Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Το συγκινησιακό απεριόριστο

Καθώς το τσιγάρο σιγόκαιγε στο τασάκι, ο πόνος στο στήθος του γινόταν όλο και πιο έντονος, τα σαράντα αποτελούσαν την ηλικιακή αφετηρία του εμφράγματος, όμως γνώριζε ότι τα συμπτώματα ήταν διαφορετικά. Αυτός ο πόνος δεν προερχόταν από τις αρτηρίες αλλά κάποιες πολύ πιο περίπλοκες και επίπονες εγκεφαλικές διεργασίες. Παρατηρούσε στον υπολογιστή του σκηνές από τη συναυλία ενός ρωσικού συγκροτήματος που τα μέλη του ήταν ντυμένα όπως ο Άλεξ στο Κουρδιστό Πορτοκάλι. Το νυστέρι του Μπέρτζες και ο φακός του Κιούμπρικ είχαν προβλέψει σχεδόν με χειρουργική ακρίβεια την επερχόμενη Χιροσίμα. Στα μισά- και ίσως λίγο περισσότερο λόγω των αλόγιστων καταχρήσεων- της διαδρομής του ένιωθε μια ακόμα τερατογένεση από τις αμέτρητες της γενιάς του. Τα λόγια του Auguste Comte έπεφταν στο γυμνό κορμί του σαν τοξικές ψιχάλες μετά την πυρηνική αποκάλυψη. «Όταν επιβάλλεται η τροποποίηση ή η ανανέωση του θεμελιώδους δόγματος, οι γενιές που θυσιάζονται κατά τη διάρκεια του μετασχηματισμού μένουν ουσιαστικά ξένες προς αυτόν, και συχνά γίνονται ευθέως εχθρικές»

Άφησε το τσιγάρο να σβήσει στην εγκοπή του σταχτοδοχείου και πήρε το τζάκετ του βγαίνοντας από το σπίτι αποφασισμένος. Το όπλο το είχε βρει σχετικά εύκολα, από έναν γνωστό του που περιστασιακά αγόραζε φούντα στο Μεταξουργείο. Περιπλανήθηκε στους δρόμους περιμένοντας τη νύχτα να γίνει πηχτή και άοσμη, άδειασε από συγκινήσεις και κατευθύνθηκε σε εκείνο το ελεεινό αφτεράδικο στην Πανόρμου που σύχναζαν κάτι ναυάγια με πέτσινα και κολλητά τζιν που του θύμιζε ό,τι πλησιέστερο σε ανθρώπινο βόθρο. Ένιωθε κάθε ζωή σε αυτή την πόλη αδικαιολόγητη, αλλά κάποιες ακόμα περισσότερο. Απόρησε προς στιγμήν με τον εαυτό του που σε κάποιες, έστω και ελάχιστες περιστάσεις, είχε αποτελέσει μέλος αυτού του δύσοσμου όχλου, θυμήθηκε χωρίς την παραμικρή συγκινησιακή έξαρση ακόμα και εκείνη τη βλαμμένη γκόμενα που τον είχε χαστουκίσει πάνω σε ένα ανύποπτο φλερτ παρασυρμένη από την επίδραση του αλκοόλ και τους πρωτόγονους δαίμονες που κανάκευε για να νοηματοδοτήσει την άσκοπη ζωή της. Δεν γνώριζε θα την έβρισκε τώρα εκεί μέσα, αλλά αυτό ήταν το λιγότερο που τον απασχολούσε.

Ανοίγοντας την τζαμένια πόρτα το αίμα του είχε ήδη γίνει μολύβι και το βλέμμα του ψηφιακή κάμερα που αποκρυπτογραφούσε digital ολογράμματα. Σήκωσε το χέρι του και άφησε την προέκταση του να αδειάσει το γεμιστήρα, ύστερα τον αντικατέστησε αρχίζοντας τον δεύτερο γύρο. Οι οιμωγές και τα ουρλιαχτά κουκουλώνονταν από το στριγκό μπάσο της μουσικής και τις σκέψεις του Comte. Σε κάθε τροποποίηση του υπάρχοντος δόγματος , οι γενιές που θυσιάζονται κατά τη διάρκεια του μετασχηματισμού μένουν ουσιαστικά ξένες προς αυτόν, και συχνά γίνονται ευθέως εχθρικές…

*

©Αχιλλέας Σωτηρέλλος

φωτο: Στράτος Φουντούλης