από τα δύο πράγματα, νέος ή νεκρός.

Αλλά είχε υπάρξει νέα και δεν ήταν ευχάριστο. Ήταν ακριβώς τότε,  λέει, στα χρόνια από τα 16 έως τα 23 της, που πήρε το χρίσμα της εξαιρετικά απλής άποψής της στο πώς έχουν τα πράγματα.

Εκτός από το γεγονός ότι εγκατέλειψε το σχολείο που δεν της άρεσε, και την οικογένεια που επίσης δεν της άρεσε, και έκανε το δικό της δύσκολο άνοιγμα στον κόσμο, λίγα γνωρίζουμε σχετικά με αυτήν στην διάρκεια εκείνης της περιόδου. Ντελικάτη, ριψοκίνδυνη και αγνή στην εφηβεία της, θα πρέπει να είχε υπάρξει  αποφασισμένη από τότε ακόμη, να βρεθεί άξια των σπαραξικάρδιων ατυχών συμβάντων. Υπήρχαν νύξεις αυτών στα πρώτα ποιήματα –νύξεις που, δοσμένης μιας επιλογής ανάμεσα στην ευτυχία και τη δυστυχία, εκείνη, υποκινούμενη ίσως από κάποιο διάβολο μέσα της, να διαλέξει τη δυστυχία. Η δημιουργικότητά της είχε ρίζες στη συμφορά, όπως και τόσοι άλλοι άνθρωποι που έχασαν τη μητέρα τους σε νηπιακή ηλικία, και καλλιέργησε αυτό το είδος της φαντασίας και το έκανε να ανθίσει. Η ικανότητά της να κάνει τα πράγματα να τελειώνουν άσχημα, στα μάτια των φίλων της λογαριάστηκε ως μεγαλοφυΐα και κανείς δεν μπορεί να σταματήσει να σκέφτεται  με συμπάθεια τις μίζερες ημέρες και νύχτες μέσα από τις οποίες οδήγησε μια σειρά χαμένους εραστές. Η βεβαιότητα της Edna St. Vincent Millay, «Ήμασταν πολύ νέοι, ήμασταν πολύ πιωμένοι,/πίσω-μπρος πηγαίναμε ολονυχτίς στο φέρυ», δεν θα ερμήνευε τις προθέσεις της μικρής Ντόροθι Ρότσιλντ, καθισμένης στα ακροδάχτυλα στις όχθες του θανάτου: «Τα χείλη που έχουν γεύση δακρύων, έχουν πει,/ τα καλύτερα είναι για ένα φιλί.» Οι στίχοι είναι από το πρώτο ποίημα στο πρώτο της βιβλίο, και δεν μας προξενεί έκπληξη να διαπιστώσουμε ότι το ποίημα τιτλοφορείται «Θρηνωδία.»

Ξεκίνησε την καριέρα της σαν ποιήτρια με ένα τραγούδι θρηνητικό και την τελείωσε με αυτό που η ίδια αποκαλεί τραγούδι πολέμου, στο οποίο ενθάρρυνε τον φαντάρο σύζυγό της να της είναι άπιστος. Το άνοιγμα του έργου της, [η θεματική της,] είναι περιορισμένο και ό,τι εκείνο αγκαλιάζει είναι συχνά ελαφρύ, αλλά η συγγραφέας του είναι πιθανά πιο τυχερή από ότι η ίδια υπέθεσε πως θα ήταν: σαν συγγραφέας δεν υπολογίστηκε ανάμεσα σε εκείνους που θα επιβίωναν, και το συνεχιζόμενο ενδιαφέρον όσον αφορά τη δουλειά της σε σχολεία και κολλέγια, όπου διαβάζεται από τα δισέγγονα των συνεργατών της, θα την αιφνιδίαζε και θα την ευχαριστούσε. Υπήρξαν περιστάσεις, κάτω από τις οποίες, με μια προσπάθεια, θα μπορούσε να κρατηθεί μακριά από το να σκαρώνει ευφυολογήματα· αν και είναι τολμηρό να υποθέσουμε ότι μια ευκαιρία να την τιμήσουμε θα ήταν ανάμεσά τους, [θα αποτελούσε ευφυολόγημα], κάνουμε καλά να αρπάξουμε αυτή την ευκαιρία.

Η κυρία Πάρκερ είχε μέσα σε όλα, όταν επέλεξε να τους φανερώσει, τέλειους τρόπους. Θα επιθυμούσε διακαώς να κρύψει από εμάς, για χάρη μας, πόσο περισσότερο έτοιμη υπήρξε να δεχτεί ύβρεις από ότι επαίνους. Υψηλά τολμώντας, την χαιρετίζουμε. Διότι, εδώ είναι.

Τέλος

(1) “Tonstant Weader fwowed up”:

Άρθρο στο The New Yorker: And it is that word “hummy,” my darlings, that marks the first place in “The House at Pooh Corner” at which Tonstant Weader Fwowed up. hummy, Fwow(ed)

 *

©Ασημίνα Λαμπράκου

___________

Τα προηγούμενα μέρη:
ΙΙΙΙΙαΙΙΙ