
Γκρι, ρίγες λευκές, θερμοκρασία στο κόκκινο, ρόδες, λαμαρίνα, καυσαέριο, μυρωδιά από λάστιχο. Πεζοί, ζεύγη ποδιών, παπούτσια μαύρα, πράσινα, άσπρα, τακούνια, σόλες καινούριες, τρύπιες, στραβοπατημένες. Βήμα γρήγορο, κουρασμένο, συρτό. Φρένο, παρά τρίχα τρακάρισμα, πού πας ρε βλίτο! Πόλη, άσφαλτος, πινακίδες: ΚΑΝΕΝΑ ΣΦΑΛΜΑ ΔΕΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΤΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ… Απομάκρυνση, αποξένωση, απομόνωση, απόσυρση.
Αποσβολωμένη, απαρατήρητη. Μια γυναίκα με μαύρα με σπρώχνει κατά λάθος. Παραμερίζω. Κοιτάζομαι. Κι όμως δεν είμαι αόρατη. Έχω σώμα, δέρμα, βάρος. Έχω μάτια, ακριβώς όπως κι εκείνη. Ωστόσο δεν με βλέπει. Τρυπώνει σ’ ένα γραφείο με τζαμαρία, σαν κατσαρίδα τρομαγμένη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Το γκρι»
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.