Καίτη Παπαδάκη, Η αρπαγή της Άνοιξης

Σκαρφάλωνε. Όσο θα μεγάλωνε η μέρα, τόσο θα γαντζωνόταν πιο πολύ απ’ τη ζωή. Θα γέμιζε χυμούς, καθώς ο αέρας θ’ αλάφραινε. Τις νύχτες θα κοιμόταν χωρίς τον φόβο του χιονιά. Τα πρωινά, πίνοντας δροσιά, θα ξεκινούσε απ’ την αρχή. Σκαρφάλωνε. Τώρα μπορούσε να βλέπει δίχως να τεντώνει τις μύτες. Τα σύννεφα θ’ αραίωναν. Τα μάτια του σύντομα θ’ άνοιγαν διάπλατα το ένα μετά το άλλο. Οι αχτίδες, όπως το συνήθιζαν, θα κάθονταν στο μπράτσο του, για να εξερευνήσουν μαζί κρύπτες της άνοιξης. Σκαρφάλωνε.

Έστριβε δεξιά, αριστερά, γλιστρούσε στο φως. Το χώμα πίσω, το ταξίδι μπροστά. Η θάλασσα στο βάθος. Εκεί. Ορίζοντας λαίμαργος. Δεν πίστευε πως ή μήπως… Έστριψε περισσότερο. Το μπλε σύνορο – για δες- κατάπινε μέσα στη σιωπή του σώματα. Γλάροι ή άνθρωποι; Άνθρωποι που κάποτε άνοιγαν φτερά. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά στοιβαγμένοι σε βάρκες, αρπαγμένοι από συντρίμμια. Μπροστά πέλαγος, πίσω φωτιά. Προσπάθησε να μακρύνει λίγο ακόμα το κορμί. Πίσω έκρηξη, κι άλλη, κι άλλη. Πατρίδα ή ξενιτιά; Κόλαση στερεή ή υγρή; Στράφηκε πάλι στο νερό. Το γαλάζιο αποτέφρωνε τα σώματα. Θεέ μου, πόσο μπλε ξοδεύεις για να μη σε πιστεύουμε; Ένας οφθαλμός δάκρυσε. Η ζεστή σταγόνα χάραξε το πρώτο τρυφερό φύλλο.

– Βράχε, σίγουρα η άνοιξη δεν πέρασε από δω;

-Αν περνούσε, θα καιγόταν ως το πράσινο της καρδιάς.

Ελικοειδής κίνηση. Αλλαγή κατεύθυνσης. Φρενάρισμα! Στραβομάρα! Έχουν μούτρα οι μαυριδεροί κι οδηγούν! Κόσμος στοιβαγμένος στο λεωφορείο. Άνθρωποι στάσεις. Ορίζοντας το παρμπρίζ. Πού καταντήσαμε φίλε! Τους κυνηγούν παλιές σκιές, σπουδαία λόγια, άδειες τσέπες. Δεν είμαστε το ίδιο εμείς κι αυτοί. Άνθρωποι οχήματα. Τρέχουν να γλιτώσουν με αυτοκίνητα, μετρό, φεύγουν όπως-όπως, με τα πόδια, περνάνε με κόκκινο. Μα δεν αρκεί. Στραβομάρα! Θυμός- τοίχος. Χτυπάνε με φόρα, πεθαίνουν από ακατάσχετη οργή. Άραγε η άνοιξη παγιδεύτηκε μαζί τους στο αδιέξοδο; Ένιωσε ξαφνικά το φρέσκο κορμί, κριτς-κρατς, να συρρικνώνεται∙ χαρτί τσαλακωμένο.

Λύγισε προς το χώμα, στο σημείο εκκίνησης. Δεν είχε απομακρυνθεί πολύ, όμως, ήδη σωρός απόβλητα έπνιγε τις φύτρες. Οι ρίζες, ξέπνοες, δεν το στήριζαν. Οι άνθρωποι  κρατούσαν τον θάνατό του στα χέρια, τον κατέθεταν στα πόδια του. Το τέλος ρίζωνε, ζωντάνευε, έδινε καρπούς. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά έκοβαν, έτρωγαν, σάπιζαν, πριν καν τελειώσει η πέψη. Έσκυψε στον φλοιό του. Έγραψε με σουγιά Προσοχή. Αποσύνθεση! Η άνοιξη το διάβασε, εξαφανίστηκε προς άγνωστη κατεύθυνση.

Με όση δύναμη διέθετε, ξανάρχισε ν’ ανηφορίζει. Ζωή δεν είναι να γυρίζεις πίσω, μουρμούριζε. Ούτε να στριφογυρίζεις. Λαχάνιαζε, τεντωνόταν. Ζήτησε απ’ τις αχτίδες να το αγκαλιάζουν κι απ’ τα πουλιά να του τραβούν τα άκρα. Πλησίαζε. Τα σύννεφα είχαν διαλυθεί. Η σελήνη έκανε τσουλήθρα στα χρώματα της ίριδας. Μερικοί πλανήτες χορεύανε γύρω απ’ τον ήλιο. Νά την! Η άνοιξη καθισμένη, ανάμεσά τους, πλάι στον ήλιο έκλαιγε. Το κλαδί θυμήθηκε. Είχε ακούσει στη γη: Η μικρή Ελένη κάθεται και κλαίει…Κριτς! Ο κορμός συνέχιζε να ζαρώνει. Κοίταξε κάτω. Κρααατς! Στάλα-στάλα ο χρόνος στράγγιζε στο χώμα. Με τους τελευταίους ζωηρούς βλαστούς παραμέρισε τα ουράνια σώματα, άρπαξε την άνοιξη τραγουδώντας: Τον ήλιο κοίτα κι αποχαιρέτησε.

*

©Καίτη Παπαδάκη