Χρύσα Αλεξίου, “και θάλασσα μια λωρίδα από λουλούδια…”

Αρχείο 12/10/2016

fav_separator

όπως κουνούσες
το μαντήλι
πίσω απ΄το βουνό
έφευγε η θάλασσα
μέσα στα μάτια
πράσινη
φλούδα
η μέρα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χρύσα Αλεξίου, “και θάλασσα μια λωρίδα από λουλούδια…”»

Δημήτρης Φύσσας, Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία

Πρώτη δημοσιοποίηση

fav-3

Στο Θωμά Κοροβίνη

Ι
Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία:
Μαρμάρινα τραπέζια, αρχαία ψυγεία, σκόνη, τσόχα,
Πατάρια όπου ποτέ κανείς δεν ανεβαίνει
Τηλεοράσεις ανοιχτές που ουδείς ποτέ προσέχει
(Εκτός κι αν είναι κάνα ματς, μάλιστα κάποιο ντέρμπι)
Και ραδιόφωνα ανοιχτά που ουδείς ποτέ ακούει.
Με γεροντάκια στις καρέκλες με καμπύλες πλάτες
Με τις απίθανες, τις πιο ετερόκλητες διακοσμήσεις
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία»

Κωνσταντίνος Μάντης: Κυριάκος Ευθυμίου «Τετάρτες»

Αρχείο 10/10/2016

fav_separator

Οι νιφάδες που σε μουσκεύουνε δεν είναι του χιονιού∙
είναι τα παγωμένα δάκρυα των αδήλωτων φόβων.
Το ψύχος που σε τυραννά δεν είναι του καιρού∙
είν’ η άρνηση των φίλων ν’ αγαπήσουνε πληγές.

Το μαύρο κρασί που πίνετε τις νύχτες της Τετάρτης
μιλώντας ακατάπαυστα μην ακουστούν σιωπές,
μουδιάζει τα μεσάνυχτα του βίου τις ρωγμές.
Διστακτικά απ’ τα βάθη τους σαλεύουνε φωνές Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Μάντης: Κυριάκος Ευθυμίου «Τετάρτες»»

Ἐμμανουήλ Ροΐδης, Τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ Ἀσμοδαίου

arxeio30-9-16

fav-3

Ἀσμοδαῖος ἦταν τὸ ὄνομα τῆς σατιρικῆς ἐφημερίδας ποὺ ἐξέδιδε ὁ Ῥοΐδης μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1875 καὶ 1876.
Θεοτούμπης ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ ψευδώνυμα ποὺ χρησιμοποιοῦσε στὰ ἄρθρα ποὺ ἔγραφε γιὰ τὸν Ἀσμοδαῖο.

Ὁ Θεοτούμπης παραιτεῖται τοῦ Ἀσμοδαίου, πιθανῶς δὲ καὶ ὁ Ἀσμοδαῖος τῆς δημοσιότητος ἐπί τινα καιρόν· πράττει δὲ τοῦτο κατὰ καθῆκον, πεισθεὶς ὅτι τὰς ἰδέας του περὶ διαθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Ἑλλάδος ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἀδύνατον εἶναι νὰ συμμερισθῇ ἡ πλειονοψηφία τοῦ εὐγενοῦς κοινοῦ καὶ τῆς γενναίας φρουρᾶς.

Διαβάστε περισσότερα-Continue reading →

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Παράλληλα σύμπαντα (Το βιβλίο)

Αρχείο 08/10/2016

fav_separator

Είδα στο όνειρο μου λίγες νύχτες νωρίτερα εκείνο το βιβλίο. Πάνω στο μαύρο εξώφυλλο αναγραφόταν ο τίτλος του που, δυστυχώς, ξυπνώντας δεν μπόρεσα να συγκρατήσω, όπως άλλωστε και τον δημιουργό του. Χαμηλά, στην τρίτη σελίδα, ήταν παρατεθειμένος ο διεθνής πρότυπος αριθμός του (ISBN) τον οποίο ως αριθμομνήμων, κατάφερα να αποστηθίσω: 960-00-0746-1. Το ίδιο απόγευμα εκμυστηρεύτηκα στην Ροδίκα την πεποίθηση μου ότι το βιβλίο ήταν υπαρκτό και καταχωνιασμένο σε κάποιο ράφι βιβλιοθήκης, βιβλιοπωλείου ή τέλος πάντων εκδοτικού οίκου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Παράλληλα σύμπαντα (Το βιβλίο)»

Ολβία Παπαηλίου, Επιστολή Δέκατη Τέταρτη

Αρχείο 07/10/2016

Αγαπημέ[..] μου [όνομα δυσανάγνωστο],

Ήτανε στην Ιάβα που πρωτόμαθα ότι δεν είχαμε στ΄αλήθεια ένα θεό (ή, πως αν είχαμε, καθόλου δεν ενδιαφερότανε για μας, δεν είχε κι άδικο). Γιατί, εκείνος ίσως είν΄ αυτός που μας μαθαίνει (ή θα μας μάθαινε, αν είχαμε χρόνο για τέτοια μάθηση) ότι φοράμε τα ενδύματα μιας ύπαρξης σεντόνι, εκεί για να προβάλονται αόριστες σκιές να μας διαβάλλουν. Τί είδατε σε μένα, άλλο παρά ό,τι θελήσατε να δείτε; Τί γνώρισα εγώ από εσάς, εκτός από αυτό που είχα ανάγκη, και αργότερα: τον ήχο ψυχικών χαδιών και δυο χαστούκια ανάλογα με τη φορά κάθε ανέμου, όπως άλλαζε; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ολβία Παπαηλίου, Επιστολή Δέκατη Τέταρτη»

Ιφιγένεια Σιαφάκα: Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Νέα Ατραπός

Αρχείο 06/10/2016 –Εκδόσεις Δίφρος 2014

favicon

Η νέα ατραπός του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη (Δίφρος 2014) συνομιλεί, αρχής γενομένης ήδη από τον τίτλο της, όχι μόνον με τον έντονο φιλοσοφικό προβληματισμό της συλλογής αλλά και με το νέο ύφος που υιοθετεί ο ποιητής. Λιγότερο ρομαντικός και λυρικός απ’ ό,τι στις προηγούμενες ποιητικές του προσεγγίσεις, ο Παπαδάκης εμφανίζεται σ’ ένα τοπίο πιο συμπαγές και αυστηρότερα δομημένο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιφιγένεια Σιαφάκα: Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Νέα Ατραπός»

Βασίλης Μπαρούτης, Η παρωδία των τεσσάρων

Αρχείο 05/10/2016

favicon

 Στη μνήμη του Θάνου Ανεστόπουλου

Τέσσερις φίλοι, νέοι στην πιάτσα και χαμηλών τόνων, ήταν παρέα εκείνο το βράδυ. Αφού πήγαν σε ταβέρνα με συνοδεία κοριτσιών, που φοιτούσαν στην ίδια σχολή, εκείνες τους άφησαν κι έφυγαν με πρόφαση πρωινό διάβασμα. Σίγουρα, όταν θα τις ξανάβλεπαν στα σκαλοπάτια της φοιτητικής λέσχης,  θα τους χαιρετούσαν με ένα νεύμα μουγκό και ύφος δήθεν αδιάφορο. Τα βλέμματά τους, σαν τα ποτήρια που τσούγκρισαν στην ταβέρνα, θα κάναν στιγμιαία ένα γυάλινο ήχο και μετά θα πέφταν πάλι βαριά στο τραπέζι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βασίλης Μπαρούτης, Η παρωδία των τεσσάρων»