Ευρυδίκη Τρισόν – Μιλσανή, Πατησίων 41 — κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Αρχείο

Από το οπισθόφυλλο:

Κάθε σπίτι έχει την ιστορία του. Όση η παλαιότητά του, τόσο μετατρέπεται από απλή οικοδομή σε ιδιαίτερη οντότητα –μάρτυρα όσων έχουν διαδραματιστεί εντός του. Τυχερό είναι το σπίτι που αγαπήθηκε και φροντίστηκε από τους κατοίκους του: έχει κάποιες ελπίδες να ανήκει τελικά στην αιωνιότητα.

Στην ελληνική και κυρίως αθηναϊκή πραγματικότητα, το σπίτι ταλαιπωρήθηκε πολύ.
Από αγαπημένος τόπος κατοικίας (όπως τα σπίτια με την αυλή, που τόσο εξυμνήθηκαν) ή απλά σημαντικός για κάποιον αντικειμενικό λόγο (οι δημιουργίες με επώνυμη αρχιτεκτονική), τα σπίτια μετατράπηκαν από τη μια στιγμή στην άλλη σε πηγή πλουτισμού και, πολύ απλά, καταργήθηκαν, γκρεμίστηκαν και αντικαταστάθηκαν από άλλα, ως επί το πλείστον αδιάφορα. Αυτό προκαλεί μεγάλη νοσταλγία στις μέρες μας, κι ας είναι, από μια άποψη, η υγιής –με την έννοια της μη προσκόλλησης στο παρελθόν– εξέλιξη της κατοικίας και της πόλης.

Παραμένει όμως ιδιαίτερα σημαντική η διατήρηση όσων σώθηκαν. Και ακόμα σημαντικότερο είναι όταν υπάρχουν μαρτυρίες για όσα σπίτια διατηρήθηκαν μέχρι τις μέρες μας, με μόνη τη φροντίδα των εκάστοτε ιδιοκτητών.Ένα από αυτά, είναι το μικρό διώροφο της Πατησίων 41, σπίτι του πολύπαθου κέντρου της Αθήνας, την ενδιαφέρουσα όσο και απολαυστική ιστορία του οποίου, μαζί με αυτή της οικογένειας που έζησε εκεί, αφηγείται στο παρόν βιβλίο η σημερινή ιδιοκτήτρια, Ευρυδίκη Τρισόν – Μιλσανή. Η αφήγηση έρχεται στο φως σε μια εποχή που το κέντρο της Αθήνας, καθώς και τα διατηρητέα κτήριά της, αποτελούν καθημερινό θέμα συζήτησης, κατά τη νέα αυτή φάση που διανύει η πόλη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΝΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ:

Ένα βολικό κουσούρι

Το κουσούρι τού σπιτιού ήταν ανέκαθεν η μικρή του πρόσοψη. Εφτά-οκτώ μέτρα όλα κι όλα, που για ένα αξιοπρεπές κτήριο είναι ανεπαρκή. Όταν όμως πρωτοπήγα στην Ολλανδία, αντίκρισα άπειρα σπίτια με πολύ μικρότερη πρόσοψη, όλα λεπτότατα, με χαριτωμένα στενόμακρα παράθυρα και δαντελωτές σκεπές. Στο Βιετνάμ, επίσης, εξεπλάγην από τις πολύ στενές προσόψεις των περισσότερων σπιτιών. Ορθώνονται λυγερές, με ένα μικρό αέτωμα στην κορυφή τους. Οι κατοικίες αυτές συνεχίζονται σ’ ένα μακρύ, σκοτεινό βάθος, ωσάν οι κάτοικοί τους, καταχωνιασμένοι στα σπίτια τους, να αναζητούν μια προστασία. Ο Έλληνας, το αντίθετο! Προτιμά να φαίνεται, να είναι περίοπτος, ανοιχτός στον κόσμο, να τον βλέπουν οι πάντες, κι ο ίδιος να έχει πάντοτε τη δυνατότητα να παρατηρεί!

Χάρη, λοιπόν, σ’ αυτό το κουσούρι τής στενής πρόσοψης, ο παππούς μου, Μηνάς Μιλσανής, λίγο μετά το 1900, με τις λιγοστές οικονομίες του, κατόρθωσε να αγοράσει το οικόπεδο της οδού Πατησίων. Προφανώς, τα άρτια κομμάτια γης τής περιοχής ήταν κιόλας ακριβά, έστω κι αν η Πατησίων εκείνη την εποχή, στη μεγαλύτερή της έκταση, ήταν ακόμη ένα αραιοσπαρμένο χωράφι. Τα κτήρια όμως του Πολυτεχνείου βρίσκονταν κιόλας εκεί, και στα μάτια τού Μηνά αποτελούσαν εγγύηση για μια ευοίωνη μελλοντική εξέλιξη.

Φτηνό το οικόπεδο, φτηνή και η κατασκευή, εφόσον, κατά τα λεγόμενα του πατέρα μου, το σπίτι που οικοδομήθηκε δεν διέθετε δύο ισοπαχείς παράλληλους τοίχους. Για οικονομία κυρίως, αλλά και για να εξοικονομηθούν μερικά εκατοστά, «ακούμπησε» από τη μια του πλευρά στον τοίχο τού γερού και ογκώδους διπλανού, γεγονός που αργότερα το κατέστησε ευάλωτο στους σεισμούς.

Το σχέδιο τού οικοδομήματος φιλοτεχνήθηκε από τον ίδιο τον Μηνά: ο παππούς μου ήταν άριστος σχεδιαστής και από καιρό μπασμένος στις οικοδομές, όχι ως αρχιτέκτονας, αλλά ως κοσμηματογράφος. Ο σχεδιασμός τού σπιτιού αποδεικνύει πως ο ιδιοκτήτης του το προόριζε για εκμετάλλευση, γιατί, παρά το σεμνό του στυλ, απέπνεε έναν αέρα πολυτελείας. Ο ίδιος, μάλιστα, το θεωρούσε υπερβολικά αριστοκρατικό για να κατοικηθεί από την πολυμελή και ταπεινή του οικογένεια.

Όταν αποπερατώθηκε, είχε όλα τα γνωρίσματα της μονοκατοικίας. Μια εξωτερική ξύλινη σκάλα οδηγούσε από το ισόγειο στον πρώτο και στον δεύτερον όροφο. Τα δύο πατώματα συγκοινωνούσαν επίσης με μία φαρδιά εσωτερική σκάλα. Στο πρώτο πάτωμα, το piano nobile, άνετο και ψηλοτάβανο, βρίσκονταν τα ευρύχωρα σαλόνια υποδοχής, στο δεύτερο, το πιο χαμηλό, οι κρεβατοκάμαρες και οι βοηθητικοί χώροι.

Ο Μιλσανής απέβλεπε σε εύπορους ενοικιαστές. Για τον εαυτό του έκτισε, σχεδόν τον ίδιο καιρό, ένα λιγότερο φιλόδοξο, αλλά όμορφο, νεοκλασικό διώροφο, με κήπο στο πίσω μέρος και μπαλκόνι στον δεύτερο, στη συνοικία τής Νεάπολης, οδός Καλλιδρομίου 28, εκεί όπου σήμερα στεγάζεται ο εκδοτικός οίκος «Στιγμή».

Στην Καλλιδρομίου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Το «σπίτι τής Πατησίων», στα παιδικά μου χρόνια, ήταν κάτι μακρινό και ανεπιθύμητο. Εκεί περνούσαν αποκλειστικά το χρόνο τους οι γονείς μου: ένα άγνωστο «αλλού», ένα μυστηριώδες, χαοτικό μέρος που αντιπαθούσα και άργησα πολύ να συμφιλιωθώ μαζί του.

Ο Μηνάς επιμελήθηκε ιδιαίτερα και τον εσωτερικό διάκοσμο του σπιτιού. Στόλισε τα ταβάνια με γύψινα ανάγλυφα και τους τοίχους με ξύλινες επενδύσεις. Αρχικά, το νοίκιασε σε μια Πρεσβεία. Ο ίδιος κράτησε για τον εαυτό του το μεγάλο, αλλά κάπως σκοτεινό ισόγειο. Το υπόγειο, που στην αρχή είχε είσοδο κι από το πεζοδρόμιο, ήταν αποθηκευτικός χώρος. Μπορούσε επίσης να κατέβει κανείς κι από το εσωτερικό, με μια σκάλα τής συμφοράς που από παιδί με φόβιζε και την απέφευγα. Αργότερα, τη συνδύασα με το γκρεμοτσάκισμα της κυρίας Λιάρου, οικογενειακής φίλης, που, στραβοπατώντας για να αποφύγει μια πτώση, έπεσε κι έβγαλε τον ώμο της, και κατόπιν τούτου μας καταράστηκε.

Τους δύσκολους χρόνους τού ’30, σε μια Πατησίων λαϊκότερη, πλέον, και πυκνοκατοικημένη, το σπίτι έχασε το αριστοκρατικό του ύφος. Καθώς οι πρεσβείες αποτραβήχτηκαν σε πιο σικ συνοικίες, η μονοκατοικία χωρίστηκε σε δύο ανεξάρτητους ορόφους και η εσωτερική σκάλα καταργήθηκε. Εξ ου και οι δύο τεράστιοι διάδρομοι των διαμερισμάτων που οδηγούν από το σαλόνι στην κουζίνα. Χαμένος χώρος, θα μου πείτε, ωστόσο αυτή η άνεση κίνησης του προσφέρει μιαν απρόσμενη αρχοντιά. Από τότε, τα δύο χωριστά, πλέον, διαμερίσματα ακολούθησαν διαφορετική μοίρα.