Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Η τύχη κυρ Τζιουζέπε

θεατρικό

 [Κήπος κάπου στην πόλη. Τριγύρω σπίτια, προσόψεις πολυκατοικιών. Και στο μέσον μια μικρή, αστική όαση. Τα τραπεζάκια του μαγαζιού είναι παλιά, μεταλλικά. Έχουν από ένα ανθοδοχείο, ένα μικρό κεράκι, τασάκι και ένα δεμάτι με συσκευασίες ζάχαρης. Δεν έχει άλλο κόσμο έξω από αυτούς τους δύο. Ο ένας, ντυμένος κάπως επίσημα, ιδρωμένος, με τσαλακωμένα ρούχα και έκδηλη την απελπισία. Και ο άλλος; Πιο ψύχραιμος, πίνει τον καφέ του και όσο μιλάνε κάθε τόσο δείχνει με κάθε τρόπο την έκπληξη και την κατανόηση που περιμένουμε σε ανάλογες περιστάσεις. Εκείνος ο γεμάτος αγωνία ονομάζεται Λουίτζι. Ο άλλος κύριος Μπερνάρντ. 

Ο Λουίτζι κόντεψε να συλληφθεί. Οι δυο τους συζητούν.]

 Λουίτζι: Φαντάσου! Μόλις βγήκα από το σπιτάκι μου, ωραίος, περιποιημένος, με όλες τις πιθανότητες να στέκουν με το μέρος μου, μόλις έκανα εκείνο το πρώτο βήμα (κάνει την κίνηση με το πόδι του, δίχως να σηκωθεί), να΄σου ο δοσατζής! Κυρ Λουίτζι, καλή Κυριακή είπε με τρόπο, σαν να μου΄λεγε, «θα περάσω αύριο για τα χρωστούμενα». Με έλουσε κρύος ιδρώτας, φαντάσου, αλλού είχα σκοπό να πάω και αναγκάστηκα να πάρω άλλον δρόμο, μόνο και μόνο για να μην περάσω από μπροστά του. Είπα πως τη γλίτωσα, μα ο Τσίρο δεν είναι απλός μανάβης!

 Κος Μπερνάρντ: Δεν είναι;

 Λουίτζι: Εμ δεν είναι, τι σου λέω! (σκουπίζεται με ένα χρησιμοποιημένο μαντίλι) «Βρε, καλώς τον Λουίτζι. Χάθηκες εσύ. Και έχω φέρει του κόσμου τα καλά. Και απ΄εκείνα που σου αρέσουν. Μα ήσουν άρρωστος, Λουίτζι;» Όχι, Τσίρο, δεν ήμουν, απλά και ανάποδα να με γύριζες δεν θα έπεφτε τίποτε, έξω από την αξιοπρέπειά μου. Θα΄κανε ένα θόρυβο σαν τσίγκινος τενεκές και όλοι θα λέγανε, «τέλειωσε αυτός, πάει».

 Κος Μπερνάρντ: Καλά που τα λες! Άκου τσίγκινος τενεκές! Μα εσύ φίλε μου, και στην αγωνία σου ακόμη παραμένεις ποιητής. (πίνει καφέ και τον κοιτάζει χαμογελώντας)

 Λουίτζι: Καλύτερη τύχη θα είχε ένας τέτοιος τενεκές. Γιατί αν γλίτωσα από τον Τσίρο – το χρωστάω στα παλιόπαιδα που έπεσαν πάνω στα πορτοκάλια σαν ακρίδες και παραφορτωμένα πήραν τον δρόμο, αφήνοντας τον μανάβη να ανακαλεί τον ένα μετά τον άλλο όλους τους αγίους και την παρέα τους. Τώρα είχε χαλάσει η μέρα. Τίποτε δεν πήγαινε καλά. Τι έλειπε;

 Κος Μπερνάρντ: Τι έλειπε; (ψαχουλεύει τις τσέπες του, κοιτάζει μια μικρή που περνά, στέκει φτιάχνει την κάλτσα της, προχωρεί, ο κος Μπερνάρντ έχει διαλέξει ξεκάθαρα στρατόπεδο. Η μικρή οδαλίσκη κέρδισε.)

 Λουίτζι: Ο Τζιουζέπε! Αυτός! Και εκείνο το χρέος, στο όνομα του πατέρα μου που έπρεπε να πληρωθεί χθες μα κανείς δεν το λογάριαζε και εκείνο θέριεψε, ο τόκος τις νύχτες μασούλαγε τις πόρτες, έγδερνε τους τοίχους, ώσπου να φοβηθώ και να πέσω γονατιστός, εκλιπαρώντας μια ώρα ύπνου. Και τον είδα. Με την σύζυγο και τις δυο του κόρες. Ωραίοι, με κάτασπρα κοστούμια και ανθάκια στο πέτο ο τοκογλύφος. Σταμάτησε και μαζί του σταθήκανε να με κοιτάζουν οι δυο του κόρες και η καθώς πρέπει σύζυγος. Ο Τζιουζέπε έβγαλε το καπέλο του και πλησίασε βιαστικά. Είχε το μπαστούνι του και αρκετή φόρα. Μια ανάσα πριν με ρίξει καταγής σταμάτησε και είπε. «Ας είναι, συνοδεύω τις κυράδες μου και δεν θα ήταν συνετό. Μα αύριο θα έρθω μονάχος να πάρω ότι συμφωνήσαμε. Μην και δεν είσαι εκεί, τότε να το ξέρεις πως σε προσμένει η δεξαμενή των καθαρμών». Ακριβώς αυτό. Δεν είχα άλλη επιλογή, πήρα τον κατήφορο και έτρεξα μακριά. Σαν πιάστηκε η ανάσα μου σταμάτησα σε ένα περίπτερο, εδώ λίγο πιο κάτω. Τότε μεγαλύτερη ταραχή με βρήκε.

 Κος Μπερνάρντ: (με ύφος) Φτωχέ μου!

 Λουίτζι: Η φυλλάδα έγραφε πως ο πρωθυπουργός δήλωσε, «όποιος χρωστάει θα τον βοηθήσω να ξελασπώσει», ίσως με πιο επίσημη διατύπωσε μα τ΄απόσταγμα είναι ετούτο. Καρφί για το κυβερνείο. «Εγώ, εγώ χρωστάω κύριε, βοηθήστε με, ελεήστε το φτωχό» και τα ρέστα. Μα λίγο πριν τρυπώσω, κάτι σκυλιά με πήραν στο κατόπι και βρέθηκα φαρδύς πλατύς στ΄αποκάτω παρτέρι. Χτύπησα μα δεν ήταν τίποτε σπουδαίο. Πάει λοιπόν και το κυβερνείο. Και τώρα ποιος θα με σώσει; Ποιος θα δώσει να σωθεί ο άμοιρος Λουίτζι; Μέχρι αύριο, αυτό είμαι. Εμπρός σου κοιτάς έναν μελλοθάνατο. Μήτε την επιθυμία που όλοι έχουν στα στερνά εγώ δικαιούμαι. Μόνο την μοίρα εκείνου που χρωστά, τον νόμο του Τζιουζέπε που κόβει σαν μαχαίρι.

 Κος Μπερνάρντ: Θα σε δανείσω εγώ. Μα με λίγο τόκο, αν δεν σε πειράζει. Και σαν μπορέσεις εδώ είμαστε να μου το ξεπληρώσεις. Χίλια είναι καλά θαρρείς;

 Λουίτζι: Μα τότε θα χρωστώ σε σένα!

 Κος Μπερνάρντ: Με έναν μικρό τόκο που μάρτυς μου ο Θεός, δεν συνιστά ληστεία, μονάχα ένα τόσο δα κέρδος. Γιατί είναι δύσκολο να αναθρέψεις παιδιά, ξέρεις Λουίτζι. Μάλλον δεν ξέρεις, για αυτό πας και μπλέκεις φτωχέ μου.

 Λουίτζι: Καλύτερα όχι. Ας πληρώσω.

 (Εκείνη τη στιγμή τα παλιόπαιδα περνούν με μεγάλο σαματά. Ένας μικρός σταματά στο νεύμα του Λουίτζι. Τον ρωτά για πού το βάλανε.)

 Μικρός: Ο κυρ Τζιουζέπε μας άφησε χρόνους! Τον είδαν που περπατούσε ασθμαίνοντας. Λίγο πριν φτάσει στην αγκαλιά των κυράδων του, η καρδιά είπε ο ιατρός σταμάτησε. Ξέρετε τι γίνεται τότε; Τρώμε γλυκό την Κυριακή και πίνουμε καφέ  όξω από την εκκλησία, σαν τους μεγάλους. Για αυτό είναι μεγάλη γιορτή. Εσύ του χρώσταγες του Τζιουζέπε; Εγώ δυο δεκάρες μονάχα, μα όσο να πεις με αυτές σβησμένες είναι ένα καλό νέο. (Ο μικρός φεύγει βιαστικά, Λουίτζι κοιτάζει με ύφος τον κύριο Μπερνάρντ.) 

 Λουίτζι: Είδατε; Παρ΄όλίγο.

 Κος Μπερνάρντ: Ναι, για αυτή τη φορά. Μα η τύχη από μόνη της δεν κάνει σπουδαίο έναν άνδρα. Εκείνοι που ξεχώρισαν δεν είπαν όχι σε ένα μικρό τόκο. 

 (Ο Κος Μπερνάρντ βγάζει το καπέλο του, κάνει μια υπόκλιση και φεύγει προς τη λεωφόρο. Ο κήπος έχει ησυχία. Ο Λουίτζι αποκοιμιέται μες στο καλό του κοστούμι. Ακούει τον κύριο πρωθυπουργό μες στο όνειρό του που υπόσχεται βοήθεια στους κατατρεγμένους. Δίχως να ανοίξει τα μάτια του, αποκοιμιέται. Μια δεκάρα πέφτει και τινάζεται.)

 Λουίτζι: Έλα εδώ εσύ! Είσαι μια σούπα και δυο τσιγάρα. Σίγουρα προέρχεται από το κυβερνείο. Μερικά λόγια δεν είναι κούφια και έναν σπουδαίο, χορτάτο άνδρα σίγουρα τον κάνει η τύχη, κύριε Μπερνάρντ) 

 (Ο Λουίτζι φεύγει για τη λεωφόρο. Ανακατώνεται με το πλήθος και αυτό ήταν.)

✳︎

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→

φωτο: Στράτος Φουντούλης