Κατερίνα Σερίφη, Η Βάπτιση

Στις 7 του Γενάρη, μια μέρα μετά των Φώτων, σε ένα μικρό χωριό της Ηπείρου γεννήθηκε ένα μωρό. Ήταν στα μέσα της ζοφερής δεκαετίας του ’70. Η μαμά του, ένα νεαρό  κορίτσι,  μόλις στα δεκαοχτώ του, ήταν η καλύτερη μαθήτρια του σχολείου. Το σταμάτησε όμως τη χρονιά πριν δώσει εξετάσεις για το πανεπιστήμιο για να παντρευτεί τον μπαμπά του νεογέννητου. Έτσι γινόταν συχνά τότε. Οι πιο μεγάλοι αποφάσιζαν για τις τύχες των πιο μικρών και τα κριτήρια δεν ήταν πάντα τα πιο ανιδιοτελή.

Ο μπαμπάς καταγόταν από τις πιο γνωστές οικογένειες της περιοχής. Ήταν της δουλειάς και των πανηγυριών. Δεινός οδηγός και κυνηγός. Είχε μια έμφυτη ευγένεια που την κάλυπτε επιμελώς η αγριότητα της ζωής στην επαρχία. Εκείνη την περίοδο είχε μόλις τελειώσει το στρατιωτικό του στους καταδρομείς και έκανε χίλιες δυο δουλειές. Μια από αυτές ήταν γαλατάς. Προμήθευε με αγελαδινό γάλα ημέρας το πιο διάσημο γαλακτοπωλείο της περιοχής. To γάλα το μετέφερε μέσα σε μεταλλικά δοχεία μ’ ένα φορτηγάκι ψυγείο από ένα βουστάσιο σαράντα χιλιόμετρα πιο μακριά. Κάθε μέρα, πολύ πρωί.

Μ’ αυτή τη ρουτίνα είχε αναπτύξει μεγάλη και βαθιά φίλια με τους ιδιοκτήτες του γαλακτοπωλείου που τελικά έγιναν και οι κουμπάροι του ζευγαριού. Οι κουμπάροι είχαν ήδη δυο παιδιά. Ένα αγόρι και ένα εντεκάχρονο κορίτσι. Η νεαρή δεκαοχτάχρονη μαμά συνάντησε τη μικρή εντεκάχρονη την ημέρα του γάμου.

Όταν το νέο κυκλοφόρησε, η διευθύντρια του εξατάξιου τότε γυμνασίου έψαξε και βρήκε την πιο μεγάλη μαμά κάπου μόνη της και της τα έψαλε ένα χεράκι στο στυλ :

– Τι έκανες μωρή σκύλα; Ποια κοπέλα έκοψες από το σχολείο για να την παντρέψεις;

Η διευθύντρια φυσικά δεν εισακούστηκε. Οι τύχες των πιο μικρών είχαν ήδη παιχτεί στα ζάρια.

Το νέο ζευγάρι γρήγορα απέκτησε το πρώτο τους μωρό σ’ ένα απομακρυσμένο νοσοκομείο, δίπλα στα ελληνοαλβανικά σύνορα, και μ’ έναν γιατρό που, το λιγότερο τα τελευταία σαράντα χρόνια, πρέπει να έχει ξεγεννήσει το 99% των μωρών της περιοχής. Ακόμα μνημονεύουν  το όνομά του.

Η νεαρή μαμά ποτέ δεν ανέφερε τίποτα για τον τοκετό, μ’ ένα «δεν θυμάμαι» σταματούσε κάθε κουβέντα. Το μόνο που είχε ευχηθεί σε άσχετη στιγμή ήταν να μην κάνει κορίτσια για να μη χρειαστεί και εκείνα να γεννήσουν.

Και βέβαια όταν εύχεσαι στο σύμπαν δεν υπάρχει καμία συνωμοσία και τίποτα μαγικό για να σε βοηθήσει, οπότε  γέννησε μόνο κορίτσια, τρία. Εντάξει, όχι και τόσο άσχημα! Τουλάχιστον σε δυο περιπτώσεις σε διπλανά χωριά είχαν από εφτά. Κορίτσια μόνο. Είδες τι κάνει το σύμπαν κ. Κοέλιο* εσύ που τα ‘χεις βρει μαζί του;

Ένας περαστικός κύριος μια φορά της είχε πει μπροστά μας, «θα έπρεπε να κάνεις πιο πολλά παιδιά για να κάνεις τον κόσμο ομορφότερο!». Δεν το πιάσε αμέσως το κομπλιμέντο με τη βαθιά επιθυμία, νόμιζε επειδή είχε γεννήσει όμορφα παιδιά, ντράπηκε όμως και έφυγε να σερβίρει τους καφέδες.

Το σπίτι ήταν ανοιχτό, ορθάνοιχτο, σε κάθε συγγενή, φίλο, τουρίστα, χωριανό, κυνηγό, βοσκό, χασάπη, έμπορο, αγροφύλακα, αναξιοπαθούντα, σε κάθε περαστικό, σε κάθε μετανάστη, σε κάθε καρυδιάς καρύδι. Το τι καφέδες με κυδώνι γλυκό κουταλιού και ούζα με φέτα και ριγανόλαδο έχουν σερβιριστεί σ’ αυτό το σπιτικό!

Το νεογέννητο του Γενάρη ήταν λιποβαρές, μικροφτιαγμένο, μαυροτσούκαλο, με πολλά μαλλιά και νευρόσπαστο. Και για να προσθέσει κι άλλη ευτυχία στη νεαρή μαμά δεν κοιμόταν και δεν έτρωγε όπως υποτίθεται ότι έπρεπε να τρώνε και να κοιμούνται τα μωρά. Μόνιμες τσιρίδες και κλάμα μέχρι που μπλάβιαζε.

Οι πιο μεγάλοι που αποφάσιζαν για τις τύχες των πιο μικρών  πίστεψαν ότι το μωρό δεν θα τη βγάλει καθαρή και επειδή δεν επιτρεπόταν να αποδημήσει αβάπτιστο, -ακόμα πιο σπουδαίοι αποφάσιζαν γι’ αυτό-, οργάνωσαν μέσα σε μια βδομάδα τη βάπτιση με συνοπτικές διαδικασίες.

Το βάρος της νονάς έπεσε στις πλάτες, ή μάλλον στα χεράκια της μικρής εντεκάχρονης. Η οικογένεια τηρούσε τις παραδόσεις που ήθελε την κουμπαριά να διευρύνεται, να βγάζει ρίζες και φύλλα. Η μαμά της την έντυσε με καρώ φούστα, παλτουδάκι και δερμάτινα παπούτσια και πήγαν μαζί στην παγωμένη εκκλησία, όπου στην καρδιά του χειμώνα θα γινόταν νονά. Της είχαν εξηγήσει στη διαδρομή πώς έπρεπε να συμπεριφερθεί, πώς έπρεπε να πει το πιστεύω και πώς να κρατήσει το μωρό που ούρλιαζε ασταμάτητα πριν και μετά τη βουτιά στην κολυμπήθρα. Βέβαια ούτε λόγος για το όνομα, το οποίο είχε προαποφασιστεί.

Στη νεαρή μαμά δεν είχε επιτραπεί να παραβρεθεί στη βάφτιση καθότι λεχώνα και οι κανόνες των μεγάλων που αποφάσιζαν για τις τύχες των πιο μικρών ήθελαν τις μαμάδες να παλεύουν με την επιλόχειο κατάθλιψη κατάμονες κλεισμένες στο δωμάτιό τους, ενώ τα μωρά τους βαφτίζονται ερήμην τους.

Η μικρή νονά όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας της που αναλαμβάνουν ρόλο μεγάλου ανταποκρίθηκε με αξιοσύνη, σεμνότητα και αγάπη. Αγκάλιασε σφιχτά τη νεοφώτιστη με το χρυσό σταυρουδάκι στο λαιμό και την οδήγησε με δόξα και τιμή πίσω στην αγκαλιά της νεαρής μαμάς της. Και μετά όλα πήραν το δρόμο τους.

Εκείνο τον παγωμένο Γενάρη, δύο μικρά κορίτσια και ένα νεογέννητο έβγαλαν τη γλώσσα στο σύμπαν και ξεμπρόστιασαν τους μεγάλους που έβλεπαν το θανατικό να έρχεται.

Η ιστορία αυτή δεν θα ήταν τόσο βασανιστικά όμορφη αν το μωρό που γεννήθηκε στις 7 Γενάρη δεν ήμουν εγώ.

*

* Ο Πάουλο Κοέλιο είναι Βραζιλιάνος συγγραφέας. Στο βιβλίο του ο Αλχημιστής  υπάρχει η χαρακτηριστική φράση: Όταν θέλεις κάτι πολύ, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να γίνει όπως επιθυμείς.

*

©Κατερίνα Σερίφη