
Εργάκι βγαλμένο από τα κατάστιχα της ζωής του Αντώνη. Ο Ώντεν το΄γραψε κάποτε για μια άλλη ψυχή, πως τάχα «η ζωή του κοντοήμερο θα ήταν». Πώς ταιριάζει στα αλήθεια ο ποιητής τη μοίρα του Αντώνη με τον παλμό του κόσμου. Και η ιστορία τραβά και γίνεται έργο και πάλι πέφτει στην ανυποληψία που σαρώνει την εποχή μας.
(Παλιό, παροπλισμένο λιμάνι. Με τα σκουριασμένα του μηχανήματα, τις σβησμένες μαρκίζες και την απέραντη σειρά των γερανών. Παντού μπορεί κανείς να αναγνωρίσει τα υλικά μιας ποίησης που ακόμη δεν έχει γραφτεί. Οι γερανοί σημαδεύουν τον ορίζοντα και συγκρατούν όλη αυτή τη σιωπή που δεν έχει αλλού να πάει και έτσι στοιχειώνει ετούτο το λιμάνι, ετούτη τη σκηνή. Δυο τρία δυνατά φώτα φέγγουν στο τέλος του βραχίονα. Από εκεί και πέρα αρχινάει η θάλασσα με τα ποιήματά της και τους πνιγμένους και τα μετέωρα τα πλοία της, θυσία στον βωμό των οριζόντων.
Μες στη σιωπή, ξεσπά μια θαλασσοταραχή που όμοιά της κανείς και ποτέ δεν είχε δει. Τον κόσμο σαρώνουν ξαφνικά οι αέρηδες και μια βροχή θυελλώδης κατακλύζει τα πάντα. Σαν τελειώνουν όλα επάνω στον ντόκο, βρεγμένος ως το κόκαλο ένας άνθρωπος. Παλεύει να στηριχτεί στα δυο του χέρια. Για μια στιγμή τα χάνει. Πλακώνουν οι αστυφύλακες και τον κυκλώνουν. Του δίνουν μια στάλα νερό και τον αφήνουν να βρει το κουράγιο που του λείπει. Τώρα ο τόπος ησυχάζει και όλα επιστρέφουν στην παλιά, λιμανίσια σιωπή. Ο διοικητής φθάνει με τις καλογυαλισμένες του μπότες. Κατεβαίνει από το όχημά του προτού αυτό ακινητοποιηθεί, σε μια ένδειξη σφρίγους και ετοιμότητας που τον καταξιώνει στα μάτια των υφισταμένων του. Πλησιάζει τον ναυαγό και πιάνει μαζί του κουβέντα, θέλοντας να μάθει την ταυτότητα και την προέλευσή του. Τίποτε δεν μένει κρυφό από τις αρχές και ο διοικητής θα πάρει όλες τις πιθανές απαντήσεις.)
Ο κύριος Διοικητής: (στέκει πλάι στον κατάκοπο ναυαγό. Τον περιεργάζεται και ζυγίζει το νου του) Λοιπόν, μας οφείλετε μερικές απαντήσεις, δεν νομίζετε;
Ναυαγός: (ξερνάει το νερό, βρίσκει κάπως την ανάσα του και αποκρίνεται) Όλα θα σας τα πω, μονάχα μια στάλα νερό ρε παιδιά. Νερό!
(Ο κύριος διοικητής σκύβει κοντά του και του δίνει να πιει. Και εκείνος ξεδιψά)
Ναυαγός: Έχω να πιω κύριε μέρες ολόκληρες. Όσο διήρκησε το ταξίδι απέμεινα στεγνός. Και αν δεν ζήτησα, λέει μια σταλιά για να αντέξω. Δεν βρέθηκε τίποτε. Μονάχα απέραντες θάλασσες και ο ίσκιος του λιμανιού πέρα μακριά.
Ο κύριος Διοικητής: (κάπως πιο ήρεμος μια και ο ναυαγός δεν μοιάζει καθόλου επικίνδυνος) Ταξίδευες; Συνέβη κάποιο ναυάγιο; Υπάρχουν και άλλοι; Πώς διάβολο σώθηκες, πώς έφθασες ως εδώ νυχτιάτικα; Το καταλαβαίνεις ότι όσο να πει κανείς, η παρουσία σου εδώ, απόψε, μοιάζει με καλοστημένη έκπληξη. Το καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι;
Ναυαγός: Και δεν έχετε άδικο. Έκπληξη είναι και για μένα.
Διοικητής: Λοιπόν; Υπάρχουν και άλλοι εκεί έξω;
Ναυαγός: ΄Οχι, όχι, μόνο εγώ. Κανείς άλλος. Και εκείνος ο γέρος που όμως δεν ξέρω τι του συνέβη. Σε μια στιγμή χωριστήκαμε και δεν τον ξαναείδα. Μου φάνηκε πως τον σήκωσε ψηλά ένα μεγάλο θαλασσοπούλι και τον έσωσε αλλά δεν θα μπορούσα να ΄μαι βέβαιος για μια τέτοια ιστορία.
Ο κύριος Διοικητής: Όχι, δεν μπορείς να είσαι σίγουρος παλικάρι.
Ναυαγός: Ταξίδεψα μονάχα δυο μέρες. Όμως μου φάνηκε στ΄αλήθεια ένας ακέραιος και απέραντος αιώνας.
Ο κύριος Διοικητής: Πώς λέγανε το πλοίο σου;
Ναυαγός: (διστάζει) Δεν ήταν πλοίο, κύριε. ΄Ηταν ένα κήτος.
Ο κύριος Διοικητής: Εγώ φταίω που σε φίλεψα νερό για να μου λες τέτοιες ανοησίες. (στους άλλους) Πάρτε τον! Άμα ξαναδιψάσει θα κελαηδήσει, θα δείτε!
Ναυαγός: Όλα θα σας τα πω! Δεν λέω ψέμματα εγώ, μόνο που είναι αλλόκοτη η ζωή, κύριε.
Ο κύριος Διοικητής: Κήτος είπες…(πιο ήρεμος) Για εξηγήσου λοιπόν.
Ναυαγός: Κοιτάξτε, εγώ πριν από δυο μέρες έπεσα και πνίγηκα. Εδώ, πλάι στον ντόκο έπεσα και πέθανα. Αρμένιζα γύρω από το λιμάνι και μες στη σιωπή, πίστεψα το δίχως άλλο πως είμαι κιόλας ένας πνιγμένος. Σαν έφυγαν όλα τα πλοία για τα δρομολόγια τους, ήρθαν κάτι μικρά σκαριά για να με μαζέψουν. Εγώ τους άκουγα, μα ήταν αδύνατο να τους πείσω πως ήμουν ζωντανός. Εγώ ήθελα να ουρλιάξω πως δεν είμαι κανένας πνιγμένος, πως είμαι ζωντανός και πως με λένε Αντώνη. Μα δεν μου έδινε κανείς σημασία και είχαν ρίξει κάτι δίχτυα να με πιάσουνε. Και σφυρίζανε οι συναγερμοί των ρυμουλκών και με είχαν κυκλώσει πια όλα εκείνα τα μέσα τα σωστικά. Μα εγώ δεν ήμουν πεθαμένος, μόνο να, γλίστρησα και έπεσα μες στην εποχή μου. Και θα είχαν όλα τελειώσει, αν εκείνη ακριβώς τη στιγμή ένα απόκοσμο και παράξενο κήτος δεν έκανε την εμφάνισή του, έτσι ξαφνικά. Όρμησε μες στο λιμάνι και γκρέμισε μεμιάς όλες τις βάρκες και γίνηκε χαλασμός Κυρίου. Και εγώ πήρα να βυθίζομαι μες στο σκοτάδι, κυλώντας σαν σταγόνα πάνω στο μέτωπο του κόσμου. Και γλιστρούσα, σαν χίμαιρα μέσα από τις χαραμάδες εκείνου του φοβερού ζώου. Πρόλαβα να ακούσω μόνο τους ναύτες να φωνάζουν, άστον να τον πάρει ο διάολος, όξω, όξω από εδώ και άλλα, όπως ονόματα ανθρώπων που είχαν κιόλας εκείνη τη στιγμή πνιγεί, έτσι αναπάντεχα και αναίτια. Τι σόι έρωτας τους άρπαξε τα μάτια, κανείς δεν θα το πει. Και σαν έπαψε εκείνο το κύλημα, στάθηκα και είδα γύρω μου τον καινούριο, εκείνο κόσμο. Παντού σιωπή και σε μια άκρη ένας γέρος με καλάμι και κερί. Με κοίταξε μια στιγμή και έπειτα δεν μου έδωσε καμιά σημασία. Συνέχισε να κρατά λογαριασμούς με στο κατάστιχο του και άλλη σημασία για αυτόν δεν είχε ο κόσμος. Τον πλησίασα και είδα που έγραφε στο αραχνιασμένο βιβλίο το όνομα μου. «Αντώνης», για φαντάσου, ο γέρος με ξέρει και εγώ δεν θυμάμαι τίποτε για αυτόν. Τον ρώτησα πού βρίσκομαι και το όνομά του. Μου αποκρίθηκε με μια σπηλαιώδη φωνή, σαν αντίλαλος που σκαρώνουν τα παιδιά στις ρεματιές. «Είμαι ο γέρο Ιωνάς, αν με έχεις ακουστά. Κρατώ τον λογαριασμό εκείνων που πνίγονται και διορθώνω τις αδικίες. Και εσύ αδικήθηκες Αντώνη και τώρα θα πάρεις λοιπόν πίσω όλα όσα στερήθηκες. Πάει να πει, θα γυρίσεις πίσω στους ζωντανούς και θα ΄ναι τυχερό το αστέρι σου. Μόνο, μην πεις ποτέ ότι βρεθήκαμε να χαρείς γιατί τότε εκείνο το παραμύθι που με κρατά όρθιο θα πέσει και θα με πλακώσει. Και ο κόσμος τα έχει ανάγκη τα παραμύθια αλλιώς δεν υποφέρεται η άσχημη μινιατούρα του βίου.». Έγνεψα καταφατικά και τότε εκείνος σημείωσε κάτι στο χοντρό βιβλίο του και ευθύς το κήτος πήρε να ορμά προς την επιφάνεια. Τι χαλασμός και τι τραπέζια χάμω, κεριά, κοντυλοφόροι. Πώς εφορμούσε εκείνο το κήτος, σαν μια καλοδουλεμένη μηχανή! Και ευθύς ξεπρόβαλε στην επιφάνεια και έφερε δυο περιστροφές που μας αποτελειώσανε. Μες στον χαμό πρόλαβα να ακούσω το γέρο που΄λεγε «δεν ανήκεις εσύ στις τάξεις των πνιγμένων, άιντε να ζήσεις λεβέντη μου!» και έπεφταν τα νερα τριγύρω και σειόταν το λιμάνι. Να, μου έδωσε και τούτο το χαρτί, καμιά παραγγελία θα ΄ναι για κερί και μελάνι. Μα πού θα τον εβρώ τώρα πια, δεν το ξέρω. Να κοιτάξτε, είναι λέει ένα τραγουδάκι για τον κόσμο τον παλιό. Αυτόν που σώθηκε ντε!
Ο κύριος Διοικητής: (παίρνει το χαρτί και το διαβάζει. Έπειτα κοιτάζει τον παράξενο ναυαγό) Τι αξία έχει κάτι παλιό, παλικάρι; Οι καιροί μας προχωρούν γοργά, πού καιρός για τραγούδια και παραμύθια και παράδοξους ναυαγούς σαν και του λόγου σου. «Υπάρχει κάτι στον κόσμο που αντέχει ακόμη». Αυτό μόνο ρε παλικάρι; Παίζεις μαζί μας λοιπόν; (κάποιος του δείχνει μια λίστα με πνιγμένους. Το όνομά του βρίσκεται εκεί δίχως επίθετο και ρίζες. «Αντώνης». Το πρόσωπο του διοικητή χλόμιασε και έδωσε τη φοβερή διαταγή.
Ο κύριος Διοικητής: Πνίξτε τον μωρέ! Δεν θα κάνει διαφορά. Εμπρός, στη θάλασσα και έπειτα ο καθένας στις δουλειές του.
Υπασπιστής: Και αν κανείς φωνάξει «άνθρωπος στη θάλασσα»; Τι κάνουμε;
Ο κύριος Διοικητής: (εμπιστευτικά) Τον πνίγουμε και αυτόν!
Ναυαγός: Όπως αγαπάτε, εμένα πια καθόλου δεν με νοιάζει.
(Ήταν τη στιγμή που τον πετούσαν μες στο νερό και σωνόταν η ανάσα του που επαναλήφθηκε εκείνη η φοβερή η τελετή. Και το κήτος κατασπάραξε τον Αντώνη και χάθηκε στο πέλαγο που είναι πιο βαθύ από την συνείδησή μας. Ο πνιγμένος πια, πλησιάζει τον γέρο μες στο στομάχι εκείνου του φοβερού Λεβιάθαν.)
Ναυαγός: Τελικά, είχαν δεν είχαν με πνίξανε.
Γερο Ιωνάς: Έτσι κάνουν με όλα τα διαφορετικά πράγματα. Τώρα μπορείς να αναρρώσεις από τη ζωή που σου φυλάξανε.
(Και το κήτος ανοίγει το πελώριο στόμα του και στο βάθος ο ήλιος φλέγεται και ο γέρος με τον καινούριο του φίλο μετρούν το κενό εμπρός τους. Στο μεταξύ στο ντόκο, πέφτουν κεφάλια και στα ηχεία του θεάτρου, σαν προσευχή εκείνος ο στίχος που θέλει τα βράδια ήσυχα και την Αθήνα ένα μεγάλο καράβι, με σένα επιτέλους μέσα. Για όσους το επιθυμούν η Αρλέτα από ένα άστρο σιγοτραγουδά την καλύτερη εκδοχή μας. Ένα τραγούδι για τον Αντώνη.)
*
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.