Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Κλειστόν

Pier Head dock, Liverpool -anonymous, early 1890s

Σκηνή από το ψυχολογικό έργο που παίχτηκε για μια παράσταση μονάχα
στην έδρα του συλλόγου φορτοεκφορτωτών του Λίβερπουλ.

Εσωτερικό παλιού ποτοπωλείου. Μια σκηνή με πολύχρωμους λαμπτήρες, σαν τις θερινές αναμνήσεις μας και η αδειανή πίστα. Ο φωτισμός εναλλάσσεται διαρκώς και σ΄έναν ρυθμό σταθερό.Τρεις άνδρες διάσπαρτοι μες στο μαγαζί. Ποια άμυνα κρατούν, πίσω απ΄τις γραμμές τους άραγε ποια μάχη μαίνεται. Τα ονόματά τους είναι γνώριμα πολύ και τίποτε δεν σημαίνουν. Έξω ήχοι της πόλης και παλιές βροχές.Καμιά μουσική.

Τζόναθαν, Φρανκλίνος, Ρέι. Δεν είναι που μια ιστορία οφείλει να εκθέσει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία μα ο καιρός που φθάνει απαιτώντας δυο τρεις λέξεις για τους χαμένους φίλους. Αυτά είναι τα ονόματα των θαμώνων που περνούν σιωπηλοί αυτήν την νύχτα μες στο παλιό ποτοπωλείο.)

Τζόναθαν: (γέρικο, χαραγμένο πρόσωπο, απεριποίητος. Με φωνή μεθυσμένη, τρεμάμενη με λιγοστή πια δύναμη.) Πόσο καιρό βρέχει εκεί έξω;

Ρέι: (κάπως νεότερος και με ωραία ρούχα. Φορά γυαλιά ηλίου και είναι όμορφος πολύ.) Πάνε μέρες και στο ραδιόφωνο είπαν πως δεν περιμένουν να κοπάσει…

Τζόναθαν: Και αν δεν σταματήσει ποτέ;

Φρανκλίνος: (με στολή μηχανικού, πολυκαιρισμένη, χαμένος στο μεθύσι του.) Αν δεν σταματήσει; Εγώ θα σου πω!

Ρέι: Καημένε Φράνκι, δεν νιώθεις τίποτε πια.

Φρανκλίνος: (κάπως θυμωμένα προσπαθεί να σταθεί μονάχος του, δίχως την βοήθεια του σαπισμένου ξύλου.) Πρόσεχε τα λόγια σου καλύτερα. Η κρίση μου είναι αδυνατισμένη και ίσως κάνω καμιά τρέλα. Με καταλαβαίνεις;

Ρέι: Θα΄ταν καλύτερα να κρατιέσαι Φράνκι, τα πόδια σου δεν σε βαστάνε πια, είσαι σκιά. Σκιά! (τον πλησιάζει και ο Φράνκι τρομάζει, παίρνοντας ξανά την συνηθισμένη του θέση, ζητώντας με τον τρόπο του ανακωχή.)

Τζόναθαν: Θα΄ναι δέκα μέρες τώρα. Εννοώ που βρέχει αδιάκοπα. Είπαν πως σε κάποιες συνοικίες η στάθμη του νερού ανέβηκε επικίνδυνα. Πως το νερό εισέβαλε στα χαμηλά σπίτια, πως έπνιξε μερικούς που δεν είχαν για καταφύγιο μερικά χαρτονένια κουτιά από το διπλανό εμπορικό.

Ρέι: Τι δυστυχία θε μου!

Φρανκλίνος: Ο καθένας παίρνει ό,τι του αξίζει.

Τζόναθαν: Μην είσαι τόσο σκληρός Φράνκι. Θυμάσαι πριν δυο καλοκαίρια στην 42η οδό;

(Ο Φράνκι κρύβει το πρόσωπό του. Θυμάται.)

Φρανκλίνος: Όλοι κάνουν λάθη. Εκείνη τα φταίει όλα και αν είχα τώρα την δύναμη θα πήγαινα να την συναντήσω. Κάθριν, είσαι του δρόμου, δεν αξίζεις τίποτε περισσότερο από την περιφρόνηση του κόσμου. Είσαι μια πόρνη, πόρνη, πόρνη, θα της έλεγα μέσα απ΄τα σπλάχνα του κόσμου! (σκύβει, σαν να κλαίει. Οι άλλοι δεν μιλούν μα ο Τζόναθαν που προξένησε τις μνήμες κάτι λέει για να αλλάξει τις συνθήκες. )

Τζόναθαν: Ο Ρέι κάπου διάβασε πως είμαστε τόπος ευλογημένος και πως με τόσο σιτάρι φέτος θα αναλογεί περισσότερο φαί στα παιδιά των κάτω συνοικιών. Θα δώσουν, λέει συσίτιο. Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο στην έξοδο του ηλεκτρικού σταθμού. Θα΄ναι καλύτερα Φράνκι για όλους φέτο. (κάνει νόημα, κάπου φωνάζει και παραγγέλνει έναν γύρο ποτά για τους τρεις τους.) Βάλε να πιούμε έναν γύρο σύντροφε! Έξω ιδρύονται νησιά τούτη την ώρα που μιλάμε! (γελά με την καρδιά του.)

Φράνκι: (κάνει κάτι σαν βήμα στρατιωτικό εκεί στην θέση του, συντρίμια ολόκληρος.) Εν, δυο, εν, δυο τ΄όμορφο κορίτσι, σαν πειρασμός βαδίζει πλάι μου, τ΄όμορφο κορίτσι, σαν πειρασμός και σαν ευαίσθητο, άγαλμα ολοζώντανο. Εν, δυο, εν, δυο είσαι τα φώτα μιας ακτής, εν, δυο, εν, δυο, κορίτσι όμορφο σαν πειρασμός.

(οι τρεις τους τραγουδούν, κρατώντας το ίσο στον παράξενο σκοπό του Φράνκι.)

Τζόναθαν: Ας βρέξει λοιπόν! Να πάρει και να σηκώσει ας πνιγεί αυτός ο κόσμος!

Ρέι: (όλα με στυλ) Τίποτε δεν αξίζει. Μονάχα δυο τρία πράγματα. Ας πούμε τα κορίτσια, (οι άλλοι προχωρούν σε επευφημίες) , τα πολυβόλα (οι άλλοι μιμούνται τον ήχο των πυροβολισμών, ξαφνικά σταματούν λυπημένοι), τα ερτζιανά!

(Ο Φρανκλίνος σαν κάτι να θυμήθηκε.)

Φράνκι: Στις επτά! Ακριβώς στις επτά!

Ρέι: Έι Φράνκι, καλώς ήρθες κοντά μας!

Φράνκι: Στις επτά ακριβώς θα παιχτούν τα καινούρια τραγούδια του θείου Μπιλ που είναι η καλύτερη τρομπέτα σε όλη την λεωφόρο. Στις επτά, (κάνει πως χορεύει με ένα ταίρι φανταστικό, αγκαλιάζοντας το σώμα του. Οι άλλοι χειροκροτούν με νόημα, κάνουν άσεμνες χειρονομίες.)

Τζόναθαν: Την έχετε δει εκείνη απέναντι στο γαλακτοπωλείο; Αν είχα πάνω μου μια δεκάρα και αν είχα εξασφαλισμένα χίλια μπουκάλια ουίσκι ίσως να πήγαινα κάθε πρωί ως εκεί. Να δείτε μωρέ τι σημαίνει αθάνατη ψυχή, τι΄ναι το σώμα με όλους τους ρυθμούς του ζωντανούς. Με κοίταξε με νόημα την πρώτη φορά και ίσως κάπως να με αγαπά. Με τον δικό της τρόπο.

Φράνκι: Είναι ωραία η αγάπη με τους τρόπους της, τις χειρονομίες της. Ένα κορίτσι συνιστά την μόνη δυνατή χαραγματιά στον ήλιο.

Ρέι: Γράφεις στίχους κύριε Φράνκι; Πείτε μας μια στροφούλα, ελάτε, μην διστάζετε. Εμείς σας θαυμάζουμε, (τον πλησιάζει ενοχλητικά, ο Φράνκι αποτραβιέται, νιώθει πως τον περιγελά και πιο πολύ λυπάται), ελάτε, χορέψτε μαζί μου, με τον σκοπό κύριε Φράνκι! (γελά)

Φράνκι: (τον σφίγγει  επάνω του. Μοιάζουν αμήχανοι, σαν ερωτευμένοι κάτω απ΄τον σταθερό φωτισμό που ΄ναι πια στοιχεί του κόσμου τους. Η μουσική παίζεται πιο αργά.) Ένα δύο και στροφή όπως έλεγε η μητέρα καθισμένη πάνω στο εβένινο κρεββάτι. Ξέρεις τι χρώμα έχει ο έβενος Ρέι;

Ρέι: Όλοι ξέρουν. Έχεις γερά χέρια για μεθύστακας Φράνκι. Ζεστά.

(αφήνονται ξαφνικά, βαδίζουν σαν να αισθάνεται ο ένας την παρουσία του άλλου πάνω στην αδειανή σκηνή. Ξάφνουν, η πόρτα ανοίγει, κάποιος μπαίνει. Κρατά μια κιθάρα και μοιάζει πλάσμα έξω απ΄αυτόν τον κόσμο.)

Φράνκι: Είμαστε κλειστά, λυπάμαι κύριε!

Νεαρός: Έχετε ανάγκη από λίγη μουσική και εγώ ένα στεγνό μέρος. Είναι η τρίτη μέρα και βρέχει αδιάκοπα.Ακούστε αυτό. Κάποιος είπε, οι ζωές μας είναι παστρικιές. (γελά. Οι τρεις άνδρες τον πλησιάζουν. Η διάθεσή τους φαντάζει απειλητική και εκείνος το νιώθει.) Αλήθεια, όλα χάθηκαν κάτω απ΄τα νερά. Δεν υπάρχει πια γυρισμός γι΄αυτήν την λεωφόρο. Τα συγκινητικά της φώτα εδώ και εκεί κάτι προσπαθούν να πουν, όμως… Μα δεν γνωρίζετε τίποτε; Η πόλη βυθίζεται, γίνεται χαμόγελο τρομερό. Έχετε ακούσει στον κινηματογράφο; Μα πώς δεν μάθατε τίποτε;

Τζόναθαν: (Με ένα στιλέτο στο χέρι του, κοντά στον λαιμό του νεαρού άνδρα) Τότε παίξε. Για μας. Χωρίς την ντροπή του δεν αξίζει ετούτος ο κόσμος. Παίξε!

(Ο νεαρός παίζει, παίζει και τραγουδά. Και τα φώτα εναλλάσσονται σταθερά και οι τρεις άνδρες που εγκαταλείπουν τώρα τα ονόματα και τις περιγραφές παίρνουν ξανά την θέση της άμυνας που ΄ταν πεπρωμένο και μοίρα τους. Σκοτάδι στη σκηνή, ξανά τ΄άδειο μαγαζί πια, ο φωτισμός που μεταβάλλεται ανεπαίσθητα και κάποτε σταθερεοποιείται στο σκοτάδι, σημαίνοντας το τέλος της παρούσας άσκησης.)

*

©Απόστολος Θηβαίος