Κατερίνα Λιάτζουρα, Λευκοί Νάνοι, εκδόσεις Βακχικόν 2023
ΛΕΥΚΟΙ ΝΑΝΟΙ
ΑΠΟ ΤΑ ΑΣΤΡΙΚΑ ΠΤΩΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΔΙΑΚΡΙΤΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ
Μία κριτική αποτίμηση και σχόλια για τη συλλογή από τον Κωνσταντίνο Χ. Λουκόπουλο
Οι Λευκοί Νάνοι είναι η τέταρτη ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα.
Έχοντας μελετήσει σε βάθος την προηγούμενη ποιητική συλλογή της, την Κρεμμυδαποθήκη, έχω να υπογραμμίσω ότι ενώ στην Κρεμμυδαποθήκη, που ήταν μια συλλογή κατά βάση ολόκληρη δομημένη πάνω στον άξονα ζωή – θάνατος, το ύφος υπαγορευόταν από το συναίσθημα δένοντας την ποιητική της με την απώλεια, με τις ανθρώπινες σχέσεις και κυρίως με τις οικογενειακές συνθήκες και με την παράδοση, στους Λευκούς Νάνους διατυπώνεται πλέον έντονα και με παρρησία η επιθυμία της ποιήτριας να διερευνήσει, να διατυπώσει και να εξελίξει μια δική της προσωπική οντολογία. Αυτό είναι ένα κομβικό σημείο, για κάθε ποιητή, ένα σημείο που φανερώνει μια ποιητική ωρίμανση. Έχοντας επομένως, κάτι τέτοιο στις προθέσεις της, κατασκευάζει ένα μακροσκελές ποίημα (long poem) – μανιφέστο, δίχως διάκριση, ούτε αρίθμηση, ούτε τιτλοθεσία στα επιμέρους τμήματα (ένα ποίημα που θυμίζει, για παράδειγμα, το Song of Myself του Walt Whitman) η απαρχή του οποίου (το πρώτο τμήμα του οποίου) διατυπώνεται με όρους μιας συμπαντικής διερώτησης.
Για να φτάσει στο στόχο της η ποιήτρια δανείζεται από το λεξιλόγιο της αστροφυσικής ή εν γένει των θετικών επιστημών (αρχής γενομένης του ίδιου του τίτλου, Λευκοί Νάνοι, που είναι ουράνια σώματα που προκύπτουν από την εξάντληση των πυρηνικών αποθεμάτων των άστρων), λέξεις που εξυπηρετούν την ένταση του συναισθήματος που πηγάζει από το μηδενικό σημείο της, θυμίζοντας εν πολλοίς μια γέννα που ταυτίζεται με τη γένεση του σύμπαντος κατά τη στιγμή της μεγάλης Έκρηξης. Στη συνέχεια σωματοποιεί ποιητικά τους Λευκούς Νάνους της – τα αστρικά της πτώματα – σε διάφορα σημεία της ποιητικής αφήγησης, τους κάνει άλλοτε οικοδεσπότες κι άλλοτε ψυχοπομπούς. Λέει για παράδειγμα:
μα και τον θάνατο τον λευκό τον θάνατο
εκείνο τον θάνατο τον εφήμερο
κοντά στην είσοδο κοντά στον άλλον κόσμο
εκείνον τον κόσμο τον τρισδιάστατο
τον ασύλληπτο και τρομαχτικό πολύ
λευκοί νάνοι λένε φυλάνε την είσοδο
μα δεν είδα
να εμποδίζεται με τάλιρα
το στρογγυλό το οπτικό
το νεύρο του κάτω κόσμου
Μια ακόμη οντολογική συνιστώσα του πρώτου μέρους είναι η αγωνία της ποιήτριας να περιγράψει το άπειρο και το απειροστό εντός των ορίων του εγκεφάλου ενός ανθρώπινου όντος (όρια τα οποία δεν ξεπερνιούνται αλλά ούτε περιγράφονται εύκολα) υιοθετεί επομένως το σύνολο της ορολογίας αυτής ώστε να διευκρινίσει τη θέση της απέναντι στην συντριπτική συνειδητοποίηση του ελάχιστου της ύπαρξης.
και καταλήξαμε στο τίποτα·
μαζί και με τ’ άλλα τα αστρικά τα πτώματα
θύματα της εντροπίας
στον ορίζοντα των γεγονότων·
Αυτό το πρώτο μέρος, μαρτυρά κυρίως την έκσταση και το δέος της ποιήτριας απέναντι στο χρόνο και στη δημιουργία, θεωρώντας αυτά τα δύο παραμέτρους ενός σύμπαντος που βρίθει από φως ή και αντίστοιχα από σκοτάδι μιας και το φως και το σκοτάδι έτσι ορίζονται, το ένα ως το αρνητικό συμπλήρωμα του άλλου.
και οι γαλαξίες να ανοίγουν και τα αστέρια να πληθαίνουν
θραύσματα χώρου και χρόνου
να διογκώνουν τις ψευδαισθήσεις
σε μια διάσταση άλλη
άγνωστη σε μας και στην ιστορία
μιας μαύρης τρύπας που ρούφηξε και ξέρασε
και που ρουφά και ξερνά
εσαεί και εσαεί
φως φως φως
Το όλον επομένως μπορεί να ιδωθεί ως μια επώδυνη πορεία προς το φως κατασκευασμένη μέσα στο χρόνο. Ας κρατήσουμε εδώ τον χρόνο και ας θυμηθούμε ότι θα επιστρέψει σε αυτόν κλείνοντας τη συλλογή με έναν πολύ κομψό, εννοιολογικό τρόπο.
Αν και το εγχείρημα του πρώτου μέρους, δείγμα απαράμιλλης λυρικότητας κατά τα άλλα, δυσχεραίνεται κάπως από την επιλογή του εξειδικευμένου λεξιλογίου, θα μπορούσε κανείς να πει με ασφάλεια ότι αυτό το μακρύ ποίημα γίνεται πολύ περισσότερο έντονο, ουσιαστικό, ακριβές και βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην αλήθεια της προηγούμενης συλλογής της, στο δεύτερο μέρος, περίπου από τη μέση και μετά, όπου πραγματικά η ποιητική της απογειώνεται. Με αυτά κατά νου το βιβλίο, πετυχαίνει απολύτως τον πρωταρχικό στόχο του (αν αποδεχθούμε ότι στόχος του είναι να δημιουργηθεί μία προσωπική οντολογία) και ταυτόχρονα αρθρώνεται ισχυρός ποιητικός λόγος και σκιαγραφείται και επαναδιατυπώνεται (έως και επαληθεύεται) το προσωπικό ποιητικό της στίγμα. Στο δεύτερο μέρος, ακολουθεί μία διαδρομή η οποία τα συντρίμμια της γένεσης τα αντιμετωπίζει ως μπάζα, ως έρμα. Εξ αυτών λοιπόν, ή δια αυτών, επιθυμεί να διέλθει – αναγνωρίζοντας την ουσία τους – σκάβοντας και πάλι προς το φως που παραμένει ταυτόσημο με την απόλυτη αυτογνωσία.
Εγκαταλείποντας πίσω της αυτό το έρμα με σεβασμό, γράφει:
άπλωσα το χέρι κι άγγιξα
την στάχτη που απέμεινε
και ευλαβικά την σήκωσα
σαν της νεκρής την σάρκα
και την κοίταξα καλά
και έσκυψα και την καμένη μύρισα
και στερνή την χάιδεψα φορά
και έκλεισα τα μάτια
και άρχισα να ζωγραφίζω…
[και ακολουθεί μια ενότητα όπου κυριαρχεί και η φύση και το πράσινο]
Η διαδικασία αυτή μοιάζει τώρα με μια έξοδο από το σπήλαιο του Πλάτωνα, ένα ταξίδι που την βοηθά να ανταμώσει με την πρόσφατη ή την παρελθοντική απώλεια, να συναντήσει αγαπημένα της πρόσωπα, τη μητέρα της, τον πατέρα της, προσφιλείς φίλους και συγγενείς, εικόνες, φιγούρες που αποτελούν το δικό της σύμπαν, καθώς εκεί στηριζόμενη θα διέλθει από τους τόπους, τις μυθολογίες και τους φιλοσόφους τους οποίους καταδεικνύει και στους οποίους ομνύει. Θα μιλήσει δευτεροπρόσωπα με όλους αυτούς και θα τους απευθυνθεί στον ίδιο τόνο. Έτσι, ο Μπλαίζ Πασκάλ, ο Δάντης, Ο Θωμάς ο Ακινάτης, ο Πτολεμαίος (μετά της Αλμαγέστης του), ο Απόστολος Παύλος θα εξισωθούν με τη φιγούρα της μητέρας ή του πατέρα και ισότροπα θα στέρξουν αρωγοί προς τη διαμόρφωση ενός εξατομικευμένου αξιακού κώδικα, ενός κώδικα που τη βοηθά να διατυπώσει τη δική της κοσμογονία. Σε αυτό το δεύτερο μέρος, θα διαπιστώσει με πίκρα την αθλιότητα της ζωής των πραγμάτων που έχουν καταντήσει σαν τις πληγές του Ιώβ για τον σύγχρονο άνθρωπο. Λέει:
να αναιρεί το σύμπαν την ευταξία
και την ευδαιμονία
και την ίδια τη ζωή
το ευ ζην να αποτελεί ψευδαίσθηση
και η ευμένεια μια άλλη σιωπή·
μόνο στην ευθανασία το [ΕΥ]
να περιπαίζει
λέξη και ουσία
σαν εύγλωττα καταλάβει
τον θάνατο να θέλει
να γίνει και πάλι
η Αρχή
Και από εκεί θα καταλήξει σε μία μορφή οικολογικής συμπερίληψης (δικαιώνοντας και την ομοιότητα με το Song of Myself) η οποία όμως ενσωματώνει την ιστορική συνθήκη και εμπλουτίζεται από διάφορα τμήματα μυθολογιών της Ευρώπης, ή και ανατολικών λαών (των Ασύρριων, των Βαβυλώνιων) αλλά και από σπουδαίες στιγμές της ανθρώπινης σκέψης οι οποίες ενσωματώνονται στον κορμό του θέματος, το εμπλουτίζουν, με διάφορες διακειμενικές αναφορές, και ενισχύουν την αναγνωστική απόλαυση.
Μα, υπήρξε ποτέ η Μεσόγειος; ο άξονας του κόσμου; το Theatrum Orbis Terrarum δεν έχει διακοσμητικό φορτίο εξαίρετο; μέθυσε και το τελευταίο λεπιδόπτερο από την βία; δεν είναι πέντε τα κλίματα; επίπεδη η γη; το σχέδιο διαφυγής δεν το μελέτησες επαρκώς; λιώνουν οι πάγοι; οι παγετώνες της καρδιάς; έπαψε να ΄ναι:
«Die ganze Welt in einem Kleberblatt»;
Όχι φίλε μου Pascal!
δεν φταίει που δεν είμαι
ικανή να κάτσω στο δωμάτιο ήσυχα
και μόνη
φταίει που ο κόσμος γύρω μου
άρχισε να γυρνά παράδοξα
την εποχή των οραμάτων
Από τη ματαιότητα, την πικρή διαπίστωση της malaise du siècle και τη μελαγχολία του δεύτερου μέρους, καταλήγει στον Επίλογό της, στα δυο καταλογικά ποιήματα – κεντήματα πάνω στην υφή του χρόνου, προς τα οποία έχει από την αρχή προϊδεάσει ότι κατευθύνεται, στο Χρονολόγιο της Ύπαρξής της και ακόμη περισσότερο στη Συστηματική Ταξινόμηση της. Μέσα από το βιτριολικό χιούμορ, την ειρωνεία τους, τον πικρό αυτοσαρκασμό τους και την επιστημονικοφανή εγκυρότητά τους φαίνεται να επιτυγχάνει το πάντρεμα της αίσθησης του χρόνου του μικροόντος με την αίσθηση του χρόνου του σύμπαντος, (καθώς ο χρόνος όπως περιγράφεται στο πρώτο τμήμα της συλλογής δεν έχει κατά τη γνώμη μου σχέση με το πώς βιώνεται ο χρόνος από ένα ανθρώπινο ον.) Παραθέτω το δεύτερο και κλείνω με τη διαπίστωση ότι όλα τα ανωτέρω (το χιούμορ, η ειρωνεία, ο αυτοσαρκασμός κλπ.), όπως αναδύονται εξ αυτού, είναι επίσης απαραίτητα οδόσημα για μια διεξοδική πλοήγηση στην ποιητική της Κατερίνας Λιάτζουρα._
Η συστηματική ταξινόμηση [μου]
Βασίλειο: Ζώα
Συνομοταξία: Χορδωτά
Υποσυνομοταξία: Σπονδυλωτά
Ομοταξία: Θηλαστικά
Τάξη: Πρωτεύοντα
Υποτάξη: Απλόρρινοι
©Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος
Έναστρον βιβλιοκαφέ
21/10/2023


Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.