Γιάννης Νεοφύτου, αβαργόμιστο ψιχαλητό στα τζάμια των φανών —ποίηση

κυρίως επιθυμώ ένα δάσος όπου:
1. μία προς μία απλοποιούνται οι πτελέες και
2. πουλιά σπέρνουν ξεκουκουτσιάζοντας έως τα πέρατα, μέχρι που το σημείο συγκλονίζεται και -ωσάν σμπαράλιασμα- τρυπώνει μες σε μικρών πλασμάτων ιστορίες κι αλγεινά βαρδιάνων κοιλώματα
3. είν’ διάτρητες οι όψεις που εξηγούν του φωτός την εδωδιμότητα σε τέτοια μέρη
4. αληθινά όπως τρεμουλιάζει της ημέρας τ’ αχνό υαλοπωλείο, νεαρά θα κάμπτονται τα ύδατα
5. άγνωστος σκοπός θα μου ‘χει κολλήσει τότε (όπως συμβαίνει)
μονάχα μ’ αεράκι ελαφρύ θα τραγουδώ
6. άλλοτε μιμούμενος βάλτων κοάσματα ή από του γαιώδους μια στρώση ουσιαστική θα επιτηρώ τ’ωραίο

δεν ευτυχώ εδώ και μέρες τα τραγούδια
φαίνεται πως ενόσω ορμά ο κρουνός των βαλσάμων
-και της θάλλουσας συγκινήσεως-
αποτραβιέμαι σε κάτι γωνίτσες πεζών παλών
(και που να αγαλλιάσει τόσος θόρυβος με θόρυβο άλλον-
συμπαθής όσο κι αν είναι, περιποιητικός ή αναστοχαστικός)
ξενερώνω, πια, ματαίως κι αν η σύνθεση των κραυγών απόξω
εξιστορεί την τραγωδία των ερώτων μου
λέω: ας δώσω χώρο στο δεντρί να μιλήσει να ειπεί
κάτι το αλεπουδίσιο,
τόπο στις μητριές που έγιναν μισητές αδίκως,
να βρω κάτι κύπελλα χαριτωμένα να φιλοξενώ
-εδώ κι εκεί-
ρέοντα ύδατα καταχρηστικά
και πλεονάζοντες ηλεκρίκ σπασμούς
πενθούντες κάμποσο παραπάνω από και όσους[…]
στα σπίτια των πληκτικών πλήττεται κάθε μια
του λόγου χρήση μεταφορική
προσπαθώ ωριαία να φτιάξω ένα πρόσωπο
να το φορέσω στα κηροπήγια, ή, ακόμη
να προσδιοριστεί η ώχρα του οδυρμού τ’ αδόκιμου
ως φιλντισένια
καμία διαμόρφωση δεν είναι ικανή
να μιλήσει τη γλώσσα του ζηλωτή
ούτε καν η σάπια έκσταση μιας καλοκαιρινής εκτιμήσεως
ωσάν κηροπήγιο, ευρείας
τόσο πραγματικά ζω με πεθαμένα νεύρα
πάθη στενόστομα, εύκολα και κουτά
δώσε βάση στην ευφυΐα που ισχναίνει
όμοια με τυπολάτρη του χειρότερου είδους
μόνη αισθητική να χει απομείνει
αυτή της μίας και μόνο αδιάκοπης κίνησης,
της επαναλαμβανόμενης- η φέρουσα
την ευγλωττία της παραμικρής αλλαγής,
το θάμα της ανεπαίσθητης ταραχής
αυτή με την οποία καταγίνεται κάθε
κείμενο ρήγμα

σκέψου ο φόβος να κυματίζει χαμηλωμένος στ’ ασπράδια σου
εις τα ψηλά καλάμια σου να φέρνει αταραξία·
πως άμα γείρουν θα σφαχτούν, και αν ενθυμηθούν ταράττεται και χαλεπαίνει·
μονομιάς πετάει σε φως-φιδιών κούλουρες να ζευγαρώσουν.
παρ’ όλα αυτά εσύ κατευθύνεσαι και χαιρετάς τη θάλασσα
δηλαδή περιχαρής τρέχεσαι στα σμαραγδένια δάση
μ’ έναν αυλό χωστά μες στο ξυράφι·
απλώς για να σε παγιδέψει το κελάρυσμα
σιγανός βροχής πόνος να προφθάσεις
κι όπου να ναι ήρθες στις πόλεις μας
αβαργόμιστο ψιχαλητό στα τζάμια των φανών

έστω λίγο αν δεν μου ‘φερνε o θόρυβος κι η ‘μέρα
θα με τάιζα όλο κατάνυξη στους
μαθουσάλες ξηρούς
ανανδροπρεπείς σού Δείκτες
νυχτερινή περίπολε,
θα ‘σουνα η μόνη λύση
μα το πρωί με βρίσκει με υγραμένο το ρουθούνι

ευτυχία που
στο απομεσήμερο της γεροντικής πεταλούδας
ορατοί κι ελάχιστοι προσμένουμε
σε υγρό κοίλωμα δέντρου φιλανθρώπου
με πήδους συχνούς στης πολύχρωμης θεματικής τις αποχρώσεις
διαβαίνοντας ξέφωτο και της πυκνής εκτάσεως το δασωμένο ιδεώδες
στο λουλούδι που διαρκώς ψηλώνει
αβαρές επικάθεται ραφείο
της στωικής μας απασχολήσεως έργο
μοδιστρούλες σε πάγκους φυτικούς
όπου το έμβιο συνωθείται
διά μέσου σχολιασμών φαιδρών
επιδέξια διαπερνά
λευκή κλωστή απόλυτη
υπόλειμμα ενστίκτου αδιάστικτης καθαρότητoς
όπου και θα συμβεί
αερικά καθώς σιμώνουν
εν μέσω κυανών παιγνίων
με κουστουμάκια αλλιώτικης επισημότητας
καθένα από της ψυχής μας τ’ αποσπασματικά τέκνα
να ντύσουμε

άμποτε τραγουδιστά να κατόρθωνα το
τσαλαπάτημα των ανθρώπων, και με
παγίδες τρομερές τα ελαφοειδή
έπνιγα τα σε μονόν,
αδιακύμαντο θρήνο. να
ήμουνα το εγώ ακέριο δίχως άλλο-δίχως
στην τρυφεράδα να έλυνα των χεριών στρατηγικώς
τα αναπνέοντα άνθη
ω ψυχή ασύστατη, μακάρι παγωμένα
τα μάτια σου να φχαριστιούνται, που είν’ αυγής
λόφοι οι σωροί και το αιματοκύλισμα
λεωφόρος των τόπων! ακόπιαστα
που σε λιγώνει ο ύπνος• καθώς ίδιος
με ρουφηγμένες κάρες, κι οδύνες
πίπτουσες ημερινές μαλαγκτικές ανταύγειες
ωστόσο το ρίγος να κυκλοφόραγε σαν μούλικο αγόρι, άκαρδα σχεδόν
ερωτικά να σμίγαμε σε υπερυψωμένα νεκρών λαγόνια
κι όλα τα σαγόνια σε συντριβή ν’ άστραφταν
κούκλικα κελύφη
άμποτε να μαι ικανός κρανία
να συνωστίζω, στα χίλια
τα έρμα σπίτια μου ξυπόλητος
σ’ αγέλαστα σοβά πέλματα να μπορώνασκορπώ τίποτες
πέρα από το αδιανόητο μίσος, να κυνηγώ υπό σκιά
ύμνου αποκαρδιωτικού ανάμεσα
στις συστάδες των κρεμασμένων, τα
γοερά πίσω ν’ αλυχτώ να τίθεται
αληθοεπώς η αγωνία στο πέραν
άμποτε κι ύστερις να γινόμουν πάλι συμπαθής
ολόδική μου χαράδρα
κι ετούτη η γιορτή του σκοτωμού πυώδης
θα διαρραγεί, φτενότατη χάνδρα

να δεις, κάτι σκοτώνεται οπουδήποτε
σ’ οποιονδήποτε μάτια δικά του πιθάνα
τα σκαρφαλωμένα σε δέντρα μάτια
οι ματιές είναι φλοράλ ενότητες
διακρίνει τες απρέπεια φιογκάτη

πάλι και πάλι εθεωρήσαν τo βάλτωμα
πως μ’αβλαβή συνέπεια
βρέχει τα χώματα τολμά χρώματα
συζητεί αδιασάλευτα ερημοειδή
βασίλειο είναι η βοή
τ’ άηχα φαεινά σινιάλα
οι τίγρηδες της στοργής
η αντιρρόπηση της σχετικής ποικιλίας
με μονομέρεια ελαφρόπετρας
κι υψηλότητα επιμολυσμένου έλους
μαλακώσατε τα επίπεδα
τα στελέχη κοντύνατε μέχρι αηδίας
από σήμερα απελπίζεστε
στη ζωντανή λάσπη όλον ύπνο πεπεισμένοι
σ’ αχνά δασάκια φαιά ξάραχνα
ποδοβολή και να τα
εδώ παρακαλούν οι ανεξύπνητοι
για ιππικά εγερτήρια

[ασκέπαστες πόσες πατώνουν προτομές, δυνάμενες
στο μέσο καταλυτικών πραγμάτων
ζούγκλες φύλλων τις τραβάν
-με ακρίβεια καθώς πνίγονται λιμναία-
και τούτο ώστε να ξεβραστεί ο άνθρωπος βαθύτερη χειρονομία]

όσα κείνα ξένα ζώα μου μοναχικά
τ’απερίγραπτα νευρωτικά του τύπου τόπου
που ‘ναι φωτιά στα δάση των
αυτοκρατορική δεσπόζουσα
φθίνουσα σημειακή-ολάκερη μαστοριά
ανιστόρητα υποστασιάζονται στον μικρό στροβιλισμό
της-όλον-πρόσωπο γονυκλισίας
πονετικά δεν είναι λες έτσι που δεν κοιτάζουν
πρώτα συνέχει σε το βαθύ ρουθούνισμα τους
φτιάχνοντας παγωνιά
αλπική υπέρκαλη·
ν΄αχνίζει πάλλοντας το ενδότερο αυτών όργανο
-νεφελώματα αναβιβάζονται πλέον
ένας ριψοκίνδυνος σκυλλούκος αδερφικός
αφειδής στο λαιμό μια χήνα συγκινημένη αδιόρατη
η πατρότητα είναι που καρτερεί όπου και
υπερκινητικά θα τιναχτεί εδώ οπίσω λόχμης μούρμουρης- ίσκιος ενδιαφέροντα βαρύς
δωρεά το ξίφος κι άγεσαι ακίνδυνα αιώνια να ξεσκίζεις

λαγός ψηλός με μύρισαν οι αιώνες
γεωγραφούμαι όλος τόπος τους
όπως μπορώ συγυρίζομαι
έναν αιώνα ακόμη
δεκάλεπτα της κοινότητας της αυλόπορτας
μ’αγαπήσαν
εύποροι λευκών χρωμάτων
ξαμολώ το
δευτερολεπτεπίλεπτο χρονικό
συγκλίνοντα χορτάρια της εορτής
αποσώνω κέρασμα μορφών
πατάω πόδια ρε χασκογελώ
είμαι σχέδιο
σκεύη μ’ακολουθάνε θορυβώ
ενός αιώνος τρέκλισμα
τ’αραιωμένο βαστώ αίμα

ο λυρισμός πανεύκολος φυτεμένος
σε αγωγό φωτός κονιορτό κρυστάλλων κατευθύνει
λειτουργώντας κρύο λαιμό κι αθαύμαστος
το δέος ξανά ‘ρμηνεύει αηδονίσια
-για δάκρυου μαγειρικού ολάκερο χρόνο
θα χει το ροζ το πούστικο, το δίχως βάρος
η των οστράκων ταξιδεμένη πούδρα

-η αισθητική των πραγμάτων ασκεί υψηλή προοικονομί-κάπως-γι’αυτό φορέστε κάτι άκριβο πλην άσκημο-
τα γατιά θα στυφτούν από
την επιτυχία της ἡκίστης αποστάσεως
παλιά τα παιδιά δεν είχαν λαιμό να τα πιάσεις
και στον βαθύ τους ύπνο
ο κόσμος πηγαίνει δίχως χέρια σφιγκτήρες
σ’αχιλιομέτρητες
άφταστες αποστάσεις
με ένα τσιγάρο αιωρούμενο
και τζούρες τηλεπαθητικές.

πέτρα πολυγωνική ανασφαλής
ανέπαυσες
εδώ τεντώθηκα ξύπνησα
ενθυμούμαι στόμα τριβελίζω τ’αυτί
στεντόρεια θεολογίζω υστερικόν χάραμα
τούτο σε κωφαίνει ξέρεις
το χνούδι μόνον που χωνεύεται
φτιάχνει τρομακτικό κανάλι
ωσάν φλογερό φθίνον
ψηφιακά διαταραγμένο
κοιμητήριος δύναμη η φρίκη
σύμπλεγμαεύκολο πεδινό όπου απραγμονεί
βαστάζος της η ομορφιά
το χαμηλό ρύαξ σου βλέμμα
έμπαινε φρίκη έμπαινε
όλως βυθικός
πειράζω τ’όραμα σου
ταχεία διαίσθηση ορέξεως
το ψωμάκι
οι κουζίνες οι μορφές των
αιφνίδια προσωπικά αλείμματα
σε γαμάγω

*

©Γιάννης Νεοφύτου

φωτο: Στράτος Φουντούλης