Ειρήνη Δ. Θυμιατζή, Στα κατάλευκα

Σε ένα κατάλευκο, μικρό ερημοκλήσι, βρέθηκε γονατιστή, τυλιγμένη σε κάτασπρο μπουρνούζι. Δεν διακρινόταν κάποιο ξύλινο τέμπλο παρά ασβεστωμένοι τοίχοι μέσα στα χαλάσματα. Κι εκεί στα δεξιά ένα παλιό απομεινάρι από το κούφωμα. Στην ουσία ο σκελετός που λειτουργούσε σαν πέρασμα φωτός. Δεν υπήρχε πόρτα. Με χαμηλωμένο το βλέμμα στεκόταν μια κοπέλα μαυρομαλλούσα. Σκούρο το δέρμα της, λυγερή η κορμοστασιά της. Προβληματίστηκε λίγο μέχρι να προχωρήσει προς το μέρος της Θεανώς που βρισκόταν εντός και με δυσκολία ξεχώριζε μέσα στο κατάλευκο σκηνικό. Λευκή επιδερμίδα, λευκές γάμπες, λευκό περιτύλιγμα. Ασημένιες τούφες έπεφταν ανυπάκουες στο πρόσωπό της, κρύβοντας το μεγαλύτερο μέρος των αμυγδαλωτών, πράσινων ματιών. Από περίσσεια ανεμελιά κι αφέλεια -ή άραγε από ανάγκη ελευθερίας;- κάποια σημεία του σώματος είχαν μείνει εκτεθειμένα, ακάλυπτα. Σαν οδαλίσκη από την Ανατολή.

Η κοπέλα τη σκούντηξε απαλά κι αθόρυβα στην πλάτη. Κάτι της ψιθύρισε στο αυτί.  Κανείς δεν θα το μάθει…Η Θεανώ με ατάραχο βλέμμα μάζεψε τις άκρες του μπουρνουζιού στα γόνατά της και συνέχισε να συνομιλεί με τον Ύψιστο. Κάτι την απασχολούσε έντονα κι είχε αποσύρει τη σκέψη της από τα εγκόσμια. Η νεαρή κοπέλα απομακρύνθηκε με ήσυχα βήματα, μα είχε την έγνοια της Θεανώς.

Το ξημέρωμα ήρθε με κρυσταλλένια διαύγεια στον γαλάζιο ουρανό. Ήταν ακόμα πολύ ζωντανό το όνειρο, ντυμένο στα λευκά. Από τη μια μεριά, η γονατιστή φιγούρα και από την άλλη η μαυρομαλλούσα κοπελιά. Πώς έτυχε να επικοινωνήσουν αυτές οι δυο και να συναντηθούν;

Εδώ κι ένα χρόνο η Θεανώ καθάριζε το ινστιτούτο αισθητικής, το οποίο διατηρούσε η κοπέλα. Είχε αποκτήσει θάρρος και ως μεγαλύτερη την συμβούλευε να μη σπαταλά το χρόνο της, αναζητώντας τον καλύτερο πατέρα για το παιδί που ήθελε. «Μην κάνεις τα ίδια λάθη με μένα! Όταν βρεις έναν σύντροφο που να μιλά στην ψυχή σου με ειλικρίνεια, κράτησε τη θετική του ενέργεια και δέξου την αγάπη του».

Η κοπέλα είχε εντυπωσιαστεί  παλιότερα από ένα ωραίο «πακέτο με  κοινωνικές προδιαγραφές», αλλά δεν τις απέδωσε. Νέος με λαμπρό περιτύλιγμα, αστικό προφίλ κι εντυπωσιακές υποσχέσεις που έληξαν μετά από επτά έτη. Σαν τραπεζική επένδυση που άλλαξε συμπεριφορά… Μόλις ξεπέρασε το σοκ ή μάλλον το αίσθημα απώλειας και θλίψης, η κοπέλα μάζεψε τα κομμάτια της κι ανασυντάχθηκε.  Έτυχε να βρεθεί στον δρόμο της κάποιος που είχε επιτηδευμένους τρόπους και «δήθεν αξιοπρέπεια». Εκείνη ξελογιάστηκε πάλι. «Αχ βρε εσύ, πάλι κυνηγάς την εικόνα κάποιου. Ένας μπλαζέ μαλάκας είναι» της είπε μια μέρα μια από τις λίγες, καλές της φίλες. Κι εκείνη παρεξήγησε την πρόθεση της φίλης της να την προστατέψει…ώσπου η καλή μας η κοπέλα «έφαγε πάλι τα μούτρα της».

Ο τύπος αυτός την σνόμπαρε συνεχώς. Δεν δίσταζε να σπέρνει φόβο σχεδόν σε κάθε της κίνηση και να δηλητηριάζει την ψυχή της με κακεντρέχειες κι υποψίες. «Πώς την κάνεις αυτήν παρέα; Δεν είναι του επιπέδου μας». Σταδιακά κατάφερε να την αποκόψει από τις φίλες της. Σαν ταχυδακτυλουργός τη χειριζόταν, με διάφορα τρικ, προκαλώντας της ένταση και ταραχή. Πολλές φορές την είχε κλειδώσει στην τουαλέτα για τιμωρία. Σαν να ήταν μικρή, ανυπάκουη μαθήτρια.  Εκείνη χωρίς να το καταλαβαίνει, κατάπινε γλυκόπικρα ποτήρια ταπείνωσης. Για κάμποσα χρόνια είχε εμμονή στην αφεντιά του. Της καλάρεσε. Όμως, η εμπιστοσύνη και η αγάπη δεν φώλιασαν στον κήπο τους. Κάποια στιγμή εκείνη «ξύπνησε»…αφού κοιμόταν για λίγα χρόνια. Άρχισε να τον απεχθάνεται. Του έλεγε ότι θα τον εγκαταλείψει. Εκείνος την απειλούσε ότι θα αυτοκτονήσει. Μαύρες ματαιώσεις, χάσιμο χρόνου, διαταραχή υγείας.

Για δυο χρόνια εκείνη απομακρύνθηκε, για να ξεκόψει από τον τύραννο. Πήγε στο πατρικό της, για να νιώσει ασφάλεια. Ώσπου σε ένα γυμναστήριο γνώρισε ένα παλληκάρι, δυο χρόνια νεότερο. Η ντομπροσύνη κι η ειλικρίνειά του τη συγκίνησαν. «Θέλω να αισθάνεσαι καλά μαζί μου. Να περπατάς και να σε καμαρώνω. Αυτό αρκεί». Ούτε μεγάλα λόγια, ούτε φαμφάρες και κορώνες. Η χημεία τους ταίριαξε πολύ γρήγορα.

Το πρωί που ξύπνησε από το όνειρο η Θεανώ, αν και δίστασε, έστειλε γραπτό μήνυμα στο κινητό της κοπέλας. Το όνειρο την είχε ταράξει συθέμελα. Δεν μπορούσε να συγκρατηθεί από τις εικόνες. «Συμπάθα με που τηλεφωνώ τόσο πρωί. Είσαι καλά; Πώς αισθάνεσαι; Είδα αυτό το όνειρο μέσα στο απέραντο λευκό. Ήσουν η μαυρομαλλούσα…Άραγε, πώς θα ξεδιαλύνει; Πολύ με απασχολεί…».

«Είναι απίστευτο αυτό που μου λες και με συγκινείς», της είπε η άλλη στο τηλέφωνο με σπασμένη φωνή. «Χθες σε είχα διαρκώς στο μυαλό μου. Ήμουν έγκυος επτά εβδομάδων και από προχθές είχα διάφορους πόνους. Μου ήρθες στο μυαλό. Ταλαντεύτηκα πολύ, μα σήμερα έγινε το αναπόφευκτο». Η Θεανώ κρατούσε άφωνη το ακουστικό στο χέρι. Σαν να την διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Μετά από λίγα λεπτά βρήκε το κουράγιο και είπε: «Λυπάμαι ειλικρινά… Κάθε πόνος είναι περαστικός.  Όμως, είστε νέοι και θα το ξεπεράσετε. Ωστόσο, απορώ. Με ποιον τρόπο συνδέονται οι συμπτώσεις μας; ». Έκλεισε το τηλέφωνο απότομα, χωρίς αβρότητες. Δεν πρόλαβε να ακούσει στην άλλη άκρη της γραμμής τη φωνή που έλεγε: «χίλιες φορές τώρα στην αρχή παρά αργότερα! Μες στη ζωή είναι και ο θάνατος κι αυτός φέρνει νέα ζωή».

Αντάρα σκέψεων κι αναμνήσεων κατέκλυσαν το μυαλό της Θεανώς. Μονολογούσε, καθώς καθάριζε τα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας. «Ζωή και θάνατος πριν από τη γέννηση…Μα πώς γίνεται;». Πέρασε φευγαλέα από το μυαλό της η εμπειρία ακούσιας αποβολής που είχε βιώσει πριν από χρόνια. Είχε γλιστρήσει, σφουγγαρίζοντας τη σκάλα.

Ευλύγιστο σαν τόξο το νεανικό σώμα, εύθραυστη η γυναικεία ψυχή και τσακίζει με τις δυσκολίες. Μα ευτυχώς ανασταίνεται μέσα από τις στάχτες της και ξαναγεννάται, σκεφτόταν η Θεανώ. Ο ένας αναστεναγμός ακολούθησε τον άλλο. Νοστάλγησε παιδικές φωνές. Στα σκαλιά που καθάριζε συνάντησε πάλι την απώλεια ως μέρος της ζωής,  μεταμφιεσμένη σε θάνατο…

*

©Ειρήνη Δ. Θυμιατζή 7.9.2021

φωτο: Στράτος Φουντούλης