Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Ντριν!

Εργάκι με θέμα του την επικαιρότητα
και
έναν επίμονο χτύπο τηλεφώνου
που εντείνει την αγωνία,
τι αγωνία δηλαδή;
Τίποτις!

κηνικό παλαιοπωλείου. Αμέτρητα πράγματα βαλμένα σε απέραντες βιβλιοθήκες, όλων των λογιών τα τεντζερέδια, γκλίτσες, ειδή αγροτικά και άλλα πολύ φολκλόρ. Θα τρώγανε όλες τις σκηνικές οδηγίες αν τ’αράδιαζα αναλυτικώς, όχι στ’αλήθεια, μα στην έκταση του χρόνου που ‘ναι το στοίχημα, που’ναι το στοίχημα. Τρεις άνδρες ντυμένοι με κατάμαυρα κοστούμια, μοιράζονται τη σκόνη του μαγαζιού. Στέκουν στεφανωμένοι από τα ράφια που σας είπα και μοιάζουν με τους σοφούς της αιωνιότητας, έτσι που στηρίζουν μια προτομή, μια εκδοχή τους. Κάτι σοβαρό συζητούν και στο τραπεζάκι εμπρός τους σωθήκανε οι μεζέδες. Ένας έχει βγάλει τα δαχτυλίδια του και τα έχει αφήσει εκεί απάνω, άγνωστο σε τι παιχνίδι τα’χει ποντάρει. Μια λάμπα χαμηλωμένη σκεπάζει τις ντροπές τους. Όσο για τα ονόματά τους, ας πούμε πως πρόκειται για τους κυρίους κυρίους Αντωνάκη, τον κύριο Κώστα και τον ιδιοκτήτη του καταστήματος, τον επονομαζόμενο και Γιασεμάκη.)

Κύριος Αντώνης: Πότε θα χτυπήσει το ρημάδι;

Κύριος Κώστας: Θα χτυπήσει βρε αδερφέ! Στάθηκες και εσύ στο χτύπο, λες και χάθηκε ο κόσμος.

Κύριος Αντώνης: (ανασηκώνεται από τη θέση του, χτυπά ένα ράφι, μια σειρά από κάτι κόκκινες κονσέρβες πέφτουν απάνω στο κεφάλι του, βλαστημάει μα τι να σου κάνει, η ζημιά έχει γίνει) Χάθηκε! Πώς δεν χάθηκε! Το φαντάζεσαι, να περιμένουμε τζάμπα;

Κύριος Κώστας: Τζάμπα; Εγώ δεν περιμένω καθόλου τζάμπα. Τρώγω και πίνω και έχω τη συνείδησή μου καθαρότατη, διαυγή, τι διαυγή δηλαδή, διάφανη, σαν πρωινό, ανατολικό άνεμο.

Κύριος Αντώνης: Και εγώ; Τι, δεν την έχω εγώ βρε Κώστα; (αλλάζει ύφος) Και αν τάχα είπαμε καμιά κουβέντα, αξίζει τέτοιο φέρσιμο, τέτοια περιφρόνηση; Όχι, πες μου, εσύ ο διαυγής, συμφωνείς με αυτό το μαρτύριο; (προς τον Γιασεμάκη) Ρε Γιασεμάκη, βάλε να πιούμε κάτι. Στεγνώσαμε, κάτι πρωινά σκέτος πελτές, (προς τον Κώστα) , πώς τ’αντέχεις που δεν χτυπά;

Κύριος Κώστας: Ωραία! Να το συζητήσουμε το πράμα! Άντε και χτύπησε! Και αν δεν σου πουν αυτό που θες να ακούσεις; Τι γίνεται τότε; Μου λες; Το μέτρησες αυτό κύριε Αντωνάκη;

Κύριος Αντώνης: Αυτό αποκλείεται.

Κύριος Κώστας: Τώρα τα λέμε μια χαρά.

Κύριος Αντώνης: Ειρωνεύεσθε συνάδελφε; (προσβεβλημένος)

Κύριος Κώστας: (προς τον Γιασεμάκη) Πρόσεχε Γιασεμάκη, μην φέρεις άλλο και τον χάνουμε τον Αντωνάκη. Γίναμε συνάδελφοι, τ’ακούς συνάδελφοι Γιασεμάκη. Τ’ακούς; Τ’ακούω.

Γιασεμάκης: Εγώ δεν ξέρω τι ‘ναι αυτό που σε βασανίζει , μόνο που ξέρω ό,τι άμα καρφώνεις τα μάτια σου στην πρόκα χάνεις την τάβλα.

Κύριος Κώστας: Ωραία τα λες και εσύ Γιασεμάκη. Βάλε να πιούμε βρε αδερφέ. Τον εβάρεσε ο πελτές στο κεφάλι τον Αντωνάκη.

Κύριος Αντωνάκης: Γελάτε, εσείς μωρέ, μα εμένα μου ‘χει φάει τη ζωή αυτό το τηλέφωνο. Ν’άκουγα, λέει, “ο κύριος Αντωνάκης; Να πω, ο κύριος πρόεδρος;” Και εμένα να μου κοπεί η ανάσα, σαν όταν σε βρίσκουν οι μεγάλες οι χαρές. Επιτέλους, να παροπλιστώ και εγώ όπως μ’αρμόζει. (προς τον Κώστα) Και εσένα, μ’όλο που με περιφρόνησες και με έκανες χάζι, εγώ δεν θα σε ξεχάσω. Θα σε φέρνω να καθόμαστε στον κήπο. Ε, ρε κάτι ίσκιους που θα’χουμε!

Κύριος Κώστας: Με συγκίνησες βρε αδερφέ, τώρα μ’άγγιξες μια χορδή. Αμάν! Ρε Γιασεμάκη, πιάσε ένα τραγουδάκι, μας έφαγε η σιωπή. Μόνο οι σκόροι ακούγονται εδώ να, άιντε να δούμε, πούθε θα μας βγάλει ετούτη η μέρα.

(Ξάφνου, ντριιιιν, ντριιιιιν, πιο επίμονα, ντριιιιν, ντριιιιν, και δώστου, να χαλά ο κόσμος και ο Αντωνάκης να δένει το κολάρο του και να χτενίζεται, μα γιατί να χτενιστεί, τι τον έπιασε, ποιος θα τον δεί που δεν πέρασε ψυχή από το πρωί. Τίποτε δεν πουλάει ο Γιασεμάκης, ντριιιν, ντριιιιν, και άντε πάλι πιο βασανιστικά, οι τρεις τους γυρεύουν το τηλέφωνο, ο Αντωνάκης με μια κάποια πόζα, ο Γιασεμάκης έχει φέρει το χαλασμό, τρέχει, κάνει άκρη ο κύριος Κώστας, στριμώχνεται ο Γιασεμάκης.  

Μεμιάς στην άλλη γωνιά της σκηνής πέφτει φως και ένας πιανίστας ξεκινάει κάτι παραδοσιακά του Καλομοίρη, από αυτά που δεν αντιληφθήκαμε και τελικώς καταδικάσαμε, κατά τα γνωστά. Και άλλα φυσικά. Τελικά τη συσκευή εντοπίζει ο Γιασεμάκης, σηκώνει το ακουστικό και διακόπτει ένα ντριιν που μόλις και ήταν έτοιμο να κουδουνίσει εδώ και εκεί.)  

Γιασεμάκης: Παρακαλώ; Του Γιασεμάκη, λέγεται. Εδώδιμα.

(Κάτι του λένε, γουρλώνει τα μάτια, οι άλλοι δυο αντιλαμβάνονται ότι η ζωή του Γιασεμάκη κρέμεται από μια κλωστή, ρε Γιασεμάκη, ρε Γιασεμάκη, για τον Θεό βρε αδερφέ. Ποιον από όλους δεν μου’πες Γιασεμάκη; Γιασεμάκη;)

Κύριος Αντώνης: Πες το Γιασεμάκη και βάλε να μου ευχηθείτε. (σοβαρά)

Γιασεμάκης: Αμάν κύριε Αντωνάκη μου! Δεν σας τα ‘πα!

Κύριος Κώστας: Μην μου πεις!

(Κοιτάζονται οι τρεις τους, ο ένας δείχνει τον άλλον, τελικά και οι δυο κοιτάζουν τον Γιασεμάκη. Ο Αντωνάκης κάνει πως πέφτει, στηρίζεται και σωριάζεται στο κάθισμά του, όπως τώρα και αύριο και πάντα. Ο Κώστας εξηγεί.)

Κύριος Κώστας: Πώς το’κανες ρε Γιασεμάκη αυτό;

Γιασεμάκης: Βρε αδερφέ, στο σταυρό μου δεν ξέρω τίποτις.

Κύριος Αντώνης: (επαναλαμβάνει ξέπνοα) Τίποτις, τίποτις, τίποτις (συλλαβιστά)

Κύριος Κώστας : Ε βάλε να πιούμε ντε! Θα μας αφήσεις τα κλειδιά, να χαρείς, Γιασεμάκη, να’ρχόμαστε μια στάλα. Συνηθίσαμε Γιασεμάκη. Ή να πω, κύριε πρόεδρε; (κερνιούνται και πίνουν άγαρμπα και αγκαλιάζονται. Ο Αντωνάκης ξεσφίγγει το κολάρο, πλησιάζει τον πιανίστα και μαζί πιάνουν κάτι ωραία λυπητερά. Αυτό είναι όλο. Σαν να λέμε, το κοκλάβιο έδωσε την ετυμηγορία του και ο Γιασεμάκης εισήλθε στην αιωνιότητα, ως ο πλέον πετυχημένος έμπορος των εδωδίμων.)

*

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→

φωτο: Στράτος Φουντούλης