Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Ὁ Ὀκτανέριος

Ο Ὀκτανέριος ἦταν θῦμα τῆς εὐνουχιστικῆς ἀνατροφῆς του: Ἡ ἠθικὴ διδασκαλία τῆς μαμᾶς καὶ τῆς γιαγιᾶς σφυρηλάτησαν μιὰ γιὰ πάντα μὲσ’ στὴ συνείδησή του τὴ δικιά τους ἑρμηνεία γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὶς σχέσεις. Κι ἦταν μία ἑρμηνεία θεολογική, βγαλμένη ἀπ’ τὰ ἔγκατα τῆς πιὸ αὐστηρῆς ἐκδοχῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ. Γιὰ πολλὰ χρόνια ὁ Ὀκτανέριος ἄκουγε τὰ θηλυκὰ τοῦ σπιτιοῦ (καὶ τῆς γειτονιᾶς) νὰ ἀποκηρύττουν τὴν ἐπανάσταση τῆς σάρκας καὶ νὰ δαιμονοποιοῦν κάθε γενετήσια παρόρμηση. Ἡ ἀποχὴ κι ἡ ἐγκράτεια ἀποτελοῦσαν θρησκευτικὲς πρακτικὲς τὶς ὁποῖες ἔπρεπε οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀκολουθοῦν γιὰ νὰ κρατήσουν ἀμόλευτη τὴν ἀρετή τους καὶ νὰ βροῦν καταφύγιο στὴ θρησκεία ποὺ ἔμελλε νὰ γίνῃ ἡ μεγάλη παρηγορήτρα τοῦ Ὀκτανέριου. Ἡ παραμικρὴ παρέκκλιση ἀπὸ τὴ σχετικὴ χρηστομάθεια ἀποτελοῦσε ἁμαρτία κι ἔπρεπε πάση θυσία νὰ ἀπαγορευτῇ μέσα στὸ σπίτι καὶ πάν’ ἀπ’ ὅλα στὴ συνείδησή του.

Σύντομα ὁ Ὀκτανέριος ἀπόχτησε τὴ βεβαιότητα ὅτι τὸ κῦρος τῆς μαμᾶς καὶ τῆς γιαγιᾶς εἶναι ἀναμφισβήτητο καὶ οἱ διδαχὲς τῆς Χριστιανοσύνης πάνσοφες· ἑπομένως ἀφοῦ παρουσιάζουν τὰ περὶ ἔρωτος καὶ παρθενίας κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο, ἔτσι εἶναι κιόλας! Τοῦτο καθησύχαζε τὸν Ὀκτανέριο, δηλαδή· τὸν καθιστοῦσε ἀκίνδυνο γιὰ ἐξεγέρσεις καὶ γιὰ κάθε ἀπόπειρα ἀντιλογίας ὄχι μόνο μέσα στὸ σπίτι ἀλλὰ κι ἔξω, στὴν κοινωνία τοῦ ἐπίνειου τῆς Ἀλχανίας ποὺ δὲν ἀνεχόταν ἁμαρτωλὲς συμπεριφορὲς καὶ σκέψεις!

Μετὰ ἀπὸ χρόνια, ὅμως, κι ἀφοῦ εἶχε περάσει ἡ νιότη του ἔτσι ἄγονα καὶ φρόνιμα, οἱ παρορμήσεις του ἄρχισαν νὰ ξεχειλίζουν κι οἱ πειρασμοὶ νὰ τὸν περικυκλώνουν καὶ νὰ τοῦ πυρπολοῦνε τὴν καρδιὰ γιατί οἱ ἐπαναστάσεις τοῦ κορμιοῦ δὲν εἶναι προκαθορισμένες, βέβαια, γιὰ νὰ ὑπακούουν σὲ ἀπαγορεύσεις (σὲ αὐτὸ εἶχαν συντελέσει βέβαια καὶ κάποια διαβάσματα ποὺ εἶχε κάνει κρυφὰ καὶ τοῦ ἄνοιξαν τὰ μάτια). Κι ἔτσι ἦρθε ἡ ὥρα τῆς τιμωρίας. Ὄχι ὅμως ἀπὸ τὸ σπίτι ἢ τὴ θρησκεία ἀλλὰ ἀπὸ τὰ ἴδια του τὰ φυσικά. Κάθε του ἄρνηση νὰ ἐνδώσῃ κατέκλυε τὸ μυαλό του καὶ τὸ δηλητηρίαζε γιατί τοῦ ἀναμόχλευε τὰ περὶ ἁγιοσύνης καὶ παρθενίας σὲ σημεῖο ποὺ ὅλα αὐτὰ παίρνανε τὴ μορφὴ ἑνὸς βασανιστικοῦ καὶ τρομαχτικοῦ ἐρωτήματος γιὰ τὴ σκοπιμότητα τῆς ἀνατροφῆς του καὶ τὴν «ὠφέλεια» ἀπὸ τὴν ἀποχὴ καὶ τὴν ἐγκράτεια. Καὶ στὸν σωτήριο ἀγῶνα ποὺ ἔκανε νὰ δώσῃ μία ἀπάντηση ἀρρώσταινε ἀπὸ νοσταλγία γιὰ αὐτὰ ποὺ ἀπαγόρευε ὅλα τὰ προηγούμενα χρόνια στὸν ἑαυτό του ἢ γιὰ τὶς ἀνεκπλήρωτες ἐπιθυμίες ποὺ οἱ διδαχὲς τοῦ σπιτιοῦ του τὶς εἶχαν μετατρέψει σὲ κάτι τερατῶδες καὶ φρικιαστικό! Σὲ ὅλα αὐτὰ προστέθηκαν ἡ νευρασθένεια, ὁ θυμὸς καὶ φυσικὰ ἡ ζήλια γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ δὲν ἔτυχαν τῆς δικῆς του ἀνατροφῆς κι ἀπολάμβαναν τὶς χαρὲς ποὺ αὐτὸς δὲν εἶχε βιώσει μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμή. Ἀφοῦ ποτὲ δὲν ἔλυσε τῆς παρθενίας τὸν κόμπο ποὺ τοῦ ἔπνιγε τὴ ζωή, ἡ τιμωρία του τώρα ἔπρεπε νὰ ἦταν πολὺ μεγαλύτερη ἀπὸ ἐκείνη ποὺ εἶχε ἐπιβάλλει στὸν ἑαυτό του μὲ τὴν εὐλαβικὴ τήρηση τῶν σπιτικῶν ἀρχῶν.

Ὅταν κάποτε τὸ πῆρε ἀπόφαση νὰ ἀντιδράσῃ γιὰ νὰ δώσῃ χῶρο στὶς ἐπιθυμίες του καὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὶς βασανιστικὲς ἀνησυχίες τῆς σάρκας του μέσα ἀπὸ τὸ σαδισμό, τὶς διαστροφὲς (ὅλων τῶν εἰδῶν) ἢ ἔστω τὴν ἐπαφὴ μὲ γυναῖκες ποὺ δεχόντουσαν τοὺς ἐπισκέπτες κατευθείαν στὸ κρεβάτι, ἀηδίασε πολὺ μὲ τὸν ἑαυτό του κι ἐγκατέλειψε αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὶς σκέψεις (ὄχι τόσο γιατί δὲν τὰ ἤθελε ὅλα αὐτά, ὅσο γιατί καὶ σὲ τοῦτα τὰ θέματα λειτουργοῦσαν ἀκόμα μέσα του μὲ τρόπο ἰσχυρὸ καὶ καταπιεστικὸ τὰ περὶ ἁμαρτίας καὶ παρέκκλισης). Κάποιες σποραδικὲς προσεγγίσεις γυναικῶν ποὺ ἔκανε μὲ σκοπὸ τὴν ἄμεση ἀποκατάστασή τους (καὶ τὴ δική του, βέβαια) χωρὶς νὰ θέλῃ νὰ προηγηθῇ ἡ πάντα ἀπαραίτητη περίοδος «δοκιμῆς» δὲν καρποφόρησαν γιατί οἱ ἐποχὲς ποὺ ὁ ἄντρας ἔπειθε τὴ γυναῖκα μὲ ἄκρως ρομαντικὲς χειρονομίες εἶχαν περάσει ἀνεπιστρεπτί· κι αὐτὸ ἦταν κάτι ποὺ ὁ Ὀκτανέριος δὲν ἤθελε νὰ τὸ δεχτῇ. Αὐτὸ ὅμως ποὺ τὸν φρέναρε περσότερο μπροστὰ σὲ κάθε θηλυκὸ ἦταν ὁ φόβος ὅτι δὲν θὰ τὰ κατάφερνε λόγω τῆς βαθιὰ ριζωμένης πεποίθησής του ὅτι δὲν εἶχε τὸν τρόπο νὰ θέλξῃ τὸ ἄλλο φῦλο, μιᾶς καὶ ποτὲ δὲν τὸν ἀνέπτυξε! Ἔτσι ἔβρισκε πάντα δικαιολογίες γιὰ ἀναβολές . . . .

Ἀφοῦ λοιπὸν ἀδυνατοῦσε νὰ κάνῃ ἔστω κάποια δειλὰ βήματα πρὸς ἐκτόνωση τῆς καταπιεσμένης του κατάστασης, ἀποφάσισε νὰ κάνῃ μεγάλα βήματα μὲ τὴ φαντασία του. Καὶ τὰ κατάφερε! Πλέον ἔνιωθε ἡδονὴ πλάθοντας στοὺς γύρω του τὶς πιὸ ἀπίθανες ἱστορίες ἐρωτικῶν σχέσεων ποὺ εἶχε τάχα μπλεχτῆ, ἐνῷ ἄλλες φορὲς παρατηροῦσε μὲ χειρουργικὴ ματιὰ ὅλες τὶς πικάντικες λεπτομέρειες εἴτε τῶν περαστικῶν γυναικὼν εἴτε αὐτῶν ποὺ πλησίαζε γιὰ νὰ μιλήσῃ (μόνον!) κι ὕστερα αὐτοερεθιζόταν μὲ τὴ σκέψη αὐτῆς τῆς περιστασιακῆς ἀλλὰ τόσο ὠφέλιμης κι ἀνακουφιστικῆς «ἐπαφῆς». Ἦταν φανερὸ ὅτι αὐτὸ τοῦ ἔφτανε καὶ τοῦ περίσσευε γιατί ὅταν σοῦ ἔλεγε μὲ τόνο ὑπερβολῆς, πάντα, γι’ αὐτές του τὶς παράτολμες «κινήσεις», ἔλαμπε τὸ πρόσωπό του ἀπὸ ἱκανοποίηση, σὰν νὰ εἶχε κιόλας κάνει πραγματικότητα τὰ μονίμως ἀνεκπλήρωτα ὄνειρά του…

*
©Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης

Φωτο: Στράτος Φουντούλης