Από τις εκδόσεις Σμίλη

ΕΝΣΤΑΝΤΑΝΕ ΜΙΑΣ ΑΛΛΟΚΟΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
Άλλαζε ξαφνικά η θερμοκρασία, έπεφτε κατακόρυφα όταν διέσχιζα με το μηχανάκι μου το γεφυράκι πάνω απ’ τα βαλτόνερα, νιώθοντας εκείνο το γνώριμο ρίγος να με διαπερνά, σωτήριο κι ευλογημένο μόνο το κατακαλόκαιρο, όταν το νησί βούλιαζε από ζέστη και άπνοια , συνάμα με ορδές ντόπιων ή ξένων τουριστών.
Χρόνια διακοπές εκεί, από μικρό παιδί, στο ημιορεινό χωριό της μάνας μου, μεγάλο σόι, μπαρμπάδες, θειες, ξαδέλφια και φίλοι που εναλλάσσονταν για ολιγοήμερες διακοπές.
Φέτος το νησί ήταν απάτητο κυριολεκτικά, είχαν έρθει όλοι, οι δυο Παναγιώτηδες, τα συνονόματά μου ξαδέλφια, ο Νίκος με τη Μαρία, ζευγάρι απ’ τις τελευταίες τάξεις του Λυκείου και κατά ευλογημένη σύμπτωση συμφοιτητές μου στην ίδια σχολή, οι δυο Κατερίνες, πρώτες μου ξαδέλφες κι αυτές που φιλοξενούσαν μια φίλη τους, ο Χάρης, κολλητός του άλλου ξαδέλφου μου του Μάνου, αχώριστοι απ’ όταν πρωτογνωρίστηκαν στο νηπιαγωγείο. Αυτοί οι δυο σχεδόν κάθε χρόνο έρχονταν μαζί, ο τέντζερης με το καπάκι του τους πειράζαμε, δεν έκανε ο ένας χωρίς τον άλλον, καλύτερα κι από αδέλφια.
Με τη φλόγα και την βιάση της νιότης ροβολούσαμε τα βράδια με τα μηχανάκια μας απ’ το χωριό προς την πλατεία, κάπου πέντε χιλιόμετρα δρόμος, θορυβώδη μελίσσια ή αλογόμυγες, περνώντας πάντα απ’ το δροσάτο γεφυράκι που μας ανατρίχιαζε ευχάριστα και συναπαντιόμασταν στα νυχτερινά μαγαζιά με πειράγματα, πιώματα, καμάκι στα κορίτσια.
Ήταν εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ λοιπόν, τη χρονιά που έκλεινα τα είκοσι και κατέβαινα αργοπορημένος με το μηχανάκι απ’ το χωριό προς το κατασκότεινο πέτρινο γεφύρι…
Είχα ήδη μπει, όταν από την κορυφή του κεφαλιού μου, αργά, πολύ αργά, άρχισε να με διαπερνά ένα ρίγος αλλιώτικο απ’ αυτό που ήξερα κι είχα συνηθίσει χρόνια τώρα. Γλιστρούσε σαν άυλη μάζα μέσα στις φλέβες μου, παγώνοντας στην κυριολεξία το αίμα, τους νευρώνες και τους μύες μου, αναγκάζοντάς με να σταματήσω και ν’ απομείνω εντέλει ακίνητος πάνω στο γεφύρι, σαν ενσταντανέ, στο φωτογραφικό άλμπουμ εκείνης της νύχτας.
Χρειάστηκα κάποια δευτερόλεπτα να συνέλθω, να ξανανιώσω ζωντανός και να συνεχίσω τον δρόμο μου. Κι όταν το κατάφερα, λίγο πιο κάτω αντίκρισα πρώτα τα σπασμένα γυαλιά, ύστερα διέκρινα τις διάσπαρτες κόκκινες κηλίδες, τα μεταλλικά και πλαστικά κομμάτια κι όλα όσα καταμαρτυρούσαν το πρόσφατο τροχαίο. Ψυχή όμως…
Σοκαρισμένος διπλά, τόσο απ’ την πρωτόγνωρη αίσθηση που με κατέλαβε όσο κι απ’ τα πειστήρια της πρόσφατης σύγκρουσης, αναρωτήθηκα τι άραγε είχε συμβεί κι αν εκείνες οι κηλίδες σήμαιναν ελαφρύ τραυματισμό ή θάνατο.
Έφτασα στην πλατεία κι ήταν σα να’ φτανα σε περίβολο εκκλησίας εν ώρα λειτουργίας. Μουσικές πουθενά, γέλια και φωνές επίσης, οι άνθρωποι που κάθονταν στα τραπεζάκια ήταν σιωπηλοί ή μιλούσαν ψιθυριστά, σχεδόν συνωμοτικά.
Έψαξα να βρω την παρέα μου, κανένας πουθενά, σα να’ χε ανοίξει η γη και να’ χε καταπιεί όλη την, ως εκείνη τη στιγμή, γνώριμη ατμόσφαιρα της πλατείας, την ανεμελιά, τα κελαρύσματα των αγοριών και των κοριτσιών, τις μουσικές, τα θορυβώδη σουρσίματα των ρούχων και των βημάτων, τον χαρούμενο απόηχο που πλημμυρίζει τέτοια εποχή αυτά τα μέρη.
Διαισθανόμουν ότι κάτι πολύ κακό είχε συμβεί, θα μπορούσα να ρωτήσω κάποιον, οποιονδήποτε εκεί, αλλά ένας παραλυτικός φόβος, δίδυμος σχεδόν μ΄ εκείνον που μ’ είχε καταλάβει πρωτύτερα, με καθήλωνε στην ηθελημένη άγνοια.
Συνέχισα να περπατάω σα χαμένος στην πλατεία προσπαθώντας να κλείνω τ’ αυτιά μου στους γύρω ψιθύρους που τα πλήγωναν ‘’δεν έφταιγε, ο άλλος του έκλεισε τον δρόμο’’, ‘’ήταν τουλάχιστον ακαριαίο, δεν υπέφερε’’, μια γυναικεία φωνή σε υψηλότερο τόνο, ‘’τι λες; Δεν το χωράει το μυαλό μου, τόσο νέος!’’
Με το λίγο κουράγιο που μου απέμενε οπλίστηκα κι άρχισα να ψάχνω κάποιον απ’ την παρέα μου, μέχρι που στην άκρη της πλατείας τον είδα να περπατάει σκυφτός, σαν ετοιμόρροπος γέρος..
Τον πλησίασα, ίσα που ακούστηκε η φωνή μου:
-Μάνο…Ποιος…
Με κοίταξε μόνο, ίσως μου απάντησε κιόλας. Κι αν άκουσα ο Χάρης ή ο Χάρος δε θυμάμαι πια.
Ξέρω μόνο ότι κι οι δύο συναντήθηκαν στο ενσταντανέ εκείνης της νύχτας που για τον έναν δεν τέλειωσε ποτέ.
*
©Χριστοδουλάκου Σταυρούλα
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.