Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Elephant


[…Αργά την νύχτα
άμα πιστέψαμε πως τούτο το
πανηγύρι τέλειωσε και πάει
φάνηκαν τα όργανα
μέσα από τις ρεματιές,
φορούσαν ρίγανη και ανεμώνες,
φαίος ήταν ο κόσμος τους
στροφή των τραγουδιών…]

Το πιο σπάνιο είδος θηλαστικού απαντάται στην ποίηση

Ποιος είπε το δάκρυ θαλασσί. Ποιος είδε αντρειωμένους να στήνουν τον χορό μες στην πολλή νύχτα. Ποιος είπε ο φονιάς, ποιος είδε το μαύρο σου καράβι, ποιος χάθηκε στα σταυροδρόμια για πάντα εκτρέφοντας μικρές, λαμπρές αθανασίες με σώματα των κοριτσιών, θελκτικά, ποιος.

Μα ο ποιητής, ακούστηκε μια φωνή απ΄το βάθος του αμφιθέατρου. Επρόκειτο για κάποιον άγνωστο, για κάποιον επισκέπτη, από αυτούς που ταξιδεύουν στο Ντένβερ, που το εγκαταλείπουν, που πεθαίνουν στο Ντένβερ απαλά σαν φύλλα. Την φωνή του την είχαμε ξανακούσει, την όψη του δεν θα λησμονούσαμε ποτέ, τέτοια που είναι, πλάσματος προκατακλυσμιαίου.

Ο ποιητής που μπορεί και στηρίζει σε συμπαγείς στύλους το γράμμα και τον νόμο της ψυχής. Κύριε, μόνον ένας ποιητής εξοικειωμένος με τα μυστικά περιβόλια και τις φωνές των πραγμάτων θα μπορούσε, κύριε, να ανασύρει από την λήθη ένα άλλο μέγεθος. Διότι κύριε, ένας ποιητής ή ένας τρελός αλήτης μπορεί να αναγνωρίσει τις αγαπημένες προμετωπίδες, Μπορεί και πρέπει να γνωρίζει την ιστορία ενός σύννεφου από την ώρα της γέννησής του. Μπορεί και πρέπει να νιώθει την ηλικία του νερού, τον έρωτα της ξανθιάς και γυμνής έφηβης που αναριχάται απόψε στο σαλόνι του. Μπορεί και πρέπει, κύριε ο ποιητής να περιφρονήσει ετούτη την ζωή που γίνηκε τόσο μοντέρνα. Που έφερε κοντά της τ΄άστρα μονάχα για να εγκαταλείψει τα παιδιά της σαν άλλοτε στους Κρόνους. Κύριε, μόνον ο ποιητής θα μπορούσε να σταθεί ως απάντηση στην ανάγκη, στο πηχτό κενό με τους ηλεκτρισμούς.

Αυτά είπε με τρόπο αποφασιστικό. Και έπειτα φτωχύναμε απ΄την αρχή και όλα μαράθηκαν. Είπαμε ήταν Χριστός και ήταν άνοιξη και κλάψαμε πικρά. Τι στεφάνια και τι άγια της ψυχής δεν ακούμπησαν στα πόδια του, δεν σάλεψε, δεν σάλεψε. Τι λόγια σκύψανε και του μιλήσανε, τι έρωτες περιπλανώμενοι ορκιστήκανε αιώνια πίστη, αυτός δεν σάλεψε, δεν σάλεψε. Κράτησε τα χείλη του στο σχήμα της τελευταίας λέξης. Πήγε κοντύτερα στον Θεό έλεγαν  και έμενε ολοζώντανος ο ψίθυρος της τρυφερής του πάλης..

Έκτοτε λησμονήσαμε τα ερωτήματα, συνεχίσαμε τις ζωές μας σαν τίποτε να μην συμβαίνει, σαν κανένας έρωτας, καμιά απώλεια, καμιά μελωδία να μην μας σημάδεψε.Μα είπαμε ψέμματα, ψέμματα, ψέμματα. Κάθε νύχτα μυρίζαμε τις αναθυμιάσεις  καλά βαλμένοι μες στους αγωγούς, κάθε νύχτα αλλάζαμε την φορά των νερών, μια ξαφνική φωνή μας πλήγωνε, τα συγκινητικά φώτα και  μια αρχαία αμμουδιά υπόλευκου χρώματος ήσαν όλο μας το βίος. Είπαμε ψέμματα, ψέμματα, ψέμματα. Κάθε νύχτα πλάι στις δωρικές δροσιές μοιραζόμασταν ανάμεσα σε πειρασμούς και προσευχές. Κάθε νύχτα η όψη σου, μια Άννα Δαλασσηνή, κορίτσι των ποιημάτων πριν χίλια χρόνια, πριν πούνε την άνοιξη με τ΄όνομά σου,Άννα της δεξαμενής και των απατηλών ονείρων. Σήμα μου μοναδικό, Κεραμεικέ μου.

Και ήταν την τρίτη νύχτα, όταν πια οι Ινδίες που ονειρευτήκαμε στάθηκαν μια άτυχη στιγμή, ήταν την τρίτη κιόλας νύχτα που δίχως να ξέρουμε το φοβερό μυστικό του χρόνου, φτιάξαμε τραγούδια απ΄το τίποτε και από το χώμα το δικό μας.Όλα γκρεμίστηκαν και τα χρόνια αφήνιασαν, να δείτε πώς ξοδεύονταν, ανάμεσα σε παιάνες και στίχους συνταιριασμένους από τον καιρό της κλεφτουριάς, σαμοβάρια και τίμιους σταυρούς. Να δείτε πώς γινήκανε τα σαββατόβραδα το καλύτερο υλικό των ποιημάτων, της ύστατης βολής μας το πεδίο. Μόνον ο ποιητής απέμεινε σκαρφαλωμένος στα πατάρια με μια σκληρή μυρωδιά καφέ στα δάχτυλά του και την αύρα του μικρού, του μέγα κόσμου

Τις καρδιές μας που ΄χαν πεθάνει, τους κεραυνούς τούς ξύπνησαν χρόνια μετά τρεις μάγοι, τρεις πληγωμένοι μια βραδιά στην αγορά και η βάσανος πήρε τέλος. Είχαν ριζώσει και έπιναν, καλώντας σε προσκλητήρια. Όλοι υπήρξαν εκεί για μια στιγμή. Και οι Κομνηνοί, και η Άννα και οι Παλαιολόγοι και η Ελένη Γκατζογιάννη και ένα σωρό άλλοι με πορτραίτα λακωνικά που υπέκυπταν στους κανόνες της αλεξανδρινής προσωπογραφίας.

Μα εκείνο το τραγούδι που περνούσε μέσα από τις στοές και τα ψηλά τα περιστύλια ήταν γέννημα μιας ανείπωτης συγκυρίας, αποκύημα των στίχων που ζούσαν για πάντα εντός μας και απόψε θα φωτίζονταν σαν της ζωής μας το επιστέγασμα.Έτσι είπαν, οι τρεις  ρυθμοί και από τα βλέμματά τους ερχόταν η αρχαία γενεαλογία.

Φαντάσου, εμείς τότε, ωραίοι νεαροί θεοί του καλαμποκιού που όλο  γερνούμε πλάι σε χρωμολιθογραφίες του Νικηταρά, του Διγενή, του γιου της Άννας της Κομνηνής τίποτε να μην λέμε, μεσίτες του αοράτου και ερτζιανά που δεν φτάνουν πουθενά. Φαντάσου, εκείνο τ΄ανάμεσο στο φιλί και μετά το φιλί.Φαντάσου, τον ποιητή, που βάλλει απ΄τους αντίποδες της ζωής.

*

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: λιθογραφία αρχές 20ου αι.
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→