Τζούτζη Μαντζουράνη, 23 συνθέσεις πάνω σε ένα πορτρέτο (προδημοσίευση)

Κυκλοφορεί αρχές Δεκεμβρίου, από τις Εκδόσεις Φίλντισι

Τζούτζη Μαντζουράνη:
Ένα πορτρέτο υπήρξε η αφορμή για αυτά τα 23 «ερωτικά» ποιήματά μου. Ένα πορτρέτο κρεμασμένο στον τοίχο απέναντι από το γραφείο μου, που απεικονίζει ένα γυμνό νέο άνδρα. Έβαλα απέναντι από το πορτρέτο μια «ώριμη” γυναίκα, που έχει ζήσει πια αρκετά, για να μπορεί να πει ότι έχει κάνει τον κύκλο της ζωής της, και την άφησα να ζήσει και να στοχαστεί για τον έρωτα με το ωραίο, με το νέο, το νεότερο, το στιγμιαίο, το άπιαστο, το εφήμερο, και τελικά, ίσως, το πιό αληθινό και το περισσότερο «ασυμβίβαστο» της ζωής της. Το αιώνιο «μικρό αγόρι» που κάθε γυναίκα κρατάει στην αγκαλιά της κάποιες λίγες, μοναδικές στιγμές στη ζωή της. Γιός, αδελφός, πατέρας, σύντροφος, εραστής, «αρσενικό», γλυκόπικρο δηλητήριο που κυλάει στις φλέβες του αιώνιου θηλυκού, που όμως πια έχει το αντίδοτο μέσα του, και έτσι δεν κινδυνεύει να πεθάνει από έρωτα.

***

 

ΕΡΩΤΙΚΟ 1.

Στον Ακ.

Μικρό αγόρι…
Θα σε διεκδικήσω πάλι,
όταν η σάρκα
θα είναι αδιάφορη
για την ηδονή.
Τότε, πού ο έρωτας
θα είναι μόνο
μια θύμηση παλιά,
και η γλυκιά επιθυμία
του μυαλού.
Όταν το κορμί μου
δεν θα ιδρώνει
στην ανάσα σου
και δεν θα ριγεί
στη σκέψη σου.
Τότε θα σε διεκδικήσω!
Πάλι!
Ξανά!
Γιατί είσαι δικός μου.
Και κανένας δεν μπορεί
να σ’ έχει άλλος!

*

ΕΡΩΤΙΚΟ 5.
«ΤΑΞΙΔΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΡΜΙΟΥ»…

Αίσθηση μαγική.
Ρίγος του κορμιού, σαν το ράγισμα φίνας πορσελάνης.
Το χέρι του να χαϊδεύει το γυμνό κορμί της, τα λινά σεντόνια
να τρίζουν σε κάθε τους κίνηση.
Έξω από το παράθυρο, ο ήλιος να καίει με το άγγιγμά του, και οι μυρωδιές της θάλασσας και των τροπικών λουλουδιών να ανακατεύονται και να τους ζαλίζουν.
Ηλιοκαμένα, γυμνασμένα κορμιά, σκουρόχρωμο το δικό του, πιο απαλό, σταρένιο το δικό της.
Σηκώθηκε με μια ήρεμη γατίσια σε χάρη κίνηση από το κρεβάτι και βγήκε γυμνή στο μπαλκόνι να απολαύσει την απεραντοσύνη του Ατλαντικού μπροστά της. Εκείνος, ντροπαλά και αμήχανα, φόρεσε το παντελόνι του, και γυμνός με το όμορφο στέρνο του πήγε δειλά προς το μέρος της, ψιθυρίζοντας κάτι σε μια γλώσσα που της ήταν σχεδόν άγνωστη…
Ό,τι και αν κατάλαβε, προτίμησε να μην το δείξει… Του χάιδεψε απαλά το πρόσωπο χαμογελώντας αινιγματικά και ξαναγύρισε το βλέμμα της απλανές προς τον ωκεανό…
Έκλεισε τα μάτια της, ταυτόχρονα με την πόρτα που έκλεινε σιγανά πίσω της…
Μισούσε τους αποχαιρετισμούς.