Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Captain ’67

Ιστορίες για τον αρχηγό από μια μακρινή εποχή

Για τον μικρό Δημήτρη
που φέγγει κιόλας
με το προσωπείο του
βασιλιά του Άργους
βαθιά μες στα περιβόλια

Σκελετοί

“Ξημέρωμα φάνηκε ο αρχηγός στην έρημη πόλη. Τον είχαν λησμονήσει και αν δεν ήταν ο παλιός μύθος του Άργους, αν δεν ήταν τόση ερημιά κανείς δεν θα ΄ξερε, κανείς δεν θα μάθαινε. Πως γύρισε ο αρχηγός, κάπως κουρασμένος με μαχαιρωμένα μάτια. Ποιος ξέρει τι είδε, τι έμαθε ο αρχηγός τόσο καιρό που έλειψε. Τα ρούχα του είναι τριμμένα, τα γένια του ψαρά, παλιοί  χειμώνες και φωτοστέφανα. Πού πολέμησες, το σπαθί σου τι να ΄γινε, πόσα πράγματα έχασες δικά σου;

Μα δεν θ΄απαντήσει ο αρχηγός. Όλα τα παράθυρά του έχουν κλείσει, τα χείλη του σφραγισμένα περνούν στην ιστορία. Όχι, όχι βαρβάρους είχαμε τόσους πολλούς, όμως ο αρχηγός μας είναι πολύτιμος, ένα μοναδικό διαμάντι στο στέμμα της πολιτείας μας. Τι και αν τα ρούχα του είναι φθαρμένα, τι και αν τα χρόνια τον σκέπασαν, τι και αν οι άνεμοι μια μέρα θα τον σπείρουν στους λειμώνες. Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει δίχως λόγια. Μονάχα ο αρχηγός που φάνηκε ξανά στην πολιτεία μας, μονάχα εκείνος γνωρίζει τα χαρακτικά των τεσσάρων ανέμων, ξέρει καλά πώς λένε την ελπίδα, πώς σκορπούν τα κοπάδια και όλα τα υψώματα με την αρίθμηση και τους νεκρούς τους, λίστες ολόκληρες, βραδινό μου προσκλητήριο, φίλοι μου χαμένοι.

Όταν μιλά, ξαναζούν οι αγορές και τ΄αρχαία στάδια  φωτίζονται. Και οι θεατές, απ΄την Θήβα και τον Αχέροντα, εκστασιασμένοι από τέτοιο έρωτα, αφήνουν ένα τριαντάφυλλο στον βωμό και περνούν τις Ηλεκτρίδες πύλες με στεφάνια στα μαλλιά και εντάσεις. Η φωνή του, όλη εκείνη η κρυμμένη σημασία που γεννήθηκε με τούτες τις καταδικασμένες λέξεις, φθάνει παντού. Οι ταξιδιώτες γονατίζουν και προσεύχονται για την μακροημέρευσή του. Τα κορίτσια που γυρίζουν τους τροχούς, την μονότονη ζωή τους διακόπτουν στέλνοντας με τις σαΐτες τους φιλιά σινιάλα στις πιο απομακρυσμένες χώρες. Και ο πάνθηρας και τ΄άτι της πεδιάδας την φύση τους γνωρίζουν βαθύτερα, αφού η φωνή του αρχηγού διαπερνά τους λεπτούς μηνίσκους που ονομάσανε ψυχή τους. Εκεί λουφάζουν λοιπόν οι αγωγοί της νύχτας. Ο αρχηγός, όμορφος και γενναίος πάνω στο επικίνδυνο γεφύρι απευθύνει λόγο στην μανιασμένη πολιτεία. Ένα κερί σιγοκαίει εκείνη την ώρα για χάρη του. Λίγο λάδι, πολύς καιρός, άγνωστες ηλικίες των βροχών στα πόδια του, σπονδή στον αιώνιο αρχηγό.

Αρκεί μια λανθασμένη λέξη, μια κίνηση περιττή έξω απ΄τα πρωτόκολλα και τις αρχές. Μια φράση που έρχεται σ΄αντίθεση με τα ήθη της πολιτείας μας θα΄ναι πάντα αρκετή για να καταδικαστεί ο αρχηγός.”

Οι παραπάνω σημειώσεις, αυτούσιες μεταφερμένες σ΄αυτό το σημείωμα εντοπίστηκαν στο ημερολόγιο του καταστρώματος. Περισσότερο έμοιαζαν με την αρχή ενός μυθιστορήματος. Οι παλιότεροι ανέσυραν απ΄το νου τους τα ονόματα. Επετηρίδες ολόκληρες. Εκείνο το βράδυ ξανάρθαν κοντά μας τελώνες και φαροφύλακες και επίτροποι αειθαλείς σαν δέντρα. Μα είναι μια εποχή δίχως αχνάρι, γι΄αυτήν κανείς δεν μίλησε και ούτε θα το κάνει. Πέρασε δίχως σημασία, μακρινό πλεούμενο σε ήσυχη θάλασσα. Δεν έγραψε ποιήματα, δεν τραγούδησε στις πλατείες την ωραία του κόσμου σύναξη, μόνον εξέπνευσε μες στην διακεκριμένη της σιωπή

Σε ένα σκισμένο χαρτί, απ΄εκείνα τα σπαράγματα που γεμίζουν τις ζωές μας κάποιος έγραψε.

“Ο αρχηγός μπήκε νύχτα στο Άργος. Την ώρα που τίποτε και κανείς δεν υπάρχει βάδισε όπως παλιά, μ΄ανάλαφρο βήμα. Οι φύλακες τον φώναξαν, οι οπλοβαστοί βρόντηξαν, τα κλιμάκια, οι αρχές, εις το όνομα του έθνους εκτελέστε τον!

Ο αρχηγός κείτεται νεκρός, τώρα ο δρόμος είναι πια ελεύθερος. Όλοι χειροκροτούν, οι πυροκροτητές προγραμματίζονται, όλος ο κόσμος θα γίνει κομμάτια τώρα και για πάντα. Πριν την επικίνδυνη στροφή τα σπίτια και οι άνθρωποι επιταχύνουν, πιάσε ένα σήμα και γίνε παρελθόν. Μετά τον αρχηγό ακολουθούν οι υπασπιστές, όσοι τον αγάπησαν, οι εραστές του, οι χιλιάδες εκείνοι Αντίνοοι της οδού Μαγνησίας, παντάνασσα κορίτσια από το Βελβεντό και τις επτά χαμένες πόλεις της Κορίνθου.”

Μα τι σκόπευε να πει; ήταν μια συνέχεια αυτό τ΄απόσπασμα; Κανείς δεν ξέρει, κανείς. Όλοι κοιτάζονται με μια προσοχή όπως ποτέ, επειδή καμιά φορά οι ιστορίες βγαίνουν αληθινές και από στιγμή σε στιγμή μπορεί να φανεί κάποιος και να επικαλεστεί την παλιά εξουσία του αρχηγού που κοιμάται. Φανταστείτε πόσοι άνθρωποι θα διδάσκονταν τον τρόμο, φανταστείτε πόση απ΄τη φαντασία μας θα χρειαζόταν για να αντισταθμιστεί μια τέτοια έκβαση. Φανταστείτε πόσο μακρινό θα ΄μοιαζε τότε το αντίβαρο των άστρων, μια χαμένη υπόθεση.

Έκλεισαν τις σημειώσεις, έβαλαν μια μεγάλη φωτιά και έσβησαν όλα τα ίχνη. Τώρα μπορούσαν να θυμούνται τις ωραίες και ανόθευτες ιδέες. Και αν φανεί ο αρχηγός, οι ταπεινότεροι κατέχουν την πανάρχαια γνώση. Τα σκυλιά της πολιτείας θα αναγνωρίσουν τα σημάδια , θα σημάνουν όπως πριν απ΄τον μεγάλο σεισμό και θα κατορθώσουν τ΄ανεξήγητο καθήκον τους.

Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία, δεν έχει σημασία. Είναι μονάχα μια απ΄τις ιστορίες που δεν τα κατάφεραν. Περιγράφει τους κινδύνους που κρύβει η θέση του αρχηγού, φέρνει ξανά στην επιφάνεια τις μνήμες από ένα εξοντωτικό ταξίδι στις νότιες θάλασσες.

*

Ο αρχηγός

Όλοι μαζί σιγήσαμε και στην ταβέρνα έπεσε εκείνη η βαθιά ησυχία των επιταφίων. Ο Φώτης, παλιός τεχνίτης του τσίγκινου φεγγαριού, μίλησε και είπε.

Ο αρχηγός σ΄αγαπά. Όλους μας αγαπά. Καμιά φορά αυτό το πανίσχυρο αίσθημά του μας καταπνίγει. Μα τι άνθρωποι θα΄μαστε, τι κόσμος στ΄αλήθεια, αν δεν μπορούσαμε να συγχωρέσουμε λίγη απ΄την αυθαιρεσία του αρχηγού.

Όταν χορεύει πρέπει να γονατίζεις τριγύρω στην πίστα. Όπως κάνουν οι χορευτές, δηλώνοντας απερίφραστα τον σεβασμό. Είσαι νέος και πρέπει να ξέρεις πως όλοι κάποτε υπήρξαμε. Είδαμε και πιστέψαμε τόσα πανοράματα, μα τίποτε δεν στέριωσε. Ώσπου έφθασε ο αρχηγός με τα βιολιά για συνοδεία του, κάτι βαθύτατα ελληνικές μορφές βγαλμένες απ΄την μοναξιά των ορεινών οικισμών. Φαντάσου ο αρχηγός, με εκείνη την καταλυτική παρουσία στα πρότυπα των παλιών παλινορθώσεων εισέρχεται στην αυριανή πρωτεύουσα του νεοσύστατου έθνους. Οι δολοφόνοι ακροβολισμένοι στις συστάδες των δέντρων, σκληρό, καλοκαιρινό μεσημέρι, οι δολοφόνοι διαθέτουν χιλιάδες αποτελεσματικές μεθόδους. Τούτη την εποχή στέκουν με το μέρος του αρχηγού. Μια ολόκληρη διμοιρία από μεσάζοντες, στρατηγούς, θιασάρχες, ιμπρεσάριους, Εφιάλτες ακολουθεί κατά πόδας τον αρχηγό.

Κοίτα ο αρχηγός χάλασε τις γραμμές τους, ο αρχηγός εισβάλει με το τεθωρακισμένο του όπλο απ΄την μπροστινή, μεταλλική πόλη. Τι χάρη, τι δόξα αριστοτελική!Κοίτα ο αρχηγός πώς ζωγραφίζει νύχτες ολόκληρες μια φαρδιά, πράσινη γραμμή. Δείτε πως η εργασία σώζει την ψυχή αυτής της πολιτείας, δείτε τον αρχηγό με τις ιδανικές σημαίες και τις ιδεολογίες του πώς τραβά εμπρός, όλες οι πόλεις η μια μετά την άλλη καταρρέουν εμπρός στην τόση του γοητεία. Το φόντο ντεγκραντέ, πίσω χιλιάδες διωγμένοι, σφραγισμένοι με την μοίρα της ξερολιθιάς. Την ώρα που χορεύεις αρχηγέ, εκείνη ακριβώς την ώρα, μια ταξιαρχία αντιφρονούντων ταξιδεύουν για τα μακρινά συμπλέγματα.

Πίσω του αστράφτουν μες στ΄απόγευμα οι πλάτες του Ελικώνα. Ο αρχηγός δηλώνει απερίφραστα στους παρευρισκόμενους την πρόθεση της κυβερνήσεως να προάγει το γενικό καλό. Η συρμάτινη φωνή του δεν αφήνει περιθώρια, πουθενά δεν φθάνει. Ο αρχηγός πρόκειται να πέσει, όπως το γράφει πάντα η μοίρα. Διατάζει την ορχήστρα να πάψει το τραγούδι της. Διατάζει την ορχήστρα να παίξει ένα εμβατήριο προς ανάταση εθνική και περηφάνια.

Μα είναι μια περίφημη εικόνα, βαθύτατα κωμική και κάπως πικρή, οι συμπαθέστατοι και ρακένδυτοι μουσικοί της ορχήστρας. Γιατί και αν φοβήθηκαν τόσο για την τύχη τους, την κρισιμότατη ώρα παράκουσαν τις παραγγελιές του αρχηγού και σκέπασαν τις βρισιές του με τα χάλκινα, τ΄αρχαία των όργανα, προξενώντας στους εορτασμούς μια άνευ προηγουμένου σύγχυση.

Σήμανε το ρολόι την δωδεκάτη, η ιστορία τέλειωσε, πάει. Και έπεσε τότε βαριά η σιωπή ανάμεσα στα πνεύματα.

*

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: Στράτος Φουντούλης