Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Flamingo

Δράμα παιγμένο
Μες στην καρδιά
Των μουσσώνων

νας άντρας γύρω στα σαράντα, με μια καμπαρντίνα, αξύριστος, ναυάγιο που λένε. Κρατά στο χέρι του ένα μπουκάλι, κάθε τόσο πίνει. Βρίσκεται μες στο έρημο νυχτερινό μαγαζί. Μια σάλα με αναποδογυρισμένα τραπέζια και μυρωδιά αποτσίγαρου. Ένας μουσικός παίζει ολομόναχος στο βάθος. Έτσι που στέκει μόνος φαντάζει με άγγελο που έχασε τα πάντα. Βροχή και ρούχα κατακίτρινα ο καιρός απόψε. Ο άντρας είναι μεθυσμένος. Μοιάζει να αγαπά δίχως απόκριση, μοιάζει να γίνεται χίλια κομμάτια. Σηκώνεται αργά από το τραπέζι του. Τον κρύβουν καπνοί, την ψυχή του σπαράζουν λάθη και τύψεις. Τούτο το μέρος πουθενά δεν υπάρχει. Κουρέλια οι νύχτες στις γωνιές του μαγαζιού. Μια θάλασσα κάπου στενάζει και το χάραμα μολύβι.)

ΑΝΔΡΑΣ: (σέρνει αργά τα βήματά του μες στην σάλα. Κάθε τόσο αποκαλύπτουν το πρόσωπό του κάτι σπάνιοι κεραυνοί, Σαν καρέ από κάποιον φόνο και σαν κίνηση αργή περνά απ΄τους μεσημβρινούς των τραπεζιών. Καίγεται.)

Κάπως πρέπει να ζήσει κανείς. Ένας άνδρας, κύριε, κάπως πρέπει να ζήσει. Αλλιώς θα πουν για αυτόν πως σημαίνει μια χαμένη υπόθεση. Η εποχή μας είναι δύσκολη, (γελά με την καρδιά του), κύριε συγχωρήστε με, μα θέλει κότσια και νεύρα γερά για να μπορεί κανείς να περπατήσει μια Κυριακή στον δρόμο.  Αλλιώς, τίποτε δεν σου αναλογεί από αυτήν την γλύκα του κόσμου. Ακούστε κύριε, ένας άνδρας πρέπει να μπορεί να ζήσει τον εαυτό του, πάει να πει δεν υπάρχουν κλειδιά μωρό μου, μόνον ρεφραίν και συρμάτινες κιθάρες που σου κόβουν την ανάσα.

(πίνει και καπνίζει και σε αργή κίνηση, με το βλέμμα μας να τον ακολουθεί διατρέχει ετούτο τον κρυμμένο ισημερινό. Σιγοτραγουδά μερικούς στίχους. Όλα μοιάζουν παράλογα και παραμορφωμένα. Καμιά βεβαιότητα δεν διασώθηκε για εκείνον.)

Ακούστε κύριε, πρέπει κανείς να ζήσει. Και αν αποκαλύψω, λέω αν κύριε, αποκαλύψω μια λεπτομέρεια για τις ζωές των ανθρώπων, τι θα κερδίσω κύριε; Μα επίτηδες σας ρωτώ για το αντίτιμο, επειδή κύριε δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να ζήσει κανείς. Να περπατήσει με αξιοπρέπεια στις αγορές με μια ολοκαίνουρια κορδέλα δεμένη στο καπέλο του.  Εγώ αγαπώ τις θάλασσες και αν το θέλει και η τύχη, μια μέρα θα δέσω στο καπέλο μου μια κορδέλα με ωραία ζωγραφιά, ας πούμε την όψη ενός πουλιού σαν τραγουδά ή την καλλιγραφική επωνυμία ενός ποντοπόρου πλοίου. Καταλάβετε κύριε, κάθε νύχτα ακούς χτύπους  στις εξώπορτες, σωστός χαλασμός δηλαδή και έπειτα κλάματα και βιαστικά αντίο και σωροί χειμώνες.

(κρύβει το πρόσωπο μες στα χέρια του.)

 Κάποιος πρέπει, κύριε, κάποιος πρέπει να μιλήσει, να πει δυο τρία ονόματα, κάποιος πρέπει να μάθει να ζει μες στην εξασθένηση κύριε. Γιατί είναι μια δύσκολη εποχή η δική μας, κύριε, γιατί πίσω από την αξεδιάλυτη σκόνη κύριε, μπορεί κανείς να κρυφτεί για λίγο, κύριε.

(πλησιάζει στο πάλκο. Ο μουσικός παίζει έναν σκοπό, αργό και μελαγχολικό. Μια τέτοια ώρα αξίζει κανείς να πεθαίνει ή να ερωτεύεται, συλλογίστηκε και με τ΄άδειο στήθος του κάθισε και έκλαψε πικρά. Ζωντανεύει και απάνω στο παραλήρημά του ζωγραφίζει, εκεί μες στην σάλα, έναν ολόκληρο πόνο. )

Λευτέρης, ετών σαράντα, επιστρέφει το βράδυ με τις αφίσες στα χέρια, πιάστε τον!

(γελά δυνατά και σέρνει τα βήματά του γκρεμίζοντας τα τραπέζια.)

Νίκος, είκοσι μόλις χρόνων, φτιαγμένος για έρωτα και πένθος. Άννα, Άννα, σαν να σου μιλώ μες στους μεγάλους ύπνους. Κατερίνα,  χίλια, σπασμένα ποτήρια το κλάμα σου, έξω από τα γραφεία της ασφάλειας, συλλογίσου το μέλλον σου Κατερίνα, η ζωή που διάλεξες είναι για τα αγριοπούλια μωρό μου. Έλα, πες μας τα ονόματα, συλλογίσου τα παιδιά σου, το μικρότερο σε έχει ανάγκη, πες μας μονάχα τα ονόματα και είσαι ελεύθερη Κατερίνα.

(Ταράζεται, πετά το μπουκάλι, γονατίζει στα πόδια του μουσικού, η βροχή δυναμώνει. Μια σειρά από γεγονότα επικής διάστασης συμβαίνουν εκείνη ακριβώς την στιγμή.)

Πες τους τα ονόματα! Αργά και καθαρά, πώς τους γνώρισες, η τίμια ζωή έχει ένα αντίτιμο Κατερίνα, η ζωή είναι αγρύπνια, ένας νεκρός με χίλια πρόσωπα. Πες τους τα ονόματα! Άκουσέ με, μου υποσχέθηκαν πως δεν θα σε πειράξουν, πως ίσως  σου φερθούν με επιείκεια, επειδή μεσολαβώ εγώ και είναι κάποιες εξυπηρετήσεις που μπορώ να εξαργυρώσω στο όνομά σου Κατερίνα. Θα μπορούσαμε να ζήσουμε έτσι, δίχως θεό Κατερίνα, με την ρωγμή μας καλά κρυμμένη.

(ακούγονται βήματα στρατιωτών, σπάνε τις πόρτες, μπαίνουν στα σπίτια και παίρνουν ότι τους ανήκει. Η μέριμνά τους εκπληρώνεται με τόση τρυφερότητα, με φροντίδα παντοτινή.)

Παίξε, παίξε! Άκουσες! Δυνατά, να μην τους ακούω. Μονάχα τα πουλιά που χτυπούν στους ουρανούς, μονάχα αυτά.  Παίξε, παίξε!

(χορεύει μες στο μαγαζί με μάτια κλειστά, εκστατικός, όλο δάκρυα και προδοσίες στις μέσα τσέπες της καμπαρντίνας του. Άξαφνα σταματά, κοιτάζει έξω από το παράθυρο και διακρίνει το αντιφέγγισμά του.)

Βρέχει ένα μήνα τώρα. Τα χωριά του κάμπου θα έχουν πνιγεί. Και είναι και αυτή η κατάμαυρη κιμωλία και η περγαμηνή και οι γκαζολάμπες του καφενείου που τίποτε δεν αφήνουν μυστικό.

(πέφτουν αστραπές, κάθε τόσο το πρόσωπό του φωτίζεται από τις λάμψεις. Αποσπασματικά,  φέγγει επάνω του μια μεγάλη προδοσία.  Ένα ρίγος κατάμαυρο κατατρώει την ψυχή του. Σκοτάδι στην σκηνή και τίποτε.)

*

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→