Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Η Αλχανία

Η Αλχανία ήταν ένα επίνειο χτισμένο στα βορειοδυτικά ενός νησιού που μια ζωή επαιρόταν για τα κατορθώματα των προγόνων του και για το περιλάλητο παρελθόν του. Κι όπως συμβαίνει με τόπους που έχουν μεγάλο παρελθόν αλλά μοιραία μικρό παρόν κι ακόμα μικρότερο ή κι ανύπαρκτο μέλλον, έτσι κι η Αλχανία ήταν καταδικασμένη να χαθεί μέσα σ’ ένα τέτοιο ανύπαρκτο μέλλον λόγω του βαθύ ύπνου στον οποίο είχαν βυθιστεί εδώ κι αιώνες οι κάτοικοι της (ένας ύπνος για τον οποίο ευθυνόταν η ευλαβική προσήλωση στα προαιώνια χριστιανικοτούρτουρα που είχαν διαπεράσει και διαποτίσει ακόμα και την πιο συμπαγή συνείδηση) και λόγω της νοσηρής προσκολλήσεως τους σ’ εκείνο το ένδοξο παρελθόν τους το οποίο δεν θα μπορούσαν να επαναλάβουν ποτέ, ελλείψει πραγματικού ενδιαφέροντος και πνεύματος φιλοπονίας. Κι ενώ είχαν ταλέντα κι ιδιαίτερες κλίσεις, τις χαραμίζανε σ’ ένα σωρό κενόσπουδες ενασχολήσεις και στην διατήρηση των χειρότερων στοιχείων του εαυτού τους.

Έν’ απ’ αυτά, που όμοιο του σε ένταση και συχνότητα δεν θα βρούμε πουθενά, ήταν η μόνιμη και σταθερή συνήθειά τους να θεωρούν τον εαυτό τους κέντρο της γής κι όλοι μαζί το επίνειο ομφαλό του κόσμου. Αποτέλεσμα αυτής της νοοτροπίας ήταν η έπαρση κι η επιδειξιομανία που ενισχυόταν τα μάλα από μια φαντασιοπληξία άνευ προηγουμένου. Ο κάτοικος της Αλχανίας γεννιόταν και πέθαινε μέσα σ’ ένα απέραντο όνειρο που του επέτασσε να φουσκώνει για χίλια δύο πράγματα, όπως την καταγωγή του, τις ικανότητές του, τα «κατορθώματά» του και την «λάμψη» κι «ακτινοβολία» που τάχα εξέπεμπε η «σημαντική» του προσωπικότητα. Όμως, αν πλησίαζες έναν οποιοδήποτε από δαύτους και τον γνώριζες καλύτερα θα έφριττες για την κενότητα του προσώπου του και την ασημαντότητα της ύπαρξής του.

Θα τους χαρακτήριζε κανείς μ’ ευκολία και χωρίς τόνο υπερβολής κύμβαλα αλαλάζοντα· ιδιαίτερα τα θηλυκά που είναι κι απ’ τη φύση τους επιρρεπή στην επίδειξη, τον πλούτο και τα λούσα. Η κεντρομόλος δύναμη που έκανε τις γυναίκες του επίνειου να περιστρέφονται γύρ’ απ’ το εγώ τους, ταυτόχρονα τις υποχρέωνε ν’ απαξιούν οποιαδήποτε κουβέντα με κάθε άλλο κάτοικο καθώς θεωρούσαν ότι ήταν γαλαζοαίματες ή έστω από μεγάλη γενιά· στην πραγματικότητα, όμως, ήσαν ίσα κι όμοια μ’ όλους αυτούς που τολμούσαν να τις προσεγγίσουν για να αποσπάσουν κάποιο χαμόγελο ή μια γλυκιά κουβέντα. Πολύ εύκολα θα ξεχώριζες ανάμεσα σε μύριους όσους τη γυναίκα (αλλά και τον άντρα) της Αλχανίας γιατί κάθε μια επισκιαζόταν απ’ τη μυτάρα της που σχεδόν πάντα ακουμπούσε τα σύννεφα!

Περιττό να μιλήσουμε για την υποκρισία που χαρακτηρίζει έτσι κι αλλιώς τέτοιους ανθρώπινους τύπους και ταιριάζει θαυμάσια με το προαναφερόμενο ελάττωμα των κατοίκων της Αλχανίας. Θα τράβαγε επί μακρόν μια σχετική ανάλυση και περιγραφή της διβουλίας που δέσποζε στη συμπεριφορά τους. Ωστόσο, αξίζει ν’ αναφερθεί ότι στις γυναίκες της πολίχνης το δίπορτο έπαιρνε και μια χροιά ξετσιπωσιάς, γιατί όσο κυρίες και καθώς πρέπει εμφανίζονταν στην κοινωνία του επίνειου, άλλο τόσο επιρρεπής ήσαν στο κρυφό καβάλημα, μ’ όλους εκείνους που απεχθάνονταν, και σε καθετί αμαρτωλό που οι ίδιες αποκήρυτταν φλογερά και μετά βδελυγμίας στον δημόσιο βίο τους!

Τέλος, ας αναφέρω τα βασανιστήρια, στα οποία υπέβαλαν τα άκακα ζώα, και την πατροπαράδοτη συνήθειά τους να μασουλάνε νυχθημερόν μόνον κουφάρια ζώων, καθώς επίσης τον ρατσισμό τους απέναντι σε κάθε ξένο (εξαίρεση αποτελούσαν οι περιηγητές και ταξιδιώτες της εποχής γιατί απ’ αυτούς είχαν κυρίως οικονομικά οφέλη!) και τη βρώμα και δυσωδία του λιμανιού τους που, ενώ κάποτε ήταν το στολίδι του επίνειου, τώρα είχε καταντήσει ένα μεγάλος βοθρόλακκος.

Αυτή ήταν η Αλχανία· ένα παράκτιο χαλικουταριό γιομάτο κακομοιριές που κοίταζαν οι κάτοικοι να τις κουκουλώνουν με χίλιες δυο πονηριές και τερτίπια προκειμένου να το επισκέπτονται απ’ όλα τα μέρη του κόσμου άνθρωποι, ενήμεροι βέβαια για τη νοσηρότητα και την αθλιότητα τέτοιων κοινωνιών αλλά στην πραγματικότητα ενδιαφερόμενοι μόνον για τις φυσικές καλλονές τους.

Όσο για τις αναφορές που κάνανε συχνά πυκνά ορισμένοι στις λεγόμενες λαμπρές εξαιρέσεις της Αλχανίας, πρέπει να τους ενημερώσω ότι κανείς δεν τις υπολογίζει και πολύ μιας και τον γενικότερο τόνο και κλίμα το έδιναν όχι οι εξαιρέσεις αλλά η πλειοψηφία των κατοίκων, αποτελούμενη απ’ ανθρώπους μ’ εκλεκτή εμφάνιση και φυσικά αλλά με μια ψύχη ίδια βούρκο!

*

©Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης

φωτο: Στράτος Φουντούλης