Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, ΟΓΑ


«Ε, αξιοποιήθηκαν κάποιες γνωριμίες»!…

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, θυμάμαι και το υπουργικό αυτοκίνητο παρκαρισμένο έξω απ’ το σπίτι μας και τον Σταύρο τον οδηγό, μ’ ένα τεράστιο πουπουλένιο καθαριστήρι, να το ξεσκονίζει και να το γυαλίζει για να ’ναι πάντα στην τρίχα, όταν θα μπει μέσα ο Υπουργός. Δεν θυμάμαι όμως ποτέ να μπαίνει κανείς άλλος ή να βγαίνει απ’ αυτό το αυτοκίνητο, εκτός απ’ τον θείο Κωνσταντίνο· και μάλιστα μόνο για να πάει στο Υπουργείο, πουθενά αλλού. Ακόμα και το καλοκαίρι που πηγαίναμε διακοπές, στο πατρικό· στο σπίτι του Υπουργού, με το τραίνο πηγαίναμε· δεν μας είχε πάει ποτέ ο Σταύρος. Θυμάμαι τον Σταύρο να μπαίνει ελεύθερα στο σπίτι, να κουβεντιάζει με τη θεία Κατρίνα, να τρώει καμιά φορά μαζί μας, εγώ όμως δεν είχα μπει ποτέ στο αυτοκίνητο να δω τον Σταύρο να οδηγάει. Δεν είχα πατήσει καν το πόδι μου μέσα στο υπουργικό. Ούτε γι’ αστείο. Ποτέ.

Όταν λίγο μετά, κάπως μεγάλωσα κι έμαθα να μιλάω, ήμουν πολύ περήφανος που άκουγα και μάθαινα κάποιες πολύ παράξενες λέξεις: …ΟΓΑ… Π τ η ν ο τ ρ ο φ ί α… Κ τ η ν ο τ ρ ο φ ί α… Βοωο…  Β ο ο ε ι δ ή…  ΟΓΑ… Ε γ γ ε ι ο β ε λ τ ι ω τ ι κ ά  έ ρ γ α…  Γ ε ω ρ γ ι κ ό ς  π λ η θ υ σ μ ό ς… Πάλι ΟΓΑ… Α ν α σ φ ά λ ι σ τ ο ι  α γ ρ ό τ α ι… Σ α κ χ α ρ ό τ ε υ τ λ α… Κ α π ν ε ρ γ ά τ α ι… Άντε πάλι ΟΓΑ… Α φ α λ ά τ ω σ ι ς· -αυτό δεν πρέπει να ήταν ελληνική λέξη- κι άλλα τέτοια παράξενα: Ε σ π ε ρ ι δ ο ε ι δ ή, Ψ υ χ α ν θ ή… που εμένα πολύ μ’ άρεσε να τα λέω, όσο γίνεται καλύτερα κάθε φορά -Ο ι ν ο π α ρ α γ ω γ ο ί… Ε λ α ι ο τ ρ ι β ε ί ο ν…- και να μαθαίνω και τι σημαίνει καθένα απ’ αυτά· Ε κ κ ο κ ι σ τ ή ρ ι α   β ά ά μ μ β α κ ο ς… Σ η ρ ο τ ρ ο φ ί α… Σ π ο γ γ α λ ι ε ί α… Ι χ θ υ ά λ ε υ ρ ο ν…  (Και το αφαλάτωσις φαίνεται πως ήταν ελληνική λέξη τελικά· μάλλον εγώ το είχα πάρει στραβά). Κι όλο ΟΓΑ, συνέχεια ΟΓΑ, πάντα ΟΓΑ…

Αυτό το ΟΓΑ, δεν μπορούσα ακόμη να καταλάβω τι ακριβώς σήμαινε. Πρέπει πάντως να ήταν κάτι πολύ περίπλοκο και πολύ σοβαρό, αφού ο πατέρας και ο θείος όλο γι’ αυτό συζητούσαν· μέρες, βδομάδες, μήνες ολόκληρους. Και κλείνονταν στο γραφείο κι εργάζονταν συνεχώς, με τις ώρες, δυο τους. Κι εγώ τρύπωνα κάτω απ’ το μεγάλο τραπέζι με το τεράστιο στρογγυλό ποδάρι σαν πόδι ελέφαντα κι έβλεπα χωρίς να με βλέπουν ανάμεσα απ’ τα μακριά κρόσσια τού μεγάλου τραπεζομάντηλου που κρεμόταν γύρω-γύρω. Κι άκουγα που όλο μιλούσανε για ΟΓΑ, ΟΓΑ, ΟΓΑ… Για τον ΟΓΑ… Μάλιστα· ο ΟΓΑ. Ερχότανε καμιά φορά και ο κύριος Πολύβιος, που ήταν Υπουργός κι αυτός, και ήξερε όλους τους νόμους. Και ο κύριος Ξενοφών που ήταν οικονομολόγος: Για τον στήσουνε λέει στα πόδια του σωστά, τον ΟΓΑ και να μπορεί να περπατήσει όσο γίνεται καλύτερα.

Κι όταν έφευγαν όλοι, έμενε ο πατέρας μόνος και δούλευε συνέχεια, ώσπου βαριόμουν πια, κρυμμένος πίσω απ’ τα μακριά κρόσσια τού τραπεζομάντηλου, να τον βλέπω να δουλεύει ασταμάτητα, κι έφευγα κι εγώ. Κι αύριο πάλι τα ίδια, και ξανά τα ίδια. Κάθε μέρα τα ίδια· αμάν πια αυτός ο ΟΓΑ!

Και κάποια μέρα σήμανε γιορτή στο σπίτι κι ο πατέρας ήτανε πολύ χαρούμενος:  Έγινε λέει ο ΟΓΑ· πάει τέλειωσε, ψηφίστηκε. Μαζί με τον θείο και τον κύριο Πολύβιο, είχαν έρθει ο κύριος Κωστάκης και ο κύριος Παναγιώτης, που ήσαν κι αυτοί υπουργοί. Και κάθε τόσο παίρνανε τηλέφωνο και λέγανε· ‘Ναι κύριε Πρόεδρε, μάλιστα κύριε Πρόεδρε, όλα εντάξει κύριε Πρόεδρε!’ Και μπήκε μετά στο γραφείο και η μητέρα με έναν δίσκο και τους κέρασε ένα ποτήρι κρασί· ίσα-ίσα για να ευχηθούν. Πήρε τότε ένα ποτήρι ο κύριος Παναγιώτης -πήραν και οι άλλοι- και σηκώνοντάς το στράφηκε στον θείο: ‘Κωνσταντίνε εύγε! Η σημερινή μέρα είναι ιστορική: Με την άγρυπνη προσπάθειά σου και με τη διαρκή βοήθεια τού αδελφού σου τού Σπύρου ολοκληρώθηκε ένα πολύ σημαντικό νομοθέτημα, που παίρνει το δρόμο του για το καλό της πατρίδας. Να μας ζήσει!’ ‘Ζήτω ο ΟΓΑ!’ φώναξαν όλοι. Ο κύριος Παναγιώτης συνέχισε: ‘Και πρώτος Διοικητής τού ΟΓΑ· ως ο πλέον αρμόδιος και ο άνθρωπος που γνωρίζει εις βάθος όλα τα θέματα, και όλα τα τυχόν προβλήματα, θα είναι ο Σπύρος.’ ‘Ναι ναι, βεβαίως· ασφαλώς ο Σπύρος, προφανώς, εξυπακούεται· ποιος άλλος;’ Λέγανε όλοι, πίνοντας το κρασί τους, ευχόμενοι τώρα και στον πατέρα.

Και τότε ο θείος, κατακόκκινος απ’ το θυμό, έβγαλε μια τρομερή φωνή, που έτριξαν όλα τα τζάμια και κουνήθηκαν τα κρόσσια μπρος μου:

-Μα είσαστε με τα καλά σας; Τι μού λέτε τώρα; Ποιανού ιδέα ήταν αυτή και τη λέτε τώρα όλοι μαζί; Να διορίσω τον αδελφό μου!.. Με βάζετε να διορίσω εγώ ο ίδιος τον αδελφό μου; Είστε καλά; Αυτό είναι σκάνδαλο! Σας παρακαλώ· δεν γίνονται αυτά τα πράγματα: Θα βρούμε άλλον για Διοικητή. Ζήτω ο ΟΓΑ!

*

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Αθήνα, 12 Ιουνίου, 2019.
alexadam48@hotmail.com

φωτο: Στράτος Φουντούλης