Αλέξανδρος Τσιλιγγίρης, τρία ποιήματα


α

Κανένα τραγούδι στης χαράς το χορό
Δίχως ευχές για τις πληγές των τσακισμένων
Οι άγιοι πρώτοι απ ΄ όλους ξοφλήσαν
Είναι αυτοί που μεθυσμένοι δέχθηκαν να πληρώσουν
Αυτοί που ξεχασμένοι τα φώτα της αίθουσας σβήσαν
Έχε τα πόδια γερά καρφωμένα
Κράτα κοντά το δικό σου μπουκάλι
Γεύσου μόνος τα σταφύλια που έλιωσαν και μέστωσαν για σένα
Κι αυτή τη στιγμή· την ώρα του θυμού· του γυμνού εαυτού
Μη σκέφτεσαι· γράψε
Λέξεις ακίδες ξυράφια αράδες σε χάρτινη πληγή
Κανείς δεν υπάρχει ν ΄ ακούσει
Θλιμμένα μπλούζ σου αυλάκωσαν τα χέρια
Ο έρωτας γρήγορα διάλεξε τον εύκολο δρόμο
Κι ο φίλος, ο αδερφός το κρασί που σας μέθυσε έχει από χρόνια προδώσει

β

Αφιέρωση

Αγιασμένο κορμί του Δεκέμβρη
τόπος παρθένος, γαλακτερός
Ανάμεσα στο κοράκι και τον γλάρο ακούγεται
η φωνή του ανθρώπου· ποτάμι ακίνητο
Ας είναι η ψυχή του φίλου να στέργει
σύντροφος στο κρύο και τη σιωπή
Τόση σκέψη που δεν έγινε λόγος
Μα έτσι κι αλλιώς αναπόφευκτο τέλος
Μια μελωδία δίχως λόγια
Οι λέξεις θνητές, μα η αλήθεια μέσα βαθιά
Η δική μου, η δική σου…

γ

Άρρωστο δέντρο του καλοκαιριού
υψώνει τα χέρια σε έκκληση βοήθειας
Διψασμένο στόμα του μεσημεριού
κανείς δε νοιάζεται για ένα σώμα που πεθαίνει
Μην πληγώνεται το δέντρο
μας είπε κάποτε μια αλλόκοτη γριά· αύριο θα κάνετε
το ίδιο στους ανθρώπους
Θαμώνες των μπαλκονιών· γειτονιά περασμένων καιρών
σκουριασμένα ποδήλατα σχισμένες μπάλες και φυσοκάλαμα
Σπλαχνική νοσταλγία γίνε παρηγοριά
Τώρα ξέρουμε πως δεν θα γίνουμε πάλι παιδιά
Ο χρόνος φεύγει μπροστά από ανήμπορα μάτια
βηματίζοντας, με ψυχρότητα μετρονόμου σε ρυθμό φθοράς

*
©Αλέξανδρος Τσιλιγγίρης

φωτο: Στράτος Φουντούλης