Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί -προδημοσίευση

Διορθωμένη-αναθεωρημένη έκδοση, εμπλουτισμένη με εκτενές κατατοπιστικό επίμετρο του συγγραφέα. Από τις Εκδόσεις Ποταμός

Το είδος της ειρωνείας

 

«ΤΩΡΑ εξηγούνται όλα!»

Ό,τι και να του αντέλεγα πια, δεν θα μ’ άκουγε καν. Βρήκε το ακράδαντο επιχείρημα αυτός, δυνάμωνε τη φωνή, ξεσπάθωνε.

«Και… η διαίσθηση και… η τηλεπάθεια και όλα!» ότι εξηγούνται. «Μία τυχαία, μία τυχαία!» τσίριζε. Ρίχνεται στο κορμί της, της βγάζει τις σαγιονάρες, εξετάζει λεπτομερώς τα ακροπόδια της,

«δεν μπορεί, θα υπάρχουν κι άλλες ανωμαλίες…»

«Όχι, να σου δείξω τα χαρτιά της». Κατευθύνομαι προς την πορτοκαλιά βαλίτσα, τη ρωτάω για τα έγγραφά της, «Πού είναι; Πού τα ’χωσες, λέγε μου!» Φωνάζω, απευθύνομαι στη λογική του.

«Αν είχες μηχάνημα ελέγχου εδώ, θα το έβλεπες: τον τελευταίο έλεγχο τον κάναμε μαζί. Την ίδια μέρα, στην ίδια κλινική. Μίλα του κι εσύ. Είναι ελεγμένη. Πίστεψέ με. Χρόνια ζούμε μαζί, αν ήτανε τυχαία, δεν θα το είχα καταλάβει; Απλώς έγινε ένα μικρό λάθος, ένα εντελώς ασήμαντο λαθάκι».

«Φοβάσαι για το νερό και δεν κοιτάς που ζεις δίπλα σε μια εστία μόλυνσης…»

Την ψάχνει στις μασχάλες, ύστερα στον σβέρκο. Να βρει τι στον σβέρκο της; Θα τρελαθώ. «Πού είναι το G.C.* σου, ηλίθια; Μίλα!» Τρέχω στη βαλίτσα, πετάω αριστερά-δεξιά κουρελάκια, κάθε λογής άχρηστο σουβενίρ, τίποτε, δεν το βρίσκω. «Το έχασε πάλι η ηλίθια -δεν το πιστεύω! Άντε πάλι να τρέχουμε στις κλινικές, ξανά-μανά καινούργιο G.C., να γλείφουμε τον έναν και τον άλλο μαλάκα, άσε την ταλαιπωρία, άσε τις προσβολές, άσε τα έξοδα!» Μου ’ρχόταν να σκάσω.

«Και ειδικά όταν δεν τους φαίνεται, ξέρεις τι φοβερές μεταλλάξεις υφίστανται τα κύτταρά τους; Τι επικίνδυνες αρρώστιες, τι ιούς…» τον χαβά του ο άλλος. Αλλά με τρόμαζε κιόλας. Έμοιαζε αποφασισμένος για το χειρότερο.

«Χρόνια ζούμε μαζί. Ούτε μια απλή ίωση δεν έπαθα!» Και δεν έλεγα ψέματα.

«Δεν είμαι τυχαία». Και το επανέλαβε, ήσυχα και μια μια τις συλλαβές. «Ένα μικρό λάθος, μία αβλεψία των γενετιστών μου». Του ρίχνει ένα γυναικείο υποτιμητικό βλέμμα. «Εσύ δηλαδή γιατί έχεις… κοντόχοντρα πόδια;» και φαινόταν, παρά το βλέμμα, σαν με καλοσυνάτη διακριτικότητα να είχε επιλέξει την πιο μικρή από τις ατέλειές του.

«Γιατί οι γονείς μου δεν ήταν ματαιόδοξοι!»

«Και η δικιά μου η προγιαγιά δεν είχε πια πολλά λεφτά· τα είχε ξοδέψει με τις φίλες της στον τζόγο».

Του άρεσε αυτή της η απάντηση. Δεν το έδειξε καθαρά, το ψυλλιάστηκα. Όχι γιατί την πίστεψε ή τον καθησύχαζε (αν ανησυχούσε πραγματικά για κάτι), αλλά γιατί ήταν απάντηση “τρελή”, περιείχε αυτό που ονόμαζε στο σάιτ του συχνά “το είδος της ειρωνείας” που του ήταν προσφιλές, κάτι που ομολογώ προσπάθησα, δεν το κατάλαβα ποτέ μου. Να το καταλάβω πλήρως εννοώ. Και επί του προκειμένου, δηλαδή, τι να καταλάβω; Το ξέραμε, η προγιαγιά της Πέργαμοντ ήτανε μεγάλος τζογαδόρος, και η παρέα της επίσης, όλες τους. Δεν ήτανε της φαντασίας της Πέργαμοντ, κάτι σαν χιούμορ, ας πούμε. Όταν την έχανες, την προγιαγιά της, έπρεπε να μάθεις σε ποιο λαγούμι γινόταν κοκορομαχία. Την πιάναμε να παίζει το μπαρμπούτι ακόμα και με ηλικιωμένους άρρωστους τυχαίους.

Τέλος πάντων, και πάλι η προγιαγιά της κάπως θα καθάριζε για πάρτη της. Φοβόμαστε το χειρότερο, μην τη σκοτώσει. Αυτός για λίγο μάς κοιτάζει βουβός, εκείνην πρώτα, και μετά εμένα. Ύστερα, αν και άφηνε την υπόνοια και μιας δεύτερης σκέψης του να επικρέμαται, υποχωρούσε. «Δεν θα τη σκοτώσω. Όχι, γιατί πείστηκα. Για το χατίρι σου», μου το χρέωνε. «Βέβαια, θα μεταφερθεί μέσα, ναι, στην καραντίνα. Διαχωρίζουμε τα σκεύη μας κ.λπ.».

Και ενώ και οι δυο προσπαθούσαμε να καταλάβουμε σε ποιο σημείο της μάχης ακριβώς βρισκόμαστε, εμείς κι απέναντί μας αυτός, εκείνος με μια γρήγορη κίνηση της φοράει το φίμωτρο. Είναι η στιγμή που το μη χείρον μοιάζει υποφερτό.

«Και φιμωμένη, βέβαια».

Τσουλάει το αμαξίδιο, δεν προλαβαίνω να δω τα μούτρα της Πέργαμοντ, κι ενώ περνάνε στην αποθήκη, κουνώντας την περούκα αστειεύεται, χοροπηδάει, (και πόσο λίγο τελικά ταιριάζουν τα αστειάκια και οι χαρούλες στους ηθικολόγους!), «Ιδού και η περούκα, η φενάκη, η απάτη». Γενικά γελάω εύκολα, όμως μαζί του ούτε να σκάσει τόσο δα το χειλάκι μου. Τέλος, συντονίζοντας χέρι ­ πόδι, δίνει στην περούκα μια κλοτσιά, την πετάει στη μέση της σπηλιάς.

Έμεινα μόνος, δίπλωνα και ξανάβαζα καθετί στη βαλίτσα. Εντάξει, εκείνη μπορεί να είχε τραύμα με το φίμωτρο, αλλά ετούτος εδώ δεν θα το συνδύαζε με κακής ποιότητας σεξ. Ησύχαζα. Σταδιακά βυθιζόμουν σε μια αναπόληση δίχως ειρμό. Μάζεψα και την περούκα, την έξαινα με τα δάχτυλα, τη φόρμαρα, σαν μαλλιά σε κεφαλάκι που αγαπώ πολύ. Είναι βιολογικό προϊόν η περούκα της. Κλώνος. Τρίχες δηλαδή, που, αν τις εξετάσει κάποιος, έχουν ακριβώς το ίδιο D.N.A. με τα υπόλοιπα κύτταρά της. Της την κάναμε δώρο, την περούκα, εγώ και δύο πελάτες της, πέρυσι, ένα διάστημα που δούλευε πουτάνα πάλι, την ημέρα των εξηκοστών γενεθλίων της. Τα παιδιά, ωραίοι και ανοιχτοχέρηδες σαραντάρηδες, με ζήταγαν κι εμένα στις παρτούζες τους. Δεν περνάγαμε κι άσχημα.

Από την περούκα ορμώμενος, σκέφτομαι ότι υπάρχουν ορισμένα πράγματα στην Πέργαμοντ που τα αγαπώ. Άλλες φορές την αγαπώ και ολόκληρη. Πότε πότε μου φαίνεται ότι… η Πέργαμοντ… είναι… ότι είμαι εγώ. Ναι, εγώ. Πλευρές του εαυτού μου δηλαδή. Όταν, ας πούμε, κοιτάζω μόνο αυτό, το οτιδήποτε είναι μπροστά μου. Όταν αποσκοπώ μόνο σ’ αυτό: το λίγο, το ελάχιστο, το μπροστά μου. Τόσο απλά. Ή όταν τινάζω τους ώμους και λέω στον εαυτό μου, “μη σκας, αύριο – μεθαύριο θα το ’χεις ξεχάσει”, ό,τι κι αν με αγχώνει ή με τρομάζει. Ένας μικρός ανακουφιστικός στεναγμός, ένα γελάκι έτοιμο να σκάσει, ιδού ο περιεκτικότερος ορισμός του ποια πραγματικά είναι η Πέργαμοντ.

Να, λοιπόν, που βρισκόμαστε εδώ. Στο Σκοτεινό Νησί. Και οι τρεις μας: ο Ωρομέδοντας, η καλή μου η Πέργαμοντ και η αφεντιά μου.

Και ο καιρός κυλάει. Πόσες μέρες άραγε αφότου ήρθαμε; Τρεις, επτά, εννέα; Μπα, αποκλείεται. Δεν πρέπει πάνω από τρεις. Πηγαίναμε, αλήθεια, πού; Α, ναι. Στην ξαδέλφη της Πέργαμοντ. Τι… ήταν; Πότε; Ένα τρομερό σάιτ: Το Σκοτεινό Νησί. Όλα σχεδόν τα κείμενα στα αρχαία ελληνικά και υπόγραφε ένας μυστήριος τύπος ονόματι Horomedon με λατινικούς χαρακτήρες ή Ὡρομέδων με ελληνικούς. Σκοτεινοί χρησμοί, γνωμικά, επιγράμματα, στροφές­ αντιστροφές, ίαμβοι και ανάπαιστοι, πολύπλοκες κατασκευές με λέξεις –τρελαινόμουν με όλ’ αυτά. Μα πιο πολύ, που ένας άντρας είχε εγκαταλείψει τα πάντα και ζούσε μόνος του. Εντελώς μόνος του. Σε μια σπηλιά, σ’ ένα βραχονήσι που το τύλιγε πότε πότε η πυκνή τροπική υγρασία, στο Σκοτεινό Νησί.

*

(*G.C.: (Genetically Controlled), το πιστοποιητικό γενετικού ελέγχου.)

*

[Απόσπασμα από τη νουβέλα του ©Αντώνη Νικολή Το Σκοτεινό Νησί, η οποία, διορθωμένη-αναθεωρημένη και εμπλουτισμένη με εκτενές κατατοπιστικό επίμετρο του συγγραφέα, επανεκδίδεται από τις Εκδόσεις Ποταμός.]