Βασίλης Λαλιώτης, «Σκωρίες» -προδημοσίευση

«Δοκίμιο» -Κυκλοφορεί σε λίγες μέρες, από τις εκδόσεις Ενδυμίων

1
ο πόνος διώχνει
στιλπνό από πόσο κοντά
το τέλος

θα παραδοθούμε

ανάμεσα ενόχληση
η λέξη

σταμάτα να είμαι λεξομηχανή
ποτέ μόνος

κι από μητέρα

2
δεν είναι από ακοή

αντηχεί σε μέτωπο σκυθρωπό

μητέρα μόνο οι λέξεις κανείς

εσύ κι ο κόσμος εγώ κι ο κόσμος
κι ο τελευταίος έχει

πως θα βγεις στο εσύ έτσι
πληγωμένο φως

3
στο τέταρτο ταξίδι παιδιά
βούλιαξαν

θωπεύει και η λέξη αν

κράτησέ το δεν
έχει παρηγοριά το πήρε
ο χρόνος

δεν γυρίζει
μόνο
λέγεται

το μέρος του πόνου

ποιός αποφάσισε εκεί
που κάποτε έδινε δύναμη θεός

4
μη μένεις εκεί

το φως θα σε σπάσει σε λέξεις
δεν έχει
μόνο είναι
το είμαι που είσαι

αυτό που δεν είπες γίνεται
σε κάποιο μέλλον ποίημα

η στιγμή του μια
διάψευση ονόματος

5
δεν έχει που να πας
να πεις

όσο τα τρως τόσο σε τρώνε
λόγια

θα δεις θα σου πω θα τίποτα
σε θεραπεύει ο δρόμος

σώμα κλεισμένο λόγια κατοικείς
του αφαιρείς ονόματα

διαπερασμένος πας όπου κανείς

6
ο χρόνος με ξέχασε παιδί

γιατί ο ήλιος γιατί το χώμα γιατί
το γιατί

σ’ όλους τους κόσμους έχει
πρόσωπο
μητέρας

ζωύφια σκύλους σκιές ανασαίνει
καλά όποιος ξεχνάει
ότι ανασαίνει

πω πω λέξεις πάντα
που περίσσεψαν

7

Für Alina

θα διψάσω το
πρόσωπο

σε άλλα μάτια

δεν θα υπάρξεις αλλά θα ζεις
επιθυμία λέξεις

δεν τα δυο χέρια που
αφήνουν στο τέλος

ορφανός κόρης πάω
εκείνος

μα τι λέω δυο μάτια
γαλανά τα κράτησα

πως γελάει πως κλαίει
πως αλαφρά η αγάπη

μιας κόρης πάω κι όχι
ορφανός.

8
σάλπιγγα σιωπητήριο
προσκλητήριο

μοναδικός παναπεί
μόνος
αναρρωτήριο ουλές
ονομάτων

δεν
είχα ονειρευτεί το παιδί
να περνάει

είκοσι μήνες τι ερπύστριες
παράμ παπάμ
να περνάει

τα παιδικά σε δίωρα
σκοπιάς

κατάργησέ με από ζωή
ως το τέλος παράμ παπάμ
να περνάει.

9
καλό ρούχο από χώμα
μυρίζει
το παιδί κι ο θάνατος

δεκαοχτώ να κάνεις
οχτώ να ζουν

έτσι δαρμένοι συνένοχοι
ντροπής
σκληροί στα ζώα

δάκρυα και μύξες κανείς
ο μέσα σκύλος

χωρίς λέξεις δεν έχει
τραύμα στην ψυχή μακριά
από τις λέξεις.

10
βιάζαμε το χρόνο στο μετά
τρέξε τρέξε
όλα θα περάσουν θα

ήσυχοι άνθρωποι
από βιβλία είχαν
θέλω και μπορώ δεν είχαμε

ο θεός είναι αυτό μια
αυθαιρεσία πάνω σου απειλή

αν δεν τότε δεν τότε όχι
όσο πιο απέραντος
ο κόσμος τόσο πιο μόνος

ένα ποδήλατο φυγής η φύση
άλλη ανημπόρια

εγκατάλειψη του περιττού ανελέητα
ίσον θάνατος οι νεκροί
πιο ζούσαν από τους ζωντανούς
έστελναν σκληρότητα

το ένα χέρι έδινε το άλλο
έπαιρνε τι κόπος κι ένα
ελάχιστο περίσσευμα κρυφά
χωρίς δόντια μητέρας

με λέξεις αύξανα ο δωδεκαετής
χωρίς να ξέρω

11
το ζήσε από νεκρούς που
σταμάτησαν να σωπαίνουν

μόνο η λέξη πατέρας πάνω σου
είχε οξυγόνο

κάτι κανόνες τεράστιοι πέτρα
η μάντρα του κοιμητηρίου
υπάλληλος πένθους

νερό στα μάρμαρα από σπλάχνα
ομνύει στο ποίημα ομνύεις
χτίζοντας πάλι στα γκρεμίδια
μιας φωνής κατέστρεφε
εύκολα χωρίς σκέψη

μια μητέρα από αγάπης σε
γκρεμούς λέξεων αιμορραγία
αόρατη

θαύμα σχεδόν να φτάσεις τόσο
που να επιστρέφεις
επιδέσμους λέξεις.

12
καθημερινό εύθραυστο
έρμαιο μιας ματιάς
ασπρόμαυρος χρόνος

δωσ’ του ένα όνομα να υπάρξει
φόβος πόνος μόνος χρόνος
το σανίδι

του κόσμου τραβηγμένο τότε
που δεν ήξερες αν
ήσουν του αιφνιδίου θανάτου
τώρα

εορτάζεις κάθε ανάσα που έρχεται
κι έχει και γλυπτική
αέρος λέξεις

κι όλοι οι νεκροί σου μιλημένοι
σχεδόν αγαθοδαίμονες ένα

ένα παιδί
μου
βεβαιωμένο έως τάφου αγάπη
δεν ήταν από λόγια αυτό
μητέρα γράφω τώρα
τις σιωπές σου λέξεις

περίσσεψε η αγάπη να μιλιέται
από σιωπής σου στα παιδιά.

13
τα ματαιωμένα πονάνε όσα
δεν είπαμε

εγώ μητέρα θα μιλήσω
με το θάνατο για
όλους

η ποίηση αρχίζει όπως
επιστρέφεις από
κοιμητήρια όπως

μιλάς με το χέρι στην ουλή

τα φαντάσματα διψάνε
για φωνή μας
πεινάνε και μας τρώνε μας
για φωνή μια λέξη φωνή

υφαίνουμε το πένθος σαν
αράχνες ήλιου

κάθε ναι στη ζωή είναι
σκυμμένοι νεκροί
συγκατανεύουν

να ελευθερώσουμε παιδιά

14, Spiegel im Spiegel

χέρι σε χέρι βλέμμα σε γνώσεσθαι
βλέμμα ψυχή σε ψυχή βλεπτέον

ψίθυροι σάρκας αλυσίδα
κοίταξα να

συντάσσονται νεκροί στο
πρόσωπό μου

φωτογραφία είναι
βλέμμα που επιθυμεί
το νεκρό αλλά

σαν νίκη στης ζωής
το χρόνο

τα παιδιά μόνο πρόσωπα
με ρευστοποίησαν εικόνα

να ξέρω πως
ελευθερώνω όνειρα σιωπές
σ’ αγαπώ ανείπωτα

με αεράκι από φλόγα
που τρέμει σώμα να
το περάσω απέναντι

πες τι είδες είδα τα μάτια
ένα άγγιγμα λευκό
φώτισμα συνάντηση

αυτού που βλέπει κι αυτού
που πια μονάχα
βλέπεται πόσο από μητέρα

πόσο από αγόρι μικρό

αυτό που είμαι σηκώνει
στον καθρέφτη
ένα καθρέφτη γαλήνιους νεκρούς.