Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Τα περί υ δ ρ ο δ υ ν α μ ι κ ή ς


Η ανασφάλεια ορισμένων ευθύνεται για την χαμηλή αυτοεκτίμησή τους ή το αντίστροφο; Όπως και νάχει τα αρνητικά αυτά αισθήματα γεννούν πάντα αντιδράσεις απ’ τον εαυτό που βασανίζεται με τούτα. Κι οι αντιδράσεις ποικίλουν απ’ άνθρωπο σε άνθρωπο. Ίσως η πιο διασκεδαστική αντίδραση, αυτή δηλαδή που προκαλεί στους υπόλοιπους θυμηδία και διάθεση για εμπαιγμό, είν’ αυτή της μεγαλομανίας και κατ’ επέκταση της τάσης για μεγαλόπιασμα. Οι κοινωνίες ήταν πάντα σκληρές κι επομένως σπάνια έδειχναν οίκτο σ’ αυτούς τους ανθρώπους· τους έβλεπαν ως μια ιδανική αφορμή για να κάνουν χάζι, να κοροϊδέψουν και έτσι να σκοτώσουν προσωρινά την αφόρητη πλήξη τους.

Στ’ αποχετευτικό σύστημα της Αλχανίας επικρατούσαν πρακτικές και συνήθειες πολλών χρόνων. Οι κάτοικοι λόγω της αδιαφορίας τους για ζητήματα καθαριότητας, βολευόντουσαν μ’ ένα πρόχειρο κι ανοιχτό δίκτυο αποχέτευσης που μοιραία δημιουργούσε λιμνάζοντα νερά κι αυτά με τη σειρά τους εστίες μόλυνσης. Κάποτε υποχρεώθηκαν, λοιπόν, να φτειάξουν ένα υπόγειο και πολύπλοκο σύστημα διοχέτευσης των ακαθαρσιών σε μεγάλους σηπτικούς βόθρους. Τότε ήταν που έπιασε δουλειά το συνεργείο τεχνικών υδροδυναμικής του γνωστού αρχιμάστορα Αγγέλα.

Ανάμεσα στους εργάτες τού συνεργείου υπήρχε κι ένας βοηθός, ο μοναδικός βοηθός του συνεργείου, που ο Αγγέλας τον είχε μόνον για τις μαρνεροδουλειές. Κι αυτό γιατί ο Αχιλλεύρος όχι μόνον δεν είχε κάποια εξειδικευμένη εκπαίδευση στα υδραυλικά αλλά δεν διέθετε και την ευστροφία, την πάντα απαιτούμενη για τις λεπτές, σχεδόν χειρουργικές και συνάμα δύσκολες εργασίες.

Ο Αχιλλεύρος γεννήθηκε πρόωρα μ’ έναν ψυχισμό εύθραυστο. Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν τούτο οφειλόταν σ’ αυτήν την πρωιμότητα ή στην μάνα του που, επειδή αντιλήφθηκε από νωρίς ότι ο γιός της ήταν αδύναμος σ’ όλη του την ψυχοσύνθεση και την κατασκευή, έσπευσε από νωρίς, και μέχρι την ενηλικίωση, να τον έχει μόνιμα υπό την υπερπροστασία της· κοινώς, ο Αχιλλεύρος μεγάλωσε κάτ’ απ’ τα φουστάνια της μάνας του. Όλη τούτη η ανατροφή συνετέλεσε στην καλλιέργεια  ανασφάλειας που τον συνόδευε για μια ζωή.

Αυτή η ανασφάλεια τον έκανε να επιθυμεί διακαώς μια μόνιμη επιστροφή στη μήτρα ως λύση σωτηρίας!

Όσο για την έλλειψη ευστροφίας που τον χαραχτήριζε, τούτη μάλλον οφειλόταν στον πρόωρο χαραχτήρα της γέννησης του που δεν επέτρεψε στον εγκέφαλό του ν’ αναπτυχθεί επαρκώς όσο βρισκόταν στην κοιλιά της μάνας του. Αυτή η απουσία δυνατού νου αποτυπωνόταν στ’ αποκαρωμένα μάτια του που θύμιζαν λίγο πολύ το βλαμμένο βλέμμα της, κατά τ’ άλλα, συμπαθέστατης αγελάδας.

Όπως, όμως, αναφέρθηκε στην αρχή, κάποιες φορές τα ανασφαλή άτομα αντιδρούν δημιουργώντας ισχυρές άμυνες απέναντι στην αρνητική ψυχολογία, που επιφέρει η ανασφάλεια ή η χαμηλή αυτοεκτίμηση, προκειμένου να νομίζουν ότι όχι μόνον δεν είναι ανασφαλή αλλά κι ότι είν’ ικανά για σπουδαία πράγματα.

Ο Αχιλλεύρος βρήκε διέξοδο μέσα στην ονειροπόληση που του επέτρεψε ν’ αποκτήσει σιγά-σιγά την ισχυρή πεποίθηση ότι είν’ έξυπνος, ικανότατος στη δουλειά και ίσως ο πιο περιζήτητος άντρας στις τάξεις των θηλυκών της Αλχανίας (σ’ αυτό το τελευταίο συντελούσε κι η μεγάλη περιουσία που διέθετε η οικογένεια του)! Κι όταν, ύστερα από πολύχρονες συσκέψεις με τον εαυτό του, τέτοιες πεποιθήσεις ρίζωσαν μέσα του για τα καλά, βεβαιώθηκε ότι έτσι έχουν τα πράγματα τελικώς κι ότι όφειλε στον εαυτό του να μην νιώθει κάτι λιγότερο απ’ ό,τι πρόσταζαν οι καινούργιες του πεποιθήσεις.

Η αιχμή του δόρατος για τον Αχιλλεύρο ήταν πλέον η «υψηλές» επιδόσεις που σημείωνε στη δουλειά. Νόμιζε ότι κάνοντας ένα σωρό ανούσια θελήματα για το συνεργείο του αρχιμάστορα Αγγέλα, αποκτά αυτόματα και μεγάλη αξία ως τεχνίτης. Μάλιστα, όταν τις σπάνιες εκείνες φορές του δίνανε την επιστασία, έπαιρνε ο κώλος του αέρα και σήκωνε μπαϊράκι.

Έτσι διατυμπάνιζε τα «σπουδαία» επιτεύγματά του μόνον στους εκτός δουλειάς γιατί  θεωρούσε ότι αφού όλοι αυτοί δεν γνώριζαν τα περί υδραυλικής ή υδροδυναμικής, εύκολα θα χάβανε τις φαντασιώσεις που τους σέρβιρε. Άμα όμως το μυαλό σου είναι οκνό, δύσκολα μπορείς να κοροϊδέψεις τους άλλους, έστω κι αν είν’ ακάτεχοι απ’ την επιστήμη της εκμετάλλευσης του ύδατος· το πιθανότερο είν’ οι άλλοι ν’ αρχίζουν να εμπαίζουν εσένα. Κι αυτό συνέβαινε στην περίπτωση του Αχιλλεύρου ο οποίος παρουσίαζε τον εαυτό του καλύτερο τεχνίτη ακόμα κι απ’ αυτούς της Εσπερίας που είχαν βάλει τα θεμέλια της υδραυλικής και κατασκεύαζαν όλα εκείνα τα υλικά, τα χρησιμοποιούμενα απ’ το συνεργείο του Αγγέλα. Τόσο ικανός ήταν που κάθε λίγο και λιγάκι ανέφερε ότι με μια απλή κλωτσιά ή γροθιά όλες οι χαλασμένες αντλίες παίρνανε μπρος!

Κι επειδή στον άντρα η επαγγελματική καταξίωση σημαίνει και κοινωνική καταξίωση και συνδέεται άμεσα με την καλή ψυχολογία του, ο Αχιλλεύρος, ελλείψει άλλων ενδιαφερόντων στη ζωή, περιόριζε τις κουβέντες του σε θέματα δουλειάς και μόνον μη παραλείποντας να μιλήσει φυσικά για τον «άξιο» εαυτό του. Ένιωθε τότε ότι μεγάλωνε μπροστά στους άλλους, γινόταν ένα γίγαντας της επιστήμης της υδραυλικής κι αντίστοιχα όλ’ οι άλλοι μίκραιναν απελπιστικά.

Ωστόσο, οι συνεχείς αναφορές στα επαγγελματικά του δημιούργησαν και τις αντίστοιχες εμμονές. Αλλά ο περίγυρος δεν είχε τον δικό του χαβά κι εύκολα τον βαριότανε. Στην πραγματικότητα κανείς δεν έδινε σημασία στις ονειροπολήσεις του και στις ψευτιές του κι απλώς έκανε ότι τον ακούει. Ο ίδιος όμως συνέχιζε να φουσκώνει νομίζοντας ότι έχει πλέον φανατικό κοινό που δίνει βαρύτητα στις ανοησίες του.

Το κοινό του, βέβαια, αποτελείτο μόνον από κάτι «φτασμένους» φιόγκους της Αλχανίας: Πρωτονοτάριους, ντοτόρους, γραμματικούς, μεγαλεμπόρους και γενικότερα όποιον θεωρούσε ο Αχιλλεύρος σπουδαίο και τρανό. Οποιαδήποτε άλλη συναναστροφή αποτελούσε χάσιμο χρόνο για τον ίδιο και δεν συνέφερε και κοινωνικά. Ο Αχιλλεύρος μέσα σ’ όλ’ αυτό του το βύθισμα στο προσφιλές όνειρό του φανταζόταν ότι ήταν το επίκεντρο της προσοχής κάθε φορά που σεργιάνιζε στο επίνειο. Ένιωθε ότι όλοι αυτόν κοίταζαν και σχολίαζαν (ένα χούι που τόχαν βέβαια κι άλλοι κάτοικοι του επίνειου)· επομένως όφειλε να προσέχει τις παρέες του. Μα πίσω απ’ αυτή την παραξενιά λειτουργούσε η τάση του να μεγαλοπιάνεται προκειμένου να κάνει εντύπωση και να κερδίζει έτσι τα εύσημα μιας άσημης κοινωνίας. Η μεγαλομανία του τροφοδοτείτο απ’ αυτό το μεγαλόπιασμα κι άρα ήταν επιβεβλημένο, όπως τόσ’ άλλα, απ’ τον ίδιο τον ανασφαλή εαυτό του.

Πρόσφορο έδαφος έβρισκε η μεγαλομανία του και στο ερωτικό πεδίο. Πρέπει να πούμε εκ των προτέρων ότι ο Αχιλλεύρος δεν γνώρισε ποτέ του το γυναικείο κορμί, δεν ένιωσε ποτέ του ελεύθερος και ευτυχισμένος στην ερωτική του ζωή, ίσως γιατί έτρεφε απέραντο σεβασμό απέναντι στη γυναίκα κι ως εκ τούτου γέμιζε με αναστολές όταν ερχόταν η ώρα να δράσει ερωτικά.
Όλα του τα ραντεβού, όσα τουλάχιστον κατάφερε να κάνει, έγιναν κατόπιν συνεννοήσεως από τρίτους. Η θεία του που ένιωθε οίκτο για την αγαμία του και τη δυσκολία του να προσεγγίζει τη γυναίκα, φρόντιζε τακτικά να τον φέρνει σ’ επαφή με τα λεγόμενα καλοαναθρεμμένα κορίτσια της Αλχανίας. Ωστόσο κάθε τέτοιο ραντεβού ήταν μια οικτρή αποτυχία γιατί ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν πετυχαινόταν ποτέ.

Το μοτίβο που ακολουθούσε σε κάθε ραντεβού ήταν πάντα το ίδιο και καμμιά προσπάθεια δεν έκανε για να ξεφύγει απ’ αυτό, να δείξει ευελιξία και πρωτοτυπία· λες κι εκτός μοτίβου όλος ο κόσμος θα αναποδογύριζε και θα τον πλάκωνε από κάτω: Η θεία του πριν από κάθε ραντεβού τον δασκάλευε ποια θα ήταν τα ζητήματα που θα έθιγε μπροστά στην κάθε υποψήφια ερωμένη· ορισμένα κομπλιμέντα για τον χαραχτήρα της και την εμφάνισή της, αναφορά στις χαρές της τεκνοποιίας και της οικογενειακής ζωής και τέλος ορισμένες διακριτικές ερωτήσεις για τα ενδιαφέροντα της· και προς Θεού, καμμία αναφορά στο προσφιλές και μόνιμο θέμα του: την υδροδυναμική!

Μέρες πριν τα ραντεβού ο Αχιλλεύρος σαν καλός μαθητής έκανε ένα σωρό πρόβες πότε μπροστά στον καθρέφτη, πότε στο κρεβάτι λίγο πριν κοιμηθεί ή αφού ξυπνήσει και πότε στο μπαλκόνι· ακόμα και στη δουλειά όπου οι υπόλοιποι τεχνίτες τον έβλεπαν και χασκογέλαγαν κρυφά. Η όλη προετοιμασία γινόταν μ’ ασυνήθιστο ζήλο κι επιμέλεια. Όταν όμως ερχόταν η ώρα να καθίσει αντίκρυ στο καπριτσιόζικο και ναζιάρικο βλέμμα της εκάστοτε υποψήφιας, ξεχνούσε τα πάντα μονομιάς και τον έπιανε ανατριχίλα γιατί αισθανόταν πως ήταν αδύνατο να πιάσει το νήμα των λογισμών του. Τότε ήταν που το θάρρος κατέρρεε, η λογική ατονούσε κι ο ίδιος έμενε στο έλεος του θεού ή στο έλεος της μεγαλομανίας του!

Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή σαν από μηχανής θεός ερχόταν αυτόματα στα χείλια του το μοναδικό θέμα που ήξερε ν’ αναπτύσσει άριστα και με ανεκδιήγητη άνεση· η υδροδυναμική και φυσικά τα επιτεύγματά του στους υπονόμους!

Μ’ εκείνα τα βαριά κι αργοκίνητα μάτια, μ’ εκείνο το βλαμμένο βλέμμα της, κατά τ’ άλλα, συμπαθέστατης αγελάδας ξάνοιγε το κορίτσι και με θέρμη εξηγούσε την πάσα λεπτομέρεια της δουλειάς του, μην παραλείποντας ν’ αναφερθεί στις έκτακτες ικανότητες του ως τεχνικός υδροδυναμικής. Εξυπακούεται ότι η συζήτηση ξέπεφτε αμέσως στα πιο χαμηλά επίπεδα κοινοτοπίας και βαρεμάρας. Φυσικά το παιχνίδι ήταν χαμένο γιατί για το κάθε κορίτσι που σε τέτοιες περιπτώσεις περιμένει τόνωση της φιλαρέσκειας της, όλ’ αυτά τα λόγια ήσαν ήχοι άνευ νοήματος κι ουσίας. Επομένως, δεν θα επιδίωκε εκ νέου ραντεβού εξαιτίας ακριβώς αυτής της βλακείας τού Αχιλλεύρου και της ανίας που της προξενούσε!

Ύστερ’ από κάθε τέτοιο αποτυχημένο ραντεβού επέστρεφε σπίτι με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του· γιατί οι υποψήφιες ερωμένες έχαναν το ενδιαφέρον μαζί του; γιατί δεν μπορούσε να έχει μια σύντροφο όπως όλος ο κόσμος; αφού ήταν λαλίστατος κι ευχάριστος στην κουβέντα γιατί τον απέφευγαν οι γυναίκες; Σε μια κοινωνία όπως αυτή της Αλχανίας όπου όλοι ψάχνουν θέματα για κουτσομπολιό προκειμένου να γεμίσουν το κενό τους, είχε διαδοθεί πλέον ότι ο Αχιλλεύρος ήταν ή ανίκανος ή τοιούτος. Κι αυτή ήταν η καταδίκη του, γιατί άμα σου βγει το όνομα, δύσκολα πείθεις για τ’ αντίθετο!

Ο Αχιλλεύρος, ο «μέγας» τεχνίτης, ο «άριστος» γνώστης των αποχετεύσεων και της υδροδυναμικής. Ένας άνθρωπος ανιαρός, κοινότατος κι ασήμαντος. Ένας άνδρας μεγαλομανής, χωρίς νάναι μεγάλος, χωρίς να παρουσιάζει το παραμικρό ενδιαφέρον, άχρωμος και γιαυτό ετοιμοθάνατος. Ένας απ’ τους μυριάδες εκείνους που απαρτίζουν τα κοπάδια ανοήτων τής κάθε κοινωνίας.

Πάνω στα τελειώματα τού νέου αποχετευτικού συστήματος, ο αρχιμάστορας Αγγέλας ζήτησε απ’ τους τεχνικούς του να κάνουν έναν τελευταίο έλεγχο στην αντοχή των καινούργιων υλικών.

Οι μισοί μπήκαν στους τεράστιους σωλήνες κι οι άλλοι μισοί παρέμειναν μέσα στον τελικό σηπτικό βόθρο. Το άνοιγμα της αποχέτευσης και το πέρασμα των λυμάτων γινόταν με το γύρισμα μιας τεράστιας στρόφιγγας. Ο Αγγέλας έβαλε τον Αχιλλεύρο ν’ ανοίξει την στρόφιγγα αργά και με σταθερή ταχύτητα μέχρι ενός συγκεκριμένου σημείου που ήταν σημειωμένο πάνω στην στρόφιγγα. Όμως, εκείνη τη μέρα ο Αχιλλεύρος ήρθε στην δουλειά με νου ανακατωμένο λόγω μιας ακόμα πρόσφατης ερωτικής απογοήτευσης κι αφηρημένος όπως ήταν άνοιξε τελείως την στρόφιγγα.

Λίγες λεπτά αργότερα όλο το συνεργείο μαζί κι ο Αχιλλεύρος βρέθηκαν, παρασυρμένοι απ’ τα σκατά, μέσα στον τελικό σηπτικό βόθρο, να πνίγονται απ’ τις αναθυμιάσεις.

*

©Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης

φωτο: Στράτος Φουντούλης