Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Οι μύγες της Αγοράς

Αγάλματα νυκτός
«Αλδεβαράν»
Π. Μάτεσις

Φάρσα βασισμένη
Στης ζωής τις βεβαιότητες
Και
τις σιλουέτες τις αιθέριες
Όταν περνούν
Και
Όταν χάνονται

[Γραφείο τελετών σε μια από τις πανομοιότυπες γειτονιές των Αθηνών. Καλλιθέα, Παγκράτι, Πετράλωνα, Νεάπολη, Άγιος Παύλος, Κολωνός, τόποι που γεννήθηκε, σφυρηλατήθηκε, άκμασε και τελικά κατέληξε, σαν όλα τα πράγματα η περίφημη, νεοελληνική εποποιία. Το μαγαζί βρίσκεται στην απάνω γωνιά της πλατείας. Διαθέτει μερικές κατεστραμμένες γλάστρες, άγνωστων φυτών που τώρα γέρνουν και επιστρέφουν στο χώμα που τις ανάθρεψε. Η βιτρίνα του αναγράφει με ωραίους και πένθιμους, καλλιγραφικούς χαρακτήρες την λέξη Τελεταί. Μα τι ωραία που εκτείνονται οι χαρακτήρες στην τζαμαρία του μαγαζιού, τι πράγματα που θα μπορούσε να σημαίνει αυτή η λέξη. Μα είναι τα εξαπτέρυγα τα εκ δεξιών και αριστερών του ιδιοκτήτη που σημαίνουν θάνατο και παλιό λιβάνι. Και είναι η περίλυπη η έκφρασής του εκεί στο βάθος του μαγαζιού, λες και η σκοτωμένη η πνευματικότητα βρήκε την έκφρασή της σε τούτο εδώ το ιδιότροπο κατάστημα. Ο ιδιοκτήτης, ας πούμε κάποιος με την έκφραση του Ευτύχη του 2ου αιώνος με όλα τα χρόνια του περιδέραιο στους λαιμούς, στέκει πίσω από το επιβλητικό γραφείο. Τίποτε δεν κάνει, σε κανέναν δεν μιλά. Μόνον κάθεται και χαμογελά σκωπτικά όταν συλλογίζεται πως  στο δικό του το ποντάρισμα παίζεται η  αθανασία, καθώς λένε των ανθρώπων.

Είναι αργά, η νύχτα έχει πέσει παντού και όλα έχουν αλλάξει. Όλη η γειτονιά μυρίζει ασβέστη και μυρτιά, όλα τα σμιλεύει η στόφα του ονείρου. Σε όλη την πλατεία τα καταστήματα έχουν κλείσει και οι άνθρωποί τους τώρα αποκοιμιούνται στις κουνιστές τις πολυθρόνες, ανάμεσα σε φωνές ραδιοφωνικές, χαμηλές και πλούσια άνθη. Θαρρείς πως μοιάζουν με όστρακα λησμονημένα, ωστόσο αυτός ο ύπνος τους διαθέτει την γυμνότητα και μια αίσθηση απότομης διαφυγής από την ζωή της πόλεως. Ο Ευτύχης φορά το κατάμαυρο κοστούμι του και ο κόμπος της γραβάτας του καλά σφιγμένος και τα παπούτσια του γυαλισμένα και τα εξαπτέρυγά του, περιποιημένα, με κάτι κοτσωνάτες λαμπάδες. Λίγο φως για εκείνο το ταξίδι ως το μεγάλο πλάτωμα της όχθης. Το ύφος του μαρτυρά πως παλεύει με το όνειρο και με τον άγγελο. Μα οι δουλειές έχουν κλονιστεί και πρέπει κανείς να μην το βάζει κάτω. Συλλογίζεται πως από στιγμή σε στιγμή το τηλέφωνο θα χτυπήσει, εκείνος θα επιστρατεύσει την θεατρικότητα της λύπης που δεν μαλακώνει και έπειτα θα κλείσουν την δουλειά. Τα ρούχα, η ώρα της παραλαβής, η απόθεση, η τελετή, οι λεβέντες του που φθάνουν από κάθε γωνιά της πολιτείας με άσπρα περιστέρια για χέρια. Σηκώνουν το κιβούρι και πάνε τον δρόμο όπως πηγαίνει ένα ποίημα δημοτικό από την ζωή ως τον θάνατο και πάλι από την αρχή. Τα αγαπάει αυτά τα παιδιά και αν δεν ήταν του λόγου τους να κάνουν την άσχημη την πρόζα, τότε ο θάνατος θα έμενε μια ζωή σπασμένη με κομμάτια εδώ και εκεί, στους τόπους που οι άνθρωποι αγαπήθηκαν πιο πολύ.

Η πόρτα ανοίγει και ένας κύριος, πολύ καλοβαλμένος με ολομέταξο κοστούμι επισκέπτεται τον Ευτύχη στο αγωνιώδες του νυχτέρι.]

ΕΥΤΥΧΗΣ: (ανασηκώνεται από την θέση του βιαστικά. Κάνει έναν γύρο και υποδέχεται εγκάρδια τον πελάτη του. Η τύχη του χαμογέλασε και απόψε.) Καλώς ήρθατε! Περάστε, καθίστε, παρακαλώ, σαν το σπίτι σας!

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΝΔΡΑΣ: (δεν μιλά, μόνον χαμογελά συγκαταβατικά και κάθεται.) Σας ευχαριστώ κύριε. Η φιλοξενία συνιστά την αφετηρία κάθε καλής συναλλαγής, δεν νομίζετε;

ΕΥΤΥΧΗΣ: Πώς, πώς! Όχι μόνο το νομίζω, μα το ασπάζομαι ως το μεδούλι της ψυχής μου. Και άλλωστε εμείς οι Έλληνες λένε πως φημιζόμαστε για αυτήν μας την φιλοξενία που κάνει την απόσταση να φαίνεται μικρότερη. Ωστόσο υπάρχει η θάλασσα, πάντα η θάλασσα κάπου κοντά στην Ελλάδα και το παράλογο. Μα ποιος νοιάζεται;

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΝΔΡΑΣ: Τα λέτε έκτακτα, δεν θα μπορούσα του λόγου μου να τα πω καλύτερα. Ακόμη, ήθελα να απολογηθώ, να με  συγχωρείτε δηλαδή που τέτοια ώρα, καταλαβαίνετε, η νύχτα έχει προχωρήσει, κανείς θα πρέπει να ξαποσταίνει τούτη την ώρα. Ωστόσο, η ζωή δεν κατανοεί το ζήτημα του χρόνου και κυλά, και κυλά, και κυλά.

ΕΥΤΥΧΗΣ: Μα τι λέτε! Αλίμονο, αν ο πελάτης ζητούσε συγνώμη από τον πωλητή. Τότε όλα εκείνα πάνω στα οποία στήσαμε τις ζωές μας θα πηγαίνανε χαμένα.

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΝΔΡΑΣ: Ω, ναι, οι ζωές μας κύριε! Οι ζωές μας!

ΕΥΤΥΧΗΣ: Να μου επιτρέψετε να σας συλλυπηθώ. Μια απώλεια είναι πάντα ένα γεγονός κορυφαίο. Να ζήσετε, η ανάμνηση να σας συντροφεύει.

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΝΔΡΑΣ: (γελά τρανταχτά και με ύφος απολογητικό, όταν βρίσκει επιτέλους την ανάσα του,  ξεκινά και λέει) Θα πρέπει να εξηγηθώ κύριε, να σας πω τον σκοπό της επίσκεψής μου.

ΕΥΤΥΧΗΣ: Συνήθως ο σκοπός είναι καθορισμένος από την μοίρα και το πεπρωμένο.

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΝΔΡΑΣ: Συνήθως. Όχι όμως απόψε.

ΕΥΤΥΧΗΣ: Δεν σας εννοώ.

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΝΔΡΑΣ: (ανάβει ένα τσιγάρο και μιλά. Ο Ευτύχης σπεύδει να του προσφέρει φωτιά, όμως εκείνος γνέφει πως έχει το θέμα τακτοποιημένο.) Ξέρετε, κύριε Ευτύχη, όταν σας είπα πως πρέπει να συστηθώ το εννοούσα. Το λοιπόν, το πρώτο που πρέπει να γνωρίζετε για μένα είναι πως κατά κάποιον τρόπο είμαστε συνάδελφοι.

ΕΥΤΥΧΗΣ: (με έκπληξη) Συνάδελφοι;

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΝΔΡΑΣ: Ναι, ακριβώς. Συνάδελφοι. Πάει να πει πως και εγώ αναλαμβάνω να τακτοποιήσω παρόμοια ζητήματα. Και η αλήθεια είναι πως οι δουλειές πάνε πολύ καλά και πως με τόση σίγουρη πελατεία, θα μπορούσε να πει κανείς πως έχω κιόλας αποκτήσει την φήμη ενός πολύ πετυχημένου επαγγελματία.

ΕΥΤΥΧΗΣ: (κάπως φοβισμένος, κάθεται πίσω στην θέση του και ανάβει με χέρι τρεμάμενο τις λαμπάδες) Μάλιστα, μάλιστα.

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΝΔΡΑΣ: Ταραχτήκατε βλέπω. Μα δεν υπάρχει λόγος. Εσείς πρώτος θα πρέπει να γνωρίζετε πως όσα οι εποχές και οι άνθρωποι νομίζουν για σταθερά και ακλόνητα, έρχεται μια μέρα και στη γη μαραίνονται και χαλούνε.

ΕΥΤΥΧΗΣ: Μάλιστα, μάλιστα  (λύνει τον κόμπο της γραβάτας του, μοιάζει να πνίγεται)

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΝΔΡΑΣ: Μα τι πάθατε; Ελάτε, πλησιάστε, η γραβάτα ενός κυρίου θα πρέπει να είναι πάντοτε σφιχτή και καλοβαλμένη. Πόσο μάλλον απόψε. Να σας φτιάξω λίγο, αν μου επιτρέπετε.

ΕΥΤΥΧΗΣ: ( Ο Ευτύχης σκύβει και δέχεται τις περιποιήσεις του άγνωστου άνδρα. Ο καλός Θεός των Ελλήνων, μοναχά αυτός γνωρίζει το γιατί.)Γιατί, πόσο μάλλον απόψε; Δεν σας καταλαβαίνω.

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΝΔΡΑΣ: Επειδή απόψε αγαπητέ μου εσείς είστε ο πελάτης.

ΕΥΤΥΧΗΣ: (το αίσθημα του πνιγμού του παραμένει και γίνεται κατά τι πιο έντονο) Μάλιστα, μάλιστα.

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΝΔΡΑΣ: Βλέπετε, για τον καθένα μας έρχεται μια στιγμή που πρέπει όλα τούτα να τα εγκαταλείψει. Που πρέπει να δώσει μια και να αποχαιρετήσει για πάντα σώματα, χυδαιότητες, ελπίδες, όνειρα και οράματα. Αυτή η ώρα ήρθε για σας αγαπητέ μου. Και το πράγμα δεν σηκώνει καθυστέρηση ή αναβολή. ( ο άνδρας σηκώνεται και φέρνει με τα ακροδάχτυλά του έναν γύρο το μπορ του ωραίου του, αμερικάνικου καπέλου.)

ΕΥΤΥΧΗΣ: Μάλιστα, μάλιστα. (σηκώνεται από την θέση του, παίρνει ένα χαρτί και γράφει δυο λόγια. Οι λαμπάδες καίνε και έξω έχει πέσει μια ερημιά που σου πλακώνει την καρδιά.) Να μου επιτρέψετε, αύριο το πρωί θα με αναζητήσουν και πρέπει να έχω φροντίσει τις εκκρεμότητες. Ένας επαγγελματίας δεν παύει ποτέ να νοιάζεται για την εργασία του.

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΝΔΡΑΣ: Κατανοώ, μακάρι όλοι να είχαν την ίδια ετοιμότητα με εσάς. Πηγαίνουμε;

ΕΥΤΥΧΗΣ: Ναι βεβαίως.

(οι δυο τους βαδίζουν τώρα στους έρημους δρόμους. Όλα έχουν αλλάξει την θέση τους. Κάθε τόσο κορίτσια με λαιμούς πνιγμένους τρέχουν και τους φιλούν τα χέρια. Και λίγο λίγο η μνήμη του αδυνατίζει ώσπου όλα να τα λησμονήσει.  Γύρω τους περνούν ανδρείκελα, κυλούν σαν κρύα και άφθαρτη ρητίνη και χάνονται. Παντού ανθίζουν σπίτια με τούβλα αντοβιανά και κάπου μακριά ακούγεται που τρέμει η σκοτεινή μας ρίζα. Οι δυο τους πέρασαν κήπους αντεστραμμένους, εισήλθαν σε αυλές λαϊκές, στο πέρασμά τους άναβαν τα μάτια των νεκρών και ακούγονταν οι χτύποι από την πολλή τους μοναξιά. Και ήρθε μια ώρα που χάθηκαν και οι πιο κομψοί ξιφομάχοι σχημάτιζαν αγήματα λαμπρά για να περάσουν. Τέτοια ήταν η χαρά του και η λύτρωση που του ερχόταν να πετάξει. Έφθασαν στην ακτή και είδαν τα γκρίζα, αγκυροβολημένα πλοία, πελώρια, γεμάτα πληρώματα και σημαιούλες. Ένας νέος που τους συνόδευε και είχε ακούσει το όνομα και την καταγωγή του έτρεξε δίπλα του. )

ΝΕΑΡΟ ΑΓΟΡΙ (ντυμένο σαν το πορτραίτο του Ευτύχη από τα νεκρικά προσωπεία του Φαγιούμ) Σας λένε Ευτύχη, έτσι δεν είναι; Και εμένα, έτσι με λένε οι επιγραφές. Θα χρειαστείτε συντροφιά για το ταξίδι, να σας συνοδέψω;

ΕΥΤΥΧΗΣ: (ανάμεσα στο πλήθος έσφιξε το χέρι του αγοριού και επιβιβάστηκαν. Στα ρέλια κρεμασμένοι οι Κεραμεικοί φώναζαν και αποχαιρετούσαν.)

ΕΥΤΥΧΗΣ: Γνωρίζεις τον προορισμό μας;

ΝΕΑΡΟ ΑΓΟΡΙ: Ναι, πώς δεν ξέρω! Τραβούμε, λέει για τις Αχερουσίες!

(Τα πλοία ξεκίνησαν. Από όλα είχε εκείνο το κατάστρωμα. Έλληνες και Σύριους και φτωχούς και πλούσιους, παιδιά από το Κάνσας Σίτυ και την Βοστώνη, παιδιά που ήρθαν εδώ για να σκοτωθούν κάτω από τους μαύρους, τους τρεμάμενους ήλιους. Τα όργανα στις προκυμαίες όλου του κόσμου παιάνιζαν καθώς τα πλοία με φώτα σβηστά τραβούσαν το αρχαίο τους ταξίδι. )

 

*

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→