Κία Φιλιππίδου, Σε χασαπόχαρτο

«Φέρε μου τον οικογενειακό «πάπυρο» σε παρακαλώ»

«Δεν μπορώ, βαριέμαι»

Η φωνή ακούστηκε από πολύ κοντά, σήκωσε έκπληκτος το κεφάλι και τον είδε μπροστά του. Τον «πάπυρο» και από πίσω τον γιό του με ύφος σκανταλιάρικο και χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά.

«Πότε πρόλαβες;»

«Ήξερα ότι θα τον ζητήσεις. Κάθε χρόνο, όταν φτάνουμε με στέλνεις πάνω να τον φέρω»

Του τον άφησε και έτρεξε στον δρόμο να βρει τους άλλους δεκάχρονους να παίξουν. Είχαν να ιδωθούν από το περσινό Πάσχα. Ποτέ δεν πήγαιναν στη Σύρο Χριστούγεννα ή καλοκαίρι. Πάντα τη Μεγάλη Παρασκευή. Και πάντα έβγαζε τον «πάπυρο» να συμπληρώσει τι είχε συμβεί στην οικογένεια αυτούς τους δώδεκα περίπου μήνες που ένωναν τα δύο Πάσχα. Το παλιό και το καινούργιο.

Έλυσε τον λεπτό σπάγκο που κρατούσε τον «πάπυρο» σε σχήμα κυλίνδρου, όπως στην αρχαιότητα. Κατά τα άλλα ήταν ένα μεγάλο γκρίζο χασαπόχαρτο, γεμάτο γράμματα και χρονολογίες. Το άνοιξε, το ξετύλιξε κι έμεινε να το κοιτάζει αφηρημένος.

Άφησε αδιάβαστη την πάνω καμπύλη και ίσωσε το χαρτί από τη μέση και κάτω. Προς το τέλος των σημειώσεων είδε τα μικρά καθαρά γράμματα: «Γεννήθηκε ο Βαγγέλης. 1 Μαρτίου 2025». Σα να άκουσε ο Βαγγέλης από το πάνω πάτωμα το όνομά του και άρχισε να φωνάζει αγανακτισμένα: «ΑΑΑΑΑΑ Τουτούη!!!». Μετά πάλι ησύχασε. Θα είχε κάνει η Ανθή τα μαγικά της. Δίκιο έχει ο φουκαράς. Δεν κάνει κέφι να κοιμηθεί με το ζόρι. Θέλει να παίξει κι αυτός σαν τον αδελφό του. Άκουσε τις φωνές στον δρόμο. Και τη μπάλα που κοπανιέται στους τοίχους. Κι εγώ έβγαινα έξω να παίξω από μηνών. Κι έβλεπα και τ’ αρνάκια που έφερναν. 

Τον πλημύρισε μια  νοσταλγία που έμοιαζε με λύπη, η μια λύπη που έμοιαζε με νοσταλγία. Μία λύπη που έμοιαζε με ενοχή.

Ίσιωσε την πάνω καμπύλη. Διάβασε: «Σεπτέμβριος 1992, μετακόμιση στον θείο». Τα γράμματα παιδικά και ευανάγνωστα. Ο γραφικός του χαρακτήρας δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου. Όλα τα άλλα είχαν. Άλλη η ζωή του μετά τη μετακόμιση στην Αθήνα. Καινούργιο σχολείο, φίλοι, συγγενείς που δεν γνώριζε έως τότε. Το σόι της θείας Ελένης, της νύφης της μάννας του. Τους είχαν υποδεχτεί με πολλή αγάπη. Έπεσαν πάνω τους να κλείσουν τις φρέσκες πληγές της χήρας και του ορφανού. Θα νοίκιαζαν το μαγαζί είπαν. Ποιος θα το δούλευε; Δεν ήταν από τα μαγαζιά που θα μπορούσε να κρατήσει μια γυναίκα μόνη της. Η μάννα ήταν μια από τις τελευταίες νοικοκυρές της γενιάς της. Στο νησί υπήρχαν σχετικά λίγες εργαζόμενες γιατί δεν υπήρχαν αρκετές θέσεις εργασίας. Ο τουρισμός ήταν ακόμη στα σπάργανα. Δεν είχε ανακαλυφθεί η αστική γοητεία της Σύρου.

Αστική γοητεία. Η σκέψη τον έκανε να χαμογελάσει αρκετά πικρά. Θυμήθηκε τα κατσικάκια μικρά και λευκά να προχωρούν προς το μαγαζί. Όχι ακριβώς να προχωρούν, να σέρνονται πίσω από ένα κομμάτι σκοινί δεμένο στον λαιμό τους. Και μετά εκείνος έτρεχε μακριά, έστριβε στη γωνία για να χάσει την οπτική επαφή, να μη κινδυνεύει να δει κάτι από αυτά που μάντευε ακούγοντας τις κραυγές που διαπερνούσαν τα χέρια του, και τρυπούσαν τ’ αυτιά του.

Πάντα ύστερα από τέτοιες αποδράσεις ακολουθούσε τιμωρία. Ο πατέρας γυρνούσε βράδυ στο σπίτι και τον φοβέριζε ότι θα τον ντύσει κορίτσι. «Μόνο τα κορίτσια λιγοθυμούν με λίγο αίμα. Πως θα μεγαλώσεις αν δεν τρως κρέας; Πως θα ζήσουμε όλοι μας; Στο σχολείο δεν σας το έμαθαν εννέα χρονών γομάρια ότι χωρίς κρέας δεν μπορεί ο άνθρωπος; Αν δεν το σφάξω εγώ -ή εσύ σε λίγα χρόνια- πως θα φας το φιλετάκι σου; Και πως θα έχεις αυτό το ωραίο σπίτι να μένεις αν το μαγαζί δεν βγάζει λεφτά; Και τώρα το Πάσχα, ναι, πρέπει να πιάσω το αρνί και να του πάρω το «κεφαλάκι». Έτσι μου το λέει αυτός που το μεγάλωσε και το αγάπησε. Τη βλέπω τη στεναχώρια στο βλέμμα του, αλλά μου το ζητάει γιατί πρέπει. Για να γιορτάσει. Το λέει και η εκκλησία».

Έτσι είχε γίνει κι εκείνο το τελευταίο Πάσχα. Μεγάλο Σάββατο γύρισε ο πατέρας κουρασμένος, δεν είχε δύναμη ούτε να τον βρίσει, που αντί να μείνει να μάθει τη δουλειά, -ήταν πια δέκα, η κατάλληλη ηλικία για να διδαχθεί, μετά θα ήταν αργά, θα γινόταν μαλακοπίτουρας- το έσκασε πάλι με το πρώτο απελπισμένο βέλασμα. Είπε στη μάννα του να πάρει τον βουτυρομπεμπέ της, και να φύγουν μόνοι τους για την Ανάσταση. Εκείνος θα πλενόταν, και θα τους έβρισκε πριν βγει το Άγιο φως.

Το Άγιο φως  βγήκε και μοιράστηκε από λαμπάδα σε λαμπάδα. Έψαλλαν και το Χριστός Ανέστη, φιλήθηκαν με φίλους και συγγενείς, και κανείς δεν ανησύχησε που ο χασάπης δεν φάνηκε. «Ήταν πολύ κουρασμένος ο Βαγγέλης» έλεγε η μάννα. «Θα έμεινε να μας περιμένει στο σπίτι, επόμενο ήταν, είχε πολλή δουλειά σήμερα. Τώρα το βράδυ μου είπε ότι κατάφερε να φτιάξει το δικό μας κοκορέτσι. Αύριο πάλι θα βάλει από νωρίς τη σούβλα. Καλύτερα που δεν ήρθε. Ελπίζω να τον βρούμε ξύπνιο να τσουγκρίσουμε κανένα αυγό. Καληνύχτα τώρα, Σας περιμένουμε το πρωί κατά τις έντεκα, να έχει ροδίσει λίγο το αρνί, να βγάλω και τα πρώτα μεζεδάκια».

Περπατούσαν προς το σπίτι κι εκείνος παρακαλούσε να βρει τον πατέρα κοιμισμένο, να μη του γκρινιάζει που δεν είχε μείνει στο μαγαζί να δει το σφάξιμο.

Τον βρήκαν στο κρεβάτι κουκουλωμένο, δεν τον ξύπνησαν. Η μάννα τον λυπήθηκε. Έβγαλε τη μαγειρίτσα για κείνη και τον γιό της κι έκανε ότι δεν κατάλαβε όταν ο γιος στριφογύριζε το κουτάλι και έτρωγε το αυγό. Έκανε ότι δεν κατάλαβε και όταν τον είδε να σηκώνεται έχοντας αφήσει το πιάτο του γεμάτο. Μόνο πριν κοιμηθεί του πήγε ένα σοκολατούχο γάλα να το πιει στο δωμάτιο.

Την άλλη μέρα το πρώτο πράγμα που είδε όταν ξύπνησε ήταν το άδειο ποτήρι του σοκολατούχου στο κομοδίνο δίπλα του, και άκουσε κλάματα και φωνές. Στην αρχή δεν κουνήθηκε, έμεινε κάτω από το πάπλωμα κλείνοντας τ’ αυτιά για να μην καταλάβει. Μετά όμως,  όταν όλη η γειτονιά βρισκόταν μέσα στο σπίτι, και η μάννα του λιποθυμούσε και συνερχόταν λέγοντας «μην μας ακούσει το παιδί», σηκώθηκε κι έτρεξε στην αγκαλιά της.

Από τότε είχαν περάσει τριαντατέσσερα χρόνια. Όλα τα Πάσχα έρχονταν στη Σύρο. Μεγάλη Παρασκευή. Πρώτα στον τάφο και μετά στο σπίτι. Ύστερα συμμετείχαν στα θρησκευτικά έθιμα: στην περιφορά του Επιταφίου, στη λειτουργία της Ανάστασης. Ανήμερα το Πάσχα καλούσε ο κύριος Καθηγητής, ναι είχε γίνει φιλόλογος. Είχε διαβάσει, έλεγαν, νυχθημερόν για να το πετύχει, για να μην του πει κανείς να πάρει το μαγαζί του πατέρα του, να μη χρειαστεί ποτέ να γίνει χασάπης. Έτσι κυκλοφορούσε, σαν φήμη.

Ο Καθηγητής ετοίμαζε ταψιά από σπανοκόπιτες, μπριάμ, ζυμαρικά, θαλασσινά, μανιτάρια γιαχνί, πατάτες με σελινόριζα, και ό,τι άλλο βγάζει ο γιαλός και ο μπαξές, και τραπέζωνε όλο το Συριανό σόι.  Τα πρώτα χρόνια πήγαιναν οι συγγενείς γελώντας και κοροϊδεύοντας για το Πάσχα του χορτοφάγου, «που θα έτριζαν τα κόκκαλα του πατέρα του», αλλά τώρα τελευταία, κάτι είχε αλλάξει. Θείοι και ξαδέλφια μαζεύονταν με αδημονία. Να δοκιμάσουν όλα αυτά τα ωραία που είχε μάθει να μαγειρεύει ο μικρός του Χασάπη. Ο σπουδαγμένος. Νόστιμα. Και τα είχε μάθει και στη γυναίκα του, και το πιο παράξενο τα είχε μάθει και στη μάνα του, τη χασάπισα, τη χήρα, που ήταν νέα όταν έπαθε την ανακοπή ο άντρας της, και που ακόμη θυμόταν το πρωινό που εκείνος δεν ξυπνούσε. Και όμως η χήρα είχε να φάει κρέας τριαντατέσσερα χρόνια. Και ήταν ευχαριστημένη.  Και μια φορά της ξέφυγε και είπε ότι και ο συχωρεμένος από στεναχώρια πήγε. Δεν άντεξε όλα αυτά τα βλέμματα την ώρα που τους έκοβε τον λαιμό. Δεν άντεξε τα βελάσματα λίγο πριν από την τελευταία ανάσα. Έτσι ειπώθηκε.

*

©Κία Φιλιππίδου

φωτο: Στράτος Φουντούλης

✳︎