«Παιδεία θεατρική εστίν» της Μαρίας Πανούτσου, Αυτός που γεννήθηκε δύο φορές [Β’]

Mία προσέγγιση στις Βάκχες του Ευριπίδη

Μέρος Β’

Διαβάστε το Α’ Μέρος

Μεταθέατρο

Όλοι οι ήρωες του έργου, πλην των προσώπων που  ανακοινώνουν – αγγελιοφόροι  υπηρέτες, βοηθοί-όλοι μεταμφιέζονται όχι με την έννοια της δραματικής εξέλιξης του χαρακτήρα των ηρώων, αλλά με την συμβολική διπλή σύστασή τους, ένα πρώτο και ένα δεύτερο πρόσωπο που άλλοτε   απλά  κατακερματίζεται μέσα στην ακραία του αντίθεση για  λόγους συμβολικούς  και   άλλοτε αυτοκαταστρέφεται. Το έργο  είναι ως δομή,  θέατρο μέσα στο θέατρο  αλλά και μεταθέατρο, γι΄ αυτό και οι δύο  αυτές  έννοιες αυτοαναιρούνται και ως αποτέλεσμα έχουμε το μη  θέατρο. «Μεταθέατρο», χρησιμοποιώ την ορολογία αυτή, με την Γκροτοφσκική της  φορεσιά και όχι με τον όρο που  επιβλήθηκε το 1963 από τον Lionel Abelστην θεωρία της λογοτεχνίας  στο μανιφέστο, Metatheatre: A New View of Dramatic Form. Το μεταθέατρο είναι είδος θεάτρου, που σε μεγάλο βαθμό, βασίζεται στην αυτό-αναφορικότητα  και στον στοχασμό, αφού η προβληματική του, εστιάζεται στο ίδιο το θέατρο και στην θεωρητική αναλυτική διαδικασία. Κάτι που όλες οι μορφές τέχνης το περιέχουν σε μεγάλο ή μικρό βαθμό.  Όμως ο βαθμός της αυτό-αναφορικότητας,  είναι και ένα  σημείο, που ένας καλλιτέχνης μπορεί συνειδητά να  αποκλείσει, χωρίς να μπορεί βέβαια να  αφαιρέσει την ύπαρξη του ή την προσωπική του εμπειρία, στο έργο του.

Γιατί μιλάει λοιπόν,  το κείμενο που γράφω; Προς τα πού με οδηγεί και επιθυμεί να οδηγήσει τους αναγνώστες του; Μιλάει για τον αφανισμό  της ατομικότητας που η τέχνη προσδοκά  και την αντίσταση του ανθρώπου σε αυτήν. Αυτή η σχέση γίνεται πιο πολύπλοκη αλλά συγχρόνως  και πιο  φανερή στην τέχνη του ηθοποιού, με οδηγό και προστάτη τον θεό  Διόνυσο και τα παθήματά του.  Η Ιsmene Lada-Richards   στο άρθρο της  «Η αρχαία ελληνική τραγωδία  και οι δυτικές αντιλήψεις»   σε ένα σημείο   λέει:

[…]Αν η καθοριστική πράξη του θεάτρου είναι  η διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ ομοιότητας ως αναπαράστασης και ομοιότητας ως πραγματικότητα,  η αρχαία ελληνική τραγωδία και αναγεννησιακή, συμμερίζονταν την επίγνωση του καταλυτικού   ρόλου του ηθοποιού στην διατήρηση και στην εντροπή αυτής της ισορροπίας{……}.

Και λίγο πιο κάτω.

{…..}Η υποκριτική μπορεί να είναι   κάτι περισσότερο από απλή  αυτοαναίρεση  ή απώλεια του εαυτού{….}

Γι αυτήν την ασυνείδητη αυτοαναίρεση και απώλεια του εαυτού μας μιλάει ένα άλλο απόσπασμα, αυτήν την φορά από τον  Pierre –aime- Toucahrd, και το βιβλίο του Διόνυσος – Αιτιολογία υπέρ του θεάτρου –  σε μετάφραση Χ. Μπακονικόλα, εκδ.του  εικοστού πρώτου.

Μιλάει  για την υποχρεωτική σιωπή  από την πλευρά των θεατών, που περιβάλλει την θεατρική δράση.  Το απόσπασμα αυτό το  καταθέτω όπως το θυμάμαι, από μνήμης και με ελεύθερη προσέγγιση: «Η  σιωπή ως  αναγκαστική σύμβαση για την παρακολούθηση της σκηνικής δράσης, συγχρόνως   δίνει ένα επιπλέον σημαντικό και ανεκτίμητο δώρο στον θεατή  μιας παράστασης. Ο θεατής δεν νοιώθει την ανάγκη της επικοινωνίας με τους  άλλους ανθρώπους γύρω του,  αλλά   ικανοποιημένος από μια επιστροφή στον εαυτόν του μπορεί να συμμετέχει, να δοθεί ολόκληρος, συνδεδεμένος με μία μέθεξη  εσωτερική που δεν εκφράζεται με λέξεις, και που ομοιάζει με  απόσυρση διαλογισμού».

Ο Ευριπίδης με την πρωτοπορία του εικοστού αιώνα.

Ο πολωνός σκηνοθέτης και  θεατράνθρωπος, Jerzy Grotowski, αντιμετώπισε  την έξοδο του  ηθοποιού από τον εαυτόν του,   ως αφετηρία ενός ταξιδιού  αυτό-ανακάλυψης και αυτοπραγμάτωσης του ηθοποιού, το οποίο  οδηγεί  στην σαφέστερη και γνησιότερη  κατανόηση του εσωτερικού κόσμου. Ένα επικίνδυνο ταξίδι  για ολίγους. Δεν είναι τυχαίο που το 1980 νεαρή ηθοποιός εγώ τότε , ενώ  ήδη εργαζόμουν στο θέατρο,  δηλώνω παραίτηση και αναχωρώ για το εργαστήρι του Γκροτόφσκυ στο Βρότσλαβ της  Πολωνίας, με σκοπό να βρω  τις ρίζες του θεάτρου, να βρω  τις δικές μου ρίζες.

Ο Ευριπίδης συναντά  τον Γκροτόφσκυ και ο Γκροτόφσκυ τον Ευριπίδη μέσα από τις Βάκχες. Το θέατρο ξεκαθαρίζει τους σκοπούς του στο έργο αυτό  και  ο Γκροτόφσκυ  ξεκαθαρίζει τους σκοπούς του,  με την πορεία του στο θέατρο και  επιβάλει μια προσέγγιση που αγγίζει κατά πολύ τις ρίζες του θεάτρου. Στο σημείο αυτό συναντά τον Ευριπίδη και τις Βάκχες.

Άπειρη ήμουν το 1980  αλλά  από  ένστικτο  κατάλαβα ότι την εποχή εκείνη ένας χώρος μόνο, θα με βοηθούσε στα σχέδια  μου, να βρω κάποιο δρόμο και να οδηγηθώ  στην αρχαία ελληνική  τραγωδία με έναν γνήσιο τρόπο και όχι με μουσειακή, μιμητική,  ή ακαδημαϊκή προσέγγιση. Το Θέατρο είναι  σώμα και με το σώμα μου θα ανακάλυπτα το θέατρο ξανά. Ο τρόπος  της εκπαίδευσης του ηθοποιού   στο  εργαστήρι του  Γκροτόφσκυ, δεν ήταν  διεκπεραιωτικός ή  συμπληρωματικός ή αισθητικός, αλλά ήταν το κυρίαρχο στοιχείο και το καθοριστικό.

Συνεχίζεται

©Μαρία Πανούτσου. Δοκίμιο, για την Μεταμόρφωση  στην Τέχνη και στην Ζωή.

(Το Δοκίμιο  παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Κλίβανος –περιοδικό επιθεώρησης γραμμάτων και τεχνών). 

Διαβάστε ὀλα κείμενα της Μαρίας Πανούτσου →