Μαρία Μαραγκουδάκη, Πάντα κόνις

Από τη συλλογή διηγημάτων Μηδενική γωνία, εκδόσεις Εύμαρος

Αν είχα ζήσει ακόμη ένα χρόνο θα γινόμουν εξήντα, αν είχα ζήσει έστω μισό χρόνο ακόμη θα είχα ολοκληρώσει το βιβλίο μου με τον προσωρινό τίτλο «Η ζωή που δεν έζησα», γιατί και τη ζωή που δεν ζούμε μέσα στη ζωή που ζούμε τη ζούμε.

Από τη ζωή που έζησα θυμάμαι, την πράσινη καρφίτσα της μαμάς, τα χέρια της γιαγιάς, τη στρογγυλή φρουτιέρα στο κέντρο της τετράγωνης τραπεζαρίας, τη ζαλάδα όταν κάπνισα πρώτη φορά στα δέκα μου, την ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός θείου που είχε πεθάνει νέος αλλά η μαμά έλεγε πως χάθηκε. Από τη ζωή που έζησα θυμάμαι όταν έκαψα τα πόδια μου στο μαγκάλι, μια δίχρωμη πλεχτή ζακέτα με κάτι μεγάλα κουμπιά, ένα μπλε παντελόνι με τιράντες, τις φλέβες στα χέρια του πατέρα, το βήχα του πατέρα, τον πατέρα ξαπλωμένο κατάχαμα ανάσκελα να μουτζώνει τα επουράνια και να φωνάζει να, να, κερατά, όταν ένας ανεμοστρόβιλος όμοιος με περιστρεφόμενο χωνί λίχνισε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα τις σταφίδες. Από τη ζωή που έζησα θυμάμαι τους κιρσούς στα πόδια της μαμάς, τη γιαγιά καθισμένη στο κατώφλι να περιμένει τον πεθαμένο γιο της, μια μπόρα σαν τον κατακλυσμό του Νώε κι εγώ να κρατιέμαι γερά από τον κορμό μια αχλαδιάς για να μην κουτρουβαλήσω την κατηφόρα ανάκατα με λάσπες, πέτρες και σταφύλια. Από τη ζωή που έζησα θυμάμαι την αρμονία της χρυσής τομής, τη μαγεία των αριθμών, θυμάμαι ακόμα με φρίκη εκείνη την εικόνα στην εκκλησία της ενορίας μου όπου μιλιούνια μαύροι διάβολοι με κέρατα και ουρές έσερναν στην αιώνια κόλαση τους αμαρτωλούς, αλλά δεν είμαι βέβαιος αν η εικόνα αυτή είναι από τη ζωή που έζησα ή από αυτήν που δεν έζησα, μιας και δεν έβρισκα λέξεις να ονοματίσω τον τρόμο που μου δημιουργούσε η εικόνα αυτή.

Γιατί στη ζωή που δεν έζησα αυτό ήταν το πρόβλημα μου, έψαχνα λέξεις να ονοματίσω πράγματα και σκέψεις που με έτρωγαν. Στη ζωή που δεν έζησα θυμάμαι τη χαρά όταν πετούσα χαρταετό και ανέβαινε ψηλότερα από τους άλλους. Στη ζωή που δεν έζησα προσπαθούσα να μη σκέφτομαι, με έπιανε  κάτι σαν ίλιγγος όταν σκεφτόμουνα και οι λέξεις κρέμονταν στην άκρη της γλώσσας, λόφος, βουνό και να με πονάνε τα σωθικά. Στη ζωή που δεν έζησα υπήρχε μια Ελένη που κούτσαινε με κίτρινο φόρεμα, ήθελα να της κάνω δώρο μια Αγία Γραφή. Κι ήρθε μια μέρα που αυτό το βουνό με αριθμούς, σχήματα, λέξεις, βουτηγμένο ολόκληρο σε μια ομίχλη, με πλάκωσε και σάλεψαν τα λογικά μου. Αυτό συνέβη όταν ήμουνα είκοσι δύο χρονών. Ξαφνικά φράκαρε το μυαλό μου από λέξεις, λέξεις πράσινες σαν την καρφίτσα της μαμάς, λέξεις κίτρινες σαν το φόρεμα της Ελένης, λέξεις αμετάφραστες, λέξεις που περιστρεφόταν σαν δερβίσηδες στροβιλιζόμενοι ανάμεσα στα μιλιούνια των μαύρων διαβόλων με τα κέρατα και τις ουρές της εικόνας εκείνης. Φράκαρε το μυαλό μου από σχήματα και αριθμούς που έπαιζαν κρυφτό. Οι πρώτοι αριθμοί, οι τέλειοι αριθμοί, αθροίσματα αριθμών που με κυνηγούσαν σε κάθε μου βήμα, το δεκαεπτά ήταν εχθρός μου, το είκοσι με αγαπούσε. Όλα μαζί, λέξεις, αριθμοί, σχήματα και διάβολοι έσπασαν το φράγμα. Η ζωή που δεν έζησα κατέκλυσε με τον τρόπο αυτό τη ζωή που ζούσα ως τότε. Με τις λέξεις και τους διαβόλους στο μυαλό καβάλησα ένα γουρούνι και γύρναγα στους δρόμους σαν να ήμουν ο Άη Γιώργης. Έψαχνα να σκοτώσω τα χρώματα και την Ελένη.

Μ’ έπιασαν, με έδεσαν κι έβαλαν γύρω μου κάγκελα. Με τα χάπια κατάλαβα πως στην πραγματικότητα είχα τρελαθεί. Για μέρες, μήνες, χρόνια δεν έζησα τη ζωή που ζούσα, ούτε όμως και τη ζωή που δε ζούσα. Το μυαλό μου ήταν άδειο από λέξεις, από σχήματα, από αριθμούς και από σκέψεις, μόνο η Ελένη ερχόταν κάπου-κάπου στον ύπνο μου ντυμένη με το κίτρινο πάντα φουστάνι της, της έδινα την Αγία Γραφή κι εκείνη χανόταν γελώντας ειρωνικά. Ξυπνούσα και ήμουνα όλη τη μέρα θλιμμένος, παρόλο που ήξερα πως ήταν όνειρο.

Όταν έγινα καλά ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στα Μαθηματικά. Έμαθα πως δύο και δύο εξακολουθούν να κάνουν τέσσερα, όμως δεν υπάρχει βεβαιότητα και δεν μπορεί να υπάρξει. Έμαθα πως υπάρχει ένα όριο στη γνώση για το κάθε τι. Έμαθα πως η λογική δεν είναι παντοδύναμη, πως πάντα θα υπάρχουν αλήθειες μη αποδείξιμες και απροσπέλαστες. Τα Μαθηματικά και μόνο αυτά, έγιναν για πολλά χρόνια η ζωή που ζούσα, ναι, για πολλά, πολλά χρόνια. Οι αναμνήσεις ενίοτε με πόναγαν, η Ελένη, ντυμένη στα κίτρινα, ερχόταν όλο και πιο συχνά τον τελευταίο καιρό και οι λέξεις άρχισαν να ρέουν από το μυαλό μου και να συσσωρεύονται στο χαρτί, «Η ζωή που δεν έζησα».

Αν είχα ζήσει έστω μισό χρόνο ακόμη…

Τελικά αστεία πράγματα όλα αυτά, αφού… πάντα κόνις.