Ασημίνα Λαμπράκου, Ο Βοϊδομάτης

«Αγάπη  μου! Τον βάτραχο θα τον βάλουμε στο ψυγείο.»

Κάθε πρώτο βράδυ της διαμονής μας σε ξένο τόπο, τακτοποιούμε τους άγνωστούς μας θορύβους εκτείνοντας τους στην πηγή που τους παράγει. Ένας τρόπος να μη φοβόμαστε.

Εκείνο όμως το βράδυ, στο δωμάτιο, ένας θόρυβος, σαν κρώξιμο βατράχου σε δυο  νότες, κρα – κράι ή κρα – κράου, επαναλαμβανόταν κόβοντας την ησυχία σε κανονικά δίωρα και μας τρόμαζε. Ο μόνος που δεν είχαμε τοποθετήσει.

«Αγάπη  μου! Τον βάτραχο θα τον βάλουμε στο ψυγείο.», είπα. Τότε, εκείνη άρχισε να γελάει. Γελούσε με ό,τι είχε. Πάντα γελούσε με ό,τι είχε· ακόμη και τα δόντια της. Και το γέλιο της, έτσι χαρισμένο, με σήκωνε, εμένα τον άντρα της, στους ουρανούς.

Τον άντρα της, εμένα, που, επειδή φοβόμουν, ανέπτυξα τη λογική και τη δεξιότητα να την κάνω να γελάει με ό,τι φοβόταν. Στην πραγματικότητα, εκείνη ήταν που έκανε και τους δυο μας να μη φοβόμαστε· δεν το ήξερε.

Το γέλιο που πότιζε τη λογική μου, χάθηκε όταν η γυναίκα έγινε πέτσα μου, μέσα κι έξω. Τότε μάλλον θα ήταν που, αυτή, η γυναίκα μου, η δική μου γυναίκα, τράπηκε σε αντικείμενο. Το δικό μου αντικείμενο. Ένα κάτι. Ένα διάφορο κάτι ανάμεσα σε τόσα άλλα δικά μου. Έπειτα, προχώρησα.

«Τι λες; Θα βρέξει απόψε;», ρωτάω.

Η ρόμπα που φοράει, κρύβει τις γάμπες της. Ξέρει πως ρίχνω πάνω τους τα μάτια μου κάθε στιγμή. Εκείνη μάλλον δεν συμμερίζεται την ανάγκη μου να τις βλέπω. Με τιμωρεί. Τώρα, με γυρισμένη την πλάτη και το δεξί πόδι ανασηκωμένο σαν βήμα πελαργού, το πέλμα ξεκουράζεται αγγίζοντας το άλλο πάνω από τον αστράγαλο, πλένει τα πιάτα. Θα κάνει περίπου δέκα δευτερόλεπτα να απαντήσει χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από την ασχολία της. Ύστερα, θα στραφεί προς εμένα δείχνοντας, για πολλοστή φορά, εμπιστοσύνη πως την ακούω. Θα αρχίσει να σας μιλάει.

Ένα, …, πέντε, …, επτά, …

«Ό,τι κι αν λένε, όχι! Τα κόκκαλά μου είναι μια χαρά στη θέση τους. Δεν…».

Τι στο διάολο; Πάλι «χάθηκε».

Καθισμένος στην άκρη της ξεφτισμένης από τη χρήση πολυθρόνας, σκάλιζε με υπερβολική προσήλωση το ξύλο με τον σουγιά από τον παππού του. Ο σκύλος ρουθούνιζε ξεχασμένος κάτω από το τραπέζι. Η λάμπα δίπλα του, φέγγιζε ό,τι ήταν αναγκαίο ορίζοντας έναν κόσμο γι’ αυτόν. Εκείνος, έξω απ’ αυτό, στεκόταν σαν μικρός θεός των πραγμάτων του.
Όπως τον έβλεπα από την κουζίνα που έκανα τη δουλειά μου, αν υπήρχε περίπτωση να φορέσει κασκέτο, θα έφερνε του Μπάροουζ, σκέφτηκα. Αν κι η κορμοστασιά ενός Αμερικάνου μεσήλικα σε τίποτε δεν φέρνει σ’ εκείνη ενός Έλληνα και μάλιστα της καταγωγής του.

Θυμάμαι, την πρώτη φορά που τον συνάντησα, «σαν τον Μέγ’ Αλέξανδρο είσαι», του είπα χωρίς να φοβάμαι που σκότωνα την κλήση της μύτης και του επιθέτου στην πρόταση.

Μια μέρα άλλη τον είχα ρωτήσει: «αν ήσουν ποταμός, ποιος θα ήσουν;»

«Ο Βοϊδομάτης. Πιο αργός απ’ τη καθυστέρηση, πιο ήρεμος απ’ το Βούδα, πιο  στ’ αγχίδια μου αν βιάζεστε, έτσι κι αλλιώς νερό είστε και στο νερό θα χωνευτείτε!», απάντησε
Βασανιζόταν. Πολύ βασανιζόταν.

Οι άντρες του σογιού του γένναγαν άντρες. Σπάνια, πολύ σπάνια κορίτσια.

Γυναίκες, εξόν της μάννας και τις θείες του, συναντούσε στο εμπορικό του πατέρα του κάθε που κατέβαινε να βοηθήσει.

Έρχονταν να αγοράσουν τρέσες για τις κουρτίνες και τις μπλούζες. Δίμιτο. Φόδρα. Λινό για τις πετσέτες στα προικιά των κοριτσιών τους. Κλωστές και νήμα για πλέξιμο. Λάστιχο για τα εσώρουχα. Κόπιτσες για τις ζαρτιέρες τους.

Κι ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση με τις κινήσεις τους εξασφάλιζαν το ενδιαφέρον του πατέρα του κι αυτός, όπως υπήρχε στις μνήμες του, βιαζόταν να το δώσει.., όταν πρόβαραν το λάστιχο και τις κόπιτσες, γύρναγαν από συστολή την πλάτη τους σε ’κείνον και στρέφονταν άφοβα προς τη μεριά του. Παιδί βλέπεις και δεν είχαν λόγο να κρύβονται.

Τις παρατηρούσε κι αυτός καθώς σήκωναν τα φουστάνια, να δείχνουν αθώα τις γάμπες και τα μπούτια τους ίσα με πάνω. Να τα ανοίγουν για να προβάρουν το λάστιχο και τις κόπιτσες. Να στριφογυρνούν ακροπατώντας τα λευκά τους πόδια σε κοντοτάκουνα πασούμια. Να χασκογελούν αγγίζοντας η μια την άλλη. Να λένε λόγια ακατανόητα για τα μικρά του αφτιά.

Κάποιες φορές, στο μαγαζί μπαίνανε γύφτισσες με τα παιδιά τους. Διακονεύανε. Αν ήταν πελάτισσες μπροστά, ο πατέρας του έδινε κάτι. «Φτωχοδιάβολοι,» έλεγε απευθυνόμενος στις πελάτισσες, μοστράροντας με ύφος την φιλευσπλαχνία του ανάμεσα στις τρέσες. Αν όχι, τις έσπρωχνε έξω.

«Η λέξη φτωχοδιάβολος που λες πατέρα, δεν περιγράφει τους γύφτους παρά εσένα. Κι όχι ακριβώς εσένα, αλλά τον τρόπο που τους βλέπεις μέσα από τις δικές σου κοινωνικές κι επομένως πνευματικές καταβολές. Ο όρος κρύβει ταξική συγκατάβαση. Μια ψεύτικη φιλευσπλαχνία. Ελεημοσύνη. Το χέρι που απλώνει ο ισχυρός προς τον αδύναμο χωρίς να τον θέλει κοντά του.», αντιμίλησε κάποτε στον πατέρα του κι ήταν αφορμή μεγάλου θυμού. Θάταν δε θάταν κοντά να τελειώσει το σχολείο.

Δεν ξέρω αν ήταν η αρχή, πάντως διακρινόταν πάντα στο να σκοτώνει την εικόνα που είχαμε ο καθένας για τον εαυτό του.

Έπειτα…
«Κάθισε δίπλα μου. Μια αναπνοή τα πόδια μας. Όπως κουνούσα τα δικά  μου, ένοιωθα τον αέρα ανάμεσα μας να χαϊδεύει τα δικά της. Καθόσουν  απέναντι. Έσκυψα αριστερά να ευχηθώ κι άφησα το πόδι μου βαρύ…»

Γύρισα, τον κοίταξα. Σκυμμένος, σκάλιζε με μανία το ξύλο. Όλο και πιο βαθειά, όλο και πιο… Στις γυναίκες πρόσεχε τα πόδια. Κι απ’ τα πόδια, τις γάμπες. Τις δικές μου τις έκρυβα.

«Έσυρα τη  μύτη του παπουτσιού μου κάθετα στη γάμπα της,» συνέχισε.  «Έπειτα το κατέβασα. Ήσουν απασχολημένη να μιλάς με τη Νίνα. Δεν έβλεπες.»

«Θα βρέξει,» είπα παραμερίζοντας τις κουρτίνες. «Δεν θα προλάβουν οι κερασιές να δέσουν καρπό.»

«Ήσουν απασχολημένη να μιλάς με την Νίνα. Δεν έβλεπες,» επανέλαβε. «Δεν έβλεπες. Ήσουν απορροφημένη στην κουβέντα σου.»

Το κορίτσι που είχε απλώσει τα παιχνίδια του στην πίσω αυλή, κάτω από το βρυσάκι, ανέβηκε από το τζάμι της κουζίνας. Πέρασε τα πόδια του στην μέση μου. Με κοίταξε στα μάτια με δύναμη.

Γιατί να βλέπω; Γιατί να ακούω; Για ποιο λόγο να ξέρω; Απ’ όλες, η πιο γενναία, η Μήδεια. Εκείνη η Αντιγόνη, άλλο δεν έκανε από το να εναντιωθεί στη μια εξουσία για να παραδοθεί στην άλλη. Σάμπως έτσι δεν γίνεται ακόμη; Η θρησκεία. Οι θεοί. Βωμός εστιών: η ελευθερία μας. Αξιοσύνη: το γένος. Ενώ η άλλη, η Μήδεια. Τι κόπος, αυταπάρνηση και πόνος όλο αυτό για να δώσει τέλος στη συνέχεια, το γένος. «Όχι η Μήδεια. Ο Ευριπίδης. Εκείνος ήταν ο γενναίος· που έβαλε την γυναίκα να αντιστρατεύεται τον άντρα και το γένος του.», θα μου έλεγε αν του το κουβέντιαζα. Γι’ αυτό δεν ήθελα να τον κουβεντιάζω. Και τι με νοιάζει; Σημασία έχει το σύμβολο, όχι ποιος το έφτιαξε. Η πλέον τραγική, εκείνη. Τι φτουράει η Αντιγόνη μπροστά της;

«Ήσουν απορροφημένη στη κουβέντα σου. Δεν έβλεπες,» συνέχισε το δικό του.

«Ήσουν απορροφημένη στη κουβέντα σου. Δεν έβλεπες.», κόλλησε η σκέψη του.

Το παιδί στην αγκαλιά μου, χτύπησε το κεφάλι του στο στήθος μου. Βόγκηξε.

«Έπειτα φύγαμε,» είπε και γύρισε να με κοιτάξει.

Κοίταξε τα πόδια μου. Τις παντόφλες. Πόσο καιρό τις είχα; Τρόμαξα. Το κοριτσάκι που είχε περασμένα τα πόδια της στη μέση μου, γλύκανε. Άρχισε να μου χαϊδεύει τα μάγουλα και να τα γλείφει σα σκύλος που γύρευε να παρηγορηθεί . Άρχισα να μιλάω.

«Έπρεπε να είσαι από μια μεριά να τον ακούσεις πως μίλαγε στις άγνωστες του κυρίες εκείνος στη τράπεζα.», είπα.

«Εκείνη η γυναίκα. Φορούσε πάντα γόβες.»

«Έπειτα, στο κομμωτήριο. Άφησε εμβρόντητο τον κομμωτή όταν…», προσπάθησα να συνεχίσω.

«Μια μέρα, μείναμε για ώρα μόνοι μας. Θέλω να κάνουμε έρωτα, μου είπε και κόλλησε σχεδόν επάνω μου. Φοβήθηκα. Φοβήθηκα και την απέφυγα. Δεν είμαι συνηθισμένος στα απότομα.

Θέλω να έχω σχέδιο και το πάνω χέρι.», συνέχιζε σκυμμένος πάνω από το τραπέζι.

Το κορίτσι στην ποδιά μου, σκλήρυνε. Έχωσε τα νύχια στον λαιμό μου. Την άκουσα να πονάει.

«Είχα εραστή.», προσπάθησα.

«Όπως την ημέρα στις σκάλες του Μετρό. Στεκόταν εμπρός μου ακουμπισμένη στην κουπαστή με τη μια γάμπα λυγισμένη …»

«Είχα εραστή. Κάθε που έδενε καράβι στο λιμάνι, ερχόταν από την πόλη να ελέγξει το εμπόρευμα.»

«Θα βρέξει.»

«Συναντιόμασταν σε ένα φτηνό ξενοδοχείο. Δεν θυμάμαι τον ίδιο. Δεν θυμάμαι το δωμάτιο…»

«Βρέχει…»
«Μόνο τα χέρια του…»

«ΒΡΕΧΕΙ,» δυνάμωσε τη φωνή του, σχεδόν ούρλιαξε.
«…να χαϊδεύουν τα μαλλιά και την πλάτη μου…»

Γύρισα και τον κοίταξα
Το γλυπτό του είχε πέσει κάτω
Ο σκύλος τέντωνε το κεφάλι του να το μυρίσει
Ο σουγιάς ανοικτός στο τραπεζάκι εμπρός του
Η λάμπα δίπλα του, όριζε τον κόσμο
Εκείνος…
Εκείνος..! Πως τον έλεγαν; Πόσα χρόνια έχω να τον φωνάξω με το όνομά του κι εκείνος με το δικό μου;
Εκείνος γερμένος προς το παράθυρο σα να ψάχνει κάτι που δεν φαινόταν
Πλησίασα να τον σκεπάσω με την κουβέρτα

«Βρέχει»

«Δεν θα προλάβουν οι κερασιές να δέσουν καρπό.», συμπληρώνω.

«Αγάπη μου…», ποτέ άλλοτε δεν με είχε πει έτσι, «…κλείσε τα  παράθυρα  και μη ξεχάσεις να σκεπάσεις τα παιδιά.»

Δεν είχαμε παιδιά…

Έχει περάσει ώρα. Σίγουρα σταμάτησε πια να σας μιλάει. Πλησίασε να με σκεπάσει. Σήκωσε το γλυπτό μου από κάτω. Το γλυπτό μου… αυτό, σίγουρα δεν σας το είπε! Ποτέ δεν το λέει. Για να μη με μειώσει. Σκαλίζω κάτι που δεν έχω καταφέρει να έχει παρά τη μορφή ξύλινων ινών, κάθετα στην επιφάνεια του τραπεζιού. Σαν το μυϊκό σύστημα ποδιού φοράδας.
Θα σας είπε για τον εραστή της, τα δικά μου, τον πατέρα. Τα παιδιά.

Ασφαλώς και θυμάμαι! Δεν κάναμε παιδιά. Δεν κάναμε παιδιά επειδή τα φοβόμουν. Κι ήταν ο μόνος φόβος στον οποίο δεν κατάφερα ποτέ να την κάνω να γελάσει.

Κάνω πως κοιμάμαι. Εκείνη θα καθίσει αποσβολωμένη, με χέρια ξέπλεκα μπροστά στο παράθυρο· όρθια. Κάτι θα κοιτάει που δεν ξέρω τι. Έξω, θα έχει αρχίσει μια ψιλή βροχούλα. Εγώ θα βάλω δυο ημερομηνίες για τέλος του κειμένου. Ίσως κάποτε να συμπληρώσω και μια τρίτη. Σαν ταξίδι στον τόπο του χρόνου.

Μια αόρατη γραμμή που θα ενώνει τους τόπους μέσα στο χρόνο για να επιστρέψω στο Βίλνιους και να συναντήσω, στο προαύλιο εκείνης της εκκλησίας, τη γυναίκα με το κομποσκοίνι, σκεπασμένη τα μαύρα.

«Τι κάνεις εσύ εδώ;», θα την ρωτήσω.

«Πρέπει να γυρίσεις πίσω. Να γυρίσεις πίσω να με γεννήσεις.»

(2012 – 2019)

σ.σ.:
ευχαριστώ τον φίλο που απάντησε τότε στο ερώτημα μου: αν ήσουν ποταμός, ποιος θα ήσουν;

*

©Ασημίνα Λαμπράκου

φωτο: kingpyrroshotel.gr