Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο «Σέργιος και Βάκχος» του Μ. Καραγάτση

Κοινή έκδοση Άγρα & Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Το κείμενο του Ανδρέα Εμπειρίκου για το μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση «Σέργιος και Βάκχος βρέθηκε στις τελευταίες σελίδες ενός τετραδίου του 1960. Πρόκειται για το μοναδικό γραπτό τεκμήριο τόσο της θερμής φιλίας που αναπτύχθηκε μεταξύ των δύο, όσο και του θαυμασμού του Εμπειρίκου για το έργο του Καραγάτση και ιδιαίτερα για τον «Σέργιο και Βάκχο», στον οποίο αναφέρεται αποσπασματικά μία ακόμα φορά στο ημερολόγιο του ταξιδιού στη Ρωσία. Ο Εμπειρίκος μιλούσε συχνά για το μυθιστόρημα αυτό και για το έργο του Καραγάτση, τον οποίο θεωρούσε τον πιο σημαντικό Έλληνα μυθιστοριογράφο. […] Το ενθουσιώδες αυτό κείμενο δεν είναι μια κριτική, ο Εμπειρίκος ήταν άλλωστε αντίθετος στην ιδέα της κριτικής, συνδιαλέγεται με το μυθιστόρημα του Καραγάτση, απηχώντας ίσως στοιχεία ζωντανών διαλόγων των δύο φίλων. Μοιάζει να γράφτηκε για να δημοσιευτεί και ίσως ο θάνατος του Καραγάτση ακύρωσε την πρόθεση αυτή. [Λεωνίδας Εμπειρίκος]

*

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν στην Αθήνα δύο φίλοι: Ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος και ο λογοτέχνης Μ. Καραγάτσης. Ήταν φίλοι μα όχι γκαρδιακοί, γιατί πολλά τους χώριζαν, σε πολλά διαφωνούσαν.

   Υπήρχε όμως και ένα θέμα ιδιαίτερα σημαντικό που τους έβρισκε απόλυτα σύμφωνους: Ο Έρωτας εν γένει, αλλά και η κοινή αρνητική τους στάση όσον αφορά του τρόπο που η Εκκλησία αντιμετωπίζει τις ερωτικές σχέσεις. «Ναι, φίλτατε Δημήτρη», φώναζε έμπλεος ενθουσιασμού ο Εμπειρίκος όταν τύχαινε να συναντηθούν, «ο έρωτας πρέπει να είναι πάντοτε ελεύθερος με όλας τας ηδονάς του». «Συμφωνώ και επαυξάνω, αγαπητέ» απαντούσε ο Καραγάτσης με τη βαριά και μελαγχολική φωνή του και συμπλήρωνε με τον δικό του πεζογραφικό λόγο: «Δώσε, βρε αδελφέ, ανάσα στον άνθρωπο και μην του λες πως κάθε χαρά της επίγειας ζωής οδηγεί μετά θάνατο στην Κόλαση. Η στέρηση αγριεύει τον άνθρωπο και τον κατευθύνει σε κάθε λογής κακοποιό δραστηριότητα». [Μαρίνα Καραγάτση]

*
Κριτική παρουσίαση της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ, Ελευθεροτυπία 5.10.13

Τους χώρισε ο υπερρεαλισμός, τους ένωσε ο Ερωτας

Εμπειρίκος: «Ο έρωτας πρέπει να είναι πάντοτε ελεύθερος με όλας τας ηδονάς του». Καραγάτσης: «Συμφωνώ και επαυξάνω, αγαπητέ!»

Ενας τόμος καρπός συνεργασίας της «Αγρας» με την «Εστία» φέρνει στην επιφάνεια ένα ενθουσιώδες κείμενο του ποιητή για το μυθιστόρημα του Καραγάτση «Σέργιος και Βάκχος»

Τι ακριβώς ένωνε τον Ανδρέα Εμπειρίκο με τον Μ. Καραγάτση; Κάτω από ποιες συνθήκες αναπτύχθηκε η σχέση τους; Πώς γεφυρώθηκε η απόσταση που τους χώριζε στα χρόνια του Μεσοπολέμου, τότε που ο Καραγάτσης ούτε ν’ ακούσει δεν ήθελε περί υπερρεαλισμού; Οι απαντήσεις έρχονται μέσα από έναν μικρό τόμο, καρπό συνεργασίας της «Αγρας» με την «Εστία», που φέρνει στην επιφάνεια ένα ντοκουμέντο «θαμμένο» για καιρό: ένα ενθουσιώδες κείμενο του ποιητή για το αμφιλεγόμενο μυθιστόρημα του Καραγάτση «Σέργιος και Βάκχος», μοναδικό τεκμήριο της φιλίας τους και πολύτιμη ψηφίδα, ταυτόχρονα, της ιστορίας και των δυο.
Πρόκειται για ένα από τα πολλά ανέκδοτα χειρόγραφα που φυλάσσονταν σε βαλίτσα η οποία εντοπίστηκε το φθινόπωρο του 2006 στην υπόγεια αποθήκη του διαμερίσματος των Εμπειρίκων στο Κολωνάκι, αμέσως μετά την καταστροφική πλημμύρα που σάρωσε χιλιάδες γραπτά κειμήλια της οικογένειας. Ηταν καταχωρισμένο στις τελευταίες σελίδες ενός τετραδίου, μαζί με την πρώτη γραφή των ποιημάτων της «Οκτάνας», και είχε γραφτεί λίγες βδομάδες πριν από το θάνατο του Καραγάτση, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1960.
Οποια κι αν ήταν η πρόθεση του ποιητή, το κείμενο αυτό δεν δημοσιεύτηκε πουθενά. Να το, όμως, τώρα, στο «Ανδρέας Εμπειρίκος: Ο Σέργιος και ο Βάκχος του Μ. Καραγάτση», συνοδευμένο από χαρακτηριστικά αποσπάσματα και των δύο εκδοχών του ομώνυμου αφηγήματος, μαζί με κατατοπιστικά σημειώματα των παιδιών των δύο συγγραφέων -άριστοι διαχειριστές του έργου τους-, καθώς και μ’ ένα παλαιότερο εξομολογητικό κείμενο της Μαρίνας Καραγάτση για τη σχέση που είχε αναπτύξει με τον Ανδρέα Εμπειρίκο από τη στιγμή που μπήκε «στη χορεία των κοριτσιών» τις οποίες φωτογράφιζε.[…]

 

Editorial: H δραπέτης

Του Στράτου Φουντούλη

«Και Σύ; Εσύ, γλυκειά και Μεγαλόχαρη, μέσα στο χέρι σου, κρατούσες την καρδιά μου»

Γεννήθηκες με το σημάδι στο δεξί μάγουλο, έναν λεκέ. Το σήμα του διαβόλου, είπε η γιαγιά. Το φιλί του Θεού, επέμενε ο παππούς. Στο σχολείο σε απέφευγαν. Στο σπίτι δεν σε είπε όμορφη κανείς. Στα γλυκά, χαριτωμένα σου δεκαέξι γνωρίζεις τον νέο με το ίδιο σημάδι-λεκέ στο αριστερό μάγουλο. Βύρωνας, σου είπε. Παγκράτι απάντησες γελώντας. Μοιράστηκες μαζί του ειδυλλιακούς απογευματινούς, βραδινούς και κυριακάτικους ρομαντικούς περιπάτους. Ερωτεύτηκες. Ένα βράδυ τ’ αστέρια αναβόσβηναν αχνά, σιωπηλά• σε άρπαξε, σε έσφιξε τυλίγοντάς σε στην αγκαλιά του. Εσύ, στις μύτες των ποδιών σου, κόλλησες το φλεγόμενο μάγουλό σου στο δικό του. Δύο μάγουλα -σημαδεμένα- φλέγονταν, το ένιωσες. Συνάντησέ με εδώ αύριο βράδυ, σου είπε, θα έρθω απάντησες• κι ήρθε το επόμενο πρωινό όλο φως, ο λεκές στο μάγουλό σου δεν υπήρχε πια• μη πιστεύοντας το ακατανόητο, γύρισες ταραγμένη όλους τους καθρέπτες του σπιτιού, όλες τις γυαλιστερές του επιφάνειες παρατηρώντας με προσοχή το πρόσωπό σου ξανά και ξανά• ο λεκές στο δεξί σου μάγουλο απουσίαζε, κι ήρθε το βραδινό ραντεβού, κι έσπευσες, κόλλησες επάνω του• σε ρώτησε με μάτια γκρίζα και θαμπά: Που είναι. Πάει; Όχι! Σκέφτηκες αίφνης τον εαυτό σου μόνο, ελεύθερο. Έφυγες. Δεν ξαναγύρισες ποτέ.

«Μια γυναίκα, καθισμένη σε σκαμνί, ρεμβάζει στο κατάστρωμα, με ένα μωρό στην αγκαλιά της.»

©Αγριμολόγος

Το κείμενο αρχίζει και τελειώνει με δάνεια του Ανδρέα Εμπειρίκου από τα «Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία», εκδ. Άγρα, 1988

Τάσος Ψαρράς, Πορεία στο νότο, παρέα μ’ ένα νέγρο θερμαστή

Γνώριζα την ποίηση του Καββαδία από τα γυμνασιακά μου χρόνια, μέσα από τις συλλογές «Μαραμπού» και «Πούσι» από τις εκδόσεις -αν θυμάμαι καλά- «Γαλαξίας». Ήταν μαζί με τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη οι ποιητές που με είχαν επηρεάσει περισσότερο απ’ όλους τους άλλους. Και με ταξίδεψαν ακόμη περισσότερο. Ιδίως ο Καββαδίας. Διαβάζοντας τα ποιήματά του ξανοιγόταν μπροστά μου ένας κόσμος άγνωστος, γοητευτικός, περιπετειώδης, μεθυστικός, με παράξενους τόπους, αλλόκοτους ανθρώπους, κοινές γυναίκες, ποτά, ναρκωτικά, μπαρ, καυγάδες, μαχαιρώματα, αλμύρα, πίκρα, προσδοκία.

Και όλα αυτά με μια γλώσσα γεμάτη μουσική, ήχους, ρυθμό, ανάκατη με ναυτικά παραγγέλματα, ντόπια στοιχεία, εξελληνισμέvους διεθνείς όρους, κι ακόμη παραθέματα από την ιστορία, την παράδοση, τον πολιτισμό. Μια γλώσσα απλή, καθημερινή, άμεση, που πλάθει εικόνες, ζωντανεύει μνήμες, κινητοποιεί τις αισθήσεις. Λίγο ακόμη διαβάζοντας και νιώθεις το κύμα να σκάει κάτω απ’ την κουπαστή και να σε λούζει, το κουδουνάκι να χτυπά περιοδικά, το αμπάρι να τρίζει, ο μονότονος ήχος της μηχανής να χαμηλώνει και ν’ αυξάνει καθώς παλεύει με τον άνεμο… Και μόνος ο μαρκόνης σκυμμένος στο χειριστήριο να δίνει θέσεις, να στέλνει μηνύματα, να παίρνει μηνύματα. Τότε δεν είχα διαβάσει ακόμη το «Τραβέρσο», που κυκλοφόρησε το 1975, ούτε και τη «Βάρδια». Ούτε φυσικά την εκπληκτική «Λι», ούτε «Του πολέμου» και «Στο άλογό μου», κείμενα που ανακάλυψα αρκετά αργότερα.
  Bρισκόμαστε στα χρόνια της μεταπολίτευσης, όταν γύρω στο 1977 ο Γιώργος Παπαλιός, παραγωγός της πρώτης μου ταινίας μεγάλου μήκους «Δι’ ασήμαντον αφορμήν», μου πρότεινε να γυρίσουμε ένα σίριαλ γύρω απ’ τη ζωή των ναυτικών. Μέχρι τότε δεν ήξερα πολλά για τους ναυτικούς, πέρα από τα ποιήματα του Καββαδία και κάποιες σκόρπιες διηγήσεις από δω κι από κει. Άρχισα να διαβάζω ο,τιδήποτε είχε σχέση με τη θάλασσα. Έτσι έπεσα πάνω στη «Βάρδια», που μου τη δάνεισε ένας καπετάνιος, γιατί η παλιά έκδοση είχε εξαντληθεί, στη συλλογή «Τραβέρσο» και στη «Λυσικόμο Εκάβη» του άλλου μεγάλου παιδιού της θάλασσας, του Β. Λούλη.
  Αλλά δεν έφταναν μόνο τα διαβάσματα. Αποφασίσαμε να μπαρκάρω σ’ ένα πλοίο της εταιρείας του πατέρα του, που ήταν εφοπλιστής, για να ’χω τη γνώση από πρώτο χέρι. Κι ακόμα για να σημειώνω και να ηχογραφώ τις διηγήσεις των ναυτικών που θα αποτελούσαν το πρώτο υλικό του σεναρίου.
Το πρώτο λοιπόν ταξίδι μου με το φορτηγό «Αιγίς Σόνικ» δεν ήταν “…για το Νότο”. Ήταν για το Ρότερνταμ. Πήρα το πλοίο από το Πόρτ Σάϊντ, που έκανε “μπάνκερ”, περάσαμε τη Μεσόγειο με γαλήνιο καιρό και φθάσαμε στην Ολλανδία διασχίζοντας έναν ανταριασμένο Βισκαϊκό που έδινε έντεκα δύναμη. Έζησα λοιπόν τη ζωή των ναυτικών, κατέγραφα τις κουβέντες τους, τις αφηγήσεις, και μέσα απ’ το λυρισμό που κρύβουν αυτές οι ιστορίες κρατούσα ζωντανή την ανάμνηση του Καββαδία. Κι όταν κάποιες στιγμές “…προς την γαλάζια έκσταση εκοιτούσα”, θαρρούσα από κάπου επρόκειτο να προβάλλει ο Γουίλλυ, ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί, είτε ο Νάγκελ Χάρμπορ,
ο Νορβηγός πιλότος απ’ το Κολόμπο, ή ο Γερμανός πλοίαρχος Φλέστερ, ή έστω ο πονηρός Κάπταιν Τζίμμυ.
  Το ταξίδι ήταν συναρπαστικό και οι διηγήσεις των ναυτικών μου έδωσαν το υλικό των πρώτων επεισοδίων. Μετά ακολούθησαν και δυο τρία άλλα ταξίδια προετοιμασίας, πήγα στο νότο στην τροπική ζώνη, στη Βραζιλία, στην Αρζεντίνα, στην Ιαπωνία, στην Καραϊβική Κουρασάο και Αρούμπα, στην Αφρική, στο Κάιρο, στη Βηρυτό και στο Αλγέρι, σε χώρες για τις οποίες οι ναυτικοί έχουν πάντα κάτι να αφηγηθούνε… Και μαζί με το “τσούρμο”, όταν έβγαινα στα λιμάνια, συναντούσαμε την ενθουσιώδη υποδοχή των κοινών γυναικών που τρελαίνονταν να βρεθούν με Έλληνες ναυτικούς. Γιατί οι Έλληνες ποτέ δεν τις αντιμετώπιζαν σαν πόρνες. Τις αντιμετώπιζαν σαν ερωμένες, φίλες, γνωστές. Τις κερνούσαν, έτρωγαν παρέα και το βράδυ πλάγιαζαν μαζί τους όπως θα πλάγιαζαν με το κορίτσι τους. Έτσι εξηγείται γιατί οι γυναίκες των λιμανιών στο Ρεσίφε στο Σαλβαδόρ, στο Πόρτο Αλέγκρε, στο Μπουένος Άιρες, στο Ρίο, στη Γιοκοχάμα, σχεδόν παντού, όλο και ξέρουν κάποιες λέξεις ελληνικές, τραγουδούν τα τραγούδια μας, χορεύουν τους χορούς μας και -γιατί όχι- σηκώνουν ελληνικές σημαίες. Είναι γνωστό άλλωστε το ανέκδοτο του Καββαδία με το Σεφέρη στη Βηρυτό, όταν ο δεύτερος ήταν εκεί πρεσβευτής. Βρέθηκαν κάποια εθνική γιορτή μας μαζί και, καθώς με το ίδιο αυτοκίνητο πήγαιναν στην πρεσβεία για τα σχετικά, ο Σεφέρης παρατήρησε σ’ ένα σημείο του λιμανιού ελληνικές σημαίες. “Δεν ήξερα”, είπε στον Καββαδία, “πως έχουμε τόσο μεγάλη παροικία”.
  “Δεν κατάλαβες”, του είπε ο Καββαδίας. “Είναι οι πουτάνες των λιμανιών και πανηγυρίζουν που έπιασε ελληνικό πλοίο”. Σοκαρισμένος ο Σεφέρης, ούτε ξανακοίταξε τον Καββαδία σ’ όλη τη διαδρομή.
  Καταγράφονται κι άλλα ανέκδοτα κι άλλα περιστατικά με το Σεφέρη, αλλά και άλλους εκπροσώπους της γενιάς του ’30, και τον Καββαδία. Δεν ξέρω πόσα απ’ αυτά είναι πραγματικά, αλλά σίγουρα αποδίδουν τη ρήξη της ζώσας ποίησης του Καββαδία με τη λόγια μοντέρνα λογοτεχνία “της συν-κουμπωμένης” και “συν-γραβατωμένης” γενιάς, κατά το χαρακτηρισμό του Σκαρίμπα.
Πάντως πρέπει να είναι μάλλον πραγματικό το περιστατικό με τον Κατσίμπαλη. Όταν σε μια σύναξη με το Σεφέρη και άλλους ο Κατσίμπαλης ζήτησε από τον Καββαδία να τους διαβάσει ποιήματά του, ο Καββαδίας προφασίστηκε πως είχε τα χειρόγραφα κρεμασμένα στην καμπαρντίνα του στο χωλ. Την πήρε, έφυγε, και άφησε τους άλλους να τον περιμένουν.
Όταν ολοκληρώθηκε το σενάριο του σίριαλ με τον ναυτικό τίτλο «Πορεία 090» -δηλαδή πορεία στο Νότο- ζήτησα από τον Γιώργο Παπαλιό να πάρει τα δικαιώματα των ποιημάτων του Καββαδία για να μελοποιηθούν και να ενταχθούν στη δραματουργία. Έτσι και έγινε. Τότε κάναμε ιδιαίτερη παρέα με το Μάνο Λοΐζο και τον Χρήστο Λεοντή. Ο Μάνος δεν μπορούσε να αναλάβει το σίριαλ, γιατί ήταν απασχολημένος με τη σύνθεση ενός καινούργιου έργου τότε, και πρότεινα το Λεοντή. Έναν συνθέτη που εκτιμούσα και συνεχίζω να εκτιμώ απεριόριστα, όχι μόνο για τη μουσική του αλλά και για το ήθος του και τη γενική του στάση στα πολιτιστικά, ακόμη και σήμερα, που πολλοί δείχνουν να ακολουθούν τον δρόμο της έκπτωσης σε μια απο-πολιτικοποιημένη κοινωνική ζωή και απο-πολιτισμένη καλλιτεχνική παραγωγή. Ο Λεοντής, που δεν είχε κάνει τηλεόραση, αιφνιδιάστηκε με την πρόταση και στις ερωτήσεις του Παπαλιού για το κόστος, αλλά και το χρόνο παράδοσης, επιφυλάχθηκε να απαντήσει θέλοντας να κάνει μια διερεύνηση της αγοράς. Καθυστερούσε να δώσει μια συγκεκριμένη απάντηση, ίσως και να μην ήθελε να μπλέξει με την τηλεόραση…
  Στο μεταξύ, διάφοροι συνθέτες που είχαν μάθει για το εγχείρημα επιδίωκαν να πάρουν την ανάθεση. Έτσι άκουγα διάφορες μελωδίες, που καμιά όμως δεν με ταρακούνησε. Μια μέρα, μου λέει ο Παπαλιός, “ξέρεις, η γυναίκα μου (η γνωστή ντοκιμαντερίστα Μαίρη Παπαλιού) γνωρίζει έναν νέο συνθέτη, το Θάνο Μικρούτσικο και έχει γράψει κάποια μοτίβα πάνω σε ποιήματα του Καββαδία. Δεν πας να τα ακούσεις κάποια στιγμή; Δεν πιστεύω πως θα ’ναι κάτι σημαντικό, αλλά ανάμεσα στα άλλα άκουσε κι αυτά. Και, μεταξύ μας, είναι και πολύ οικονομικός”.
  Τον Μικρούτσικο τον γνώριζα από τα πολιτικά του τραγούδια και τις επιρροές που είχε από τον Άισλερ, τον Κουρτ Βάϊλ και άλλους Γερμανούς του μεσοπολέμου. Μου άρεζε. Έγραφε καλή μουσική, αλλά κάπως μαθηματική, κάπως ψυχρή. Είχα πολλές αμφιβολίες αν ταίριαζε με το πνεύμα του Καββαδία. Έτσι, πήγα στο σπίτι του στην οδό Ζαν Μωρεάς στο Χαλάνδρι, κυρίως για να κάνω το χατίρι του Παπαλιού… Κάθισε αμέσως στο πιάνο. Έπαιζε και τραγουδούσε τους στίχους από τα ποιήματα του Καββαδία.
  Έμεινα ακίνητος στη θέση μου. Η μουσική δεν έβγαινε μόνη από το πιάνο. Μαζί της ξεπηδούσαν θεόρατα κύματα, καταιγίδες, βαπόρια με σκουριασμένες λαμαρίνες κι άλλα πειρατικά με φανάρια στην πρύμνη, λιμάνια, αρμύρα, γυναίκες, φάτσες ναυτικών, η φύση όλη αλλά και η μεταφυσική του Καββαδία. Τηλεφώνησα στον Παπαλιό. “Κλείσ’ τον αμέσως. Βρήκαμε συνθέτη”. Φεύγοντας ο Θάνος μου ’δωσε μια κασέτα. Το βράδυ όλη η παρέα στην ταβέρνα τραγουδούσαμε “το πειρατικό του Κάπταιν Τζίμμυ”. Έτσι προέκυψε ο «Σταυρός του Νότου».
  Ξανασυναντήθηκα με τον Καββαδία όταν έκανα -στην εκπομπή «Εποχές και συγγραφείς» της ΕΤ 1- το πορτρέτο του.
  Όλα τα θέματα της πολύ πετυχημένης και χρήσιμης αυτής εκπομπής, τα ζητάvε πολιτιστικοί σύλλογοι, σχολεία, πανεπιστήμια, στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό. Το πορτρέτο του Καββαδία έχει σταλεί κι έχει παιχθεί παντού. Με αφορμή αυτό το κείμενο έριξα μια ματιά στο αρχείο μου. Δεν μου είχε απομείνει ούτε ένα αντίγραφο …
Copyright©Τάσος Ψαρράς/Περιοδικό Heteron ½. – Στάχτες αρχείο

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκάλα υπηρεσίας [2013]

Αρχείο 17/10/2013

Η σκάλα υπηρεσίας είναι σε αχρηστία πλέον. Λόγω πρόσφατης ανακαίνισης των προσωπικών αρχών μας, αποφασίσαμε να απολύσουμε την Κάντια, την υπηρέτρια, παρόλο που διέθετε όλα τα απαραίτητα προσόντα: φωτεινό χαμόγελο, ευέλικτους γοφούς, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκάλα υπηρεσίας [2013]»

Uche Ogbuji, “Sunlight stealing over the ragged edges of scar” -poetry


Lashed

Your insouciant lashes of black spiral,
Wound-up, cheeky veiling invades our opened lips,
Bluffed off high-brow, sweeps in to garnish tongue-tie-up.
Laughing, you marshal

Your insurgent springing of wild-grained impulse,
Breaching lives of / mouths of the poets, whispering salt,
Brushed off, rebuffed, bitten, yet still stuffing goosed
Klatsch with the carnal,

Ginseng-spiked polite-coiffed head-cock («upstairs»),
Gimlet-stirred blend of your hips with mine, as I
Pattern breaths to sip this deluge of embrace,
Pacing that last gasp.

Your wild coils grow themselves into my weirding
Voice, betraying all suaviter in modo,
Plucking out a fortiori claims to cool,
Fringe-framing the ruined mask.

Shyness ever follicle-foiled, recedes, what’s
Left’s the gag, insisting on grit, no grinned jest.

Swept along in white water I’m bent, buried,
Bound up in silk sedge.

***

Fire Next Time

It’s as if that vengeful god has called;
He’s up the sky soon to be burst with terrors
That serve us right for existential crime;
Not satisfied with nasty, brutish, short,
He’s fashioned out a fathomless device
And rigged it to the doomsday clock’s last chime.
They sing: ‘God gave Noah the rainbow sign,
Warning: No more water, but fire next time!’

What was our error? Skulls have sealed it out!
The cosmic imperfection marked by matter?
Revenge for particles that botched their rhyme?
Did that blemish in the firmament
Mean God spent six days cleaning up the mess?
Were snakes and apples wrath from lost sublime?
They sing: ‘God gave Noah the rainbow sign,
Warning: No more water, but fire next time!’

The tracts claim proof from a Russian borehole:
Shrieks of the dead awaiting late invention
To remind us hell prefers us in our prime;
And yet they talk of purifying fire—
Though Heracles was superman it took
The burning shirt to stage his gospel mime.
They sing: ‘God gave Noah the rainbow sign,
Warning: No more water, but fire next time!’

***

Zounds

Accumulation of stuffing,
Peep of royal blue background,
Opacity fifty per cent,
Diaphanous shift of Cybele,
Red for sacrifice, blue for nobility,
Tight knot of clinging zero,
And a fairy foreground of sandy flat;
Lumpy grid of leathered farm plots,
Fleshly insistence of cloud,
Numinous nubile in coy caress, withdrawal,
And endless depth once broken,
Sunlight stealing over the ragged edges of scar,
A pooling of blood into the crease,
A blinding upturn in the sea-surface cipher,
Inversion of the firmament,
Immediate the Aphrodite foam
Like forelocks on a young victim,
Immediate the fruit pulp
Like blanch of votive dress,
And even more immediate, the breach,
The cirrus to stratus to cumulus drop,
The telescoping to bone-hard ground,
Air drawn from the gut like a summoned salve,
The cloud-bound burn-curled
Like edge of injured flesh,
Abrupt tent of scabbed defense from sunbeam,
White blood cell pallor and serum yellow of storm top,
Stalactite chill of inexorable vector,
Raindrop of milky chalk descent.
Safeguard from indistinction below
Is the burst of your memory;
The splash of shrinking warmth in expectation,
intercession of your clay-grace divine,
God body indistinct in its aerie height,
From which eye ichor, blue sea of light,
From which duct salve of slate-shade rain
Low pressure dressing of gods’ own pain.
Ilu Igwe is my vehicle
Anyanwu my regard for you
And all fresh wholeness of my love—
Ala, approaching, overdue.

——————–Notes: Ilu Igwe, Anyanwu and Ala—Igbo gods & goddesses of, respectively, heavens, sun and earth.

*
Brandy Lève Tôt

Crack of dawn by thunderous signal: Train comes
Soon and she unzips the burden of night time
Baggage, Spills herself into day, the first class
Carriage of moment.

***

Twit Jug

Twit twit twit, so rude the force,
Looted lineaments of torse:
That old tale of Philomel
Who from her cell, snared and hoarse,

Wove Tereus’ outrageous course,
Hark his hoop-cry of remorse,
Moan over the eaten child,
The line defiled, royal divorce.

Jug, jug, the sound sometime coarse,
In mythic context even worse,
From Thracian Greek to Cockney,
Songs for Procne haunt the gorse.

*
©Uche Ogbuji
photo©Stratos Fountoulis, Summer 2008

bio
Uche Ogbuji (@uogbuji) was born in Calabar, Nigeria. He lived, among other places, in Egypt and England before settling near Boulder, Colorado. A computer engineer and entrepreneur by trade, his collection of poetry, Ndewo, Colorado is forthcoming in 2014 from Kelsay Books. His poems, fusing Igbo culture, European Classicism, U.S. Mountain West setting, and Hip-Hop influences, have appeared widely, most recently in IthacaLit, String Poet, The Raintown Review, Featherlit, Outside In Journal, Don’t Just Sit There, Qarrtsiluni, and Leveler. He is editor at Kin Poetry Journal and The Nervous breakdown, founder and curator at the @ColoradoPoetry Twitter project.

Learn more about Uche’s forthcoming book!

Visit All «English Wednesdays»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, «Η Φεύγουσα κόρη»

Την είδα που έφευγε μες στη νύχτα. Πέρασε τα ερρειπωμένα εργοστάσια, με την καφετιά της φορεσιά, τις νευρώδεις πτυχώσεις. Τη φώτισαν οι δημοτικοί στύλοι στην είσοδο του «Τιτάνα», τσιμέντο και κλεισμένες υψικάμινοι σ΄ολόκληρο τον ορίζοντα. Η κόρη τρομαγμένη πέρασε εμπρός από το χώρο του τελεστηρίου. Στάθηκε, τη φυσούσε ο ζεστός, νότιος άνεμος του καλοκαιριού. Εκείνοι που φυλούν τα μνημεία, είχαν αποκοιμηθεί μεθυσμένοι, κανείς δεν φυλά την όμορφη Περσεφόνη, κανείς δεν την προσμένει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, «Η Φεύγουσα κόρη»»

Κώστας Κωστής, «Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας»

Διδάγματα για κακομαθημένους

Από τον ΜΙΧΑΛΗ ΨΑΛΙΔΟΠΟΥΛΟ

Κώστας Κωστής, «Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας». Η διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους, 18ος-21ος αιώνας, Πόλις, Αθήνα 2013, σελ. 894

Το νέο βιβλίο του Κώστα Κωστή γράφηκε όσο ο συγγραφέας ήταν καθηγητής στην Έδρα Μελετών για τη Νεότερη και Σύγχρονη Ελλάδα στην École des hautes études en sciences sociales στο Παρίσι και διευθυντής σχετικού σεμιναρίου που είχε ως αντικείμενο τη μελέτη της συγκρότησης του κράτους στην Ελλάδα σε σύγκριση με αντίστοιχες διαδικασίες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Στηριγμένος σε προγενέστερες μελέτες του στην οικονομική ιστορία της περιοχής και στην ενδελεχή ανάλυση του τραπεζικού συστήματος και της σχέσης κράτους-κοινωνίας στην Ελλάδα, ο Κωστής επιχειρεί να συνθέσει στη μελέτη αυτή τα ως τώρα συμπεράσματά του με ερευνητικά πορίσματα νεότερων Ελλήνων και ξένων ιστορικών σχετικά με τις κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις στα Βαλκάνια κατά τους τρεις τελευταίους αιώνες. Το αποτέλεσμα είναι μια εξαιρετικά πρωτότυπη ιστορία της Ελλάδας, πλήρης στοιχείων, που ξεβολεύει κοινούς τόπους και βολικούς μύθους της ελληνικής ιστοριογραφίας οι οποίοι έχουν κληροδοτηθεί στις νεότερες γενιές από προγενέστερους ιστορικούς και ιστοριοδίφες, ειδικά μετά το 1974.
Χωρίς να αναφέρεται σε συγκεκριμένα ονόματα, ο Κωστής απορρίπτει τις «μεγάλες θεωρίες». Η ιστορία του δεν γνωρίζει «εθνικοαπελευθερωτικές» ή «αστικοδημοκρατικές» τομές, «κομπραδόρους» ή «προλετάριους» σε δράση, αλλά εισάγει, κατά την διατύπωση του ίδιου, εργαλεία μελέτης της δυναμικής του κρατικού μετασχηματισμού τους τελευταίους τρεις αιώνες. Γεγονότα όπως π.χ. η ομιλία του Κωλέττη περί Μεγάλης Ιδέας ή η συγγραφή τού «Τις πταίει», παρότι θεωρούνται ωσεί παρόντα στην ανάλυση, δεν αποτελούν αφετηρίες αφήγησης, όπως αυτό συμβαίνει αλλού.
Η μελέτη, συνολικής έκτασης 869 σελίδων, χωρίζεται σε 12 περίπου ισομερή κεφάλαια που καταλαμβάνουν χρονικά την περίοδο από τον 18ο αιώνα ως το 2010. Περιλαμβάνει περί τους 30 πίνακες και 12 διαγράμματα, καθώς και σύντομο βιβλιογραφικό οδηγό.
Η γένεση, συγκρότηση και τελική διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους ξεκινά από τους μετασχηματισμούς που συντελούνται στην υπό σταδιακή παρακμή περιελθούσα μετά το 1683 Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σε αδρές γραμμές διαμορφώνεται το πλέγμα των «παικτών», Φαναριωτών, εμπόρων, εκκλησιαστικών παραγόντων και τοπικών αρχόντων οι οποίοι συγκλίνουν σταδιακά προς την μεταρρυθμιστική κίνηση που οδήγησε στην επανάσταση του 1821. Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το διεθνές πλαίσιο και την σωτήρια παρέμβαση της Δύσης στo Ναυαρίνο, ο Κωστής περνάει στην εποχή του Καποδίστρια και αργότερα των Βαυαρών και τις προσπάθειες εμπέδωσης νόμου και τάξης σε οικονομία και κοινωνία. Οι προύχοντες εξέρχονται κυρίαρχοι του πολιτικού αγώνα μετά το 1863, όχι όμως χωρίς πισωγυρίσματα, παραμορφώσεις και αναδιατάξεις στην πολιτική σκακιέρα και τον έλεγχο των μηχανισμών του κράτους. Ο διακανονισμός του δημόσιου χρέους το 1878 ξαναβάζει την Ελλάδα στο κυνήγι των εθνικών της διεκδικήσεων, για να οδηγηθεί η χώρα σε νέες αναδιπλώσεις μετά την πτώχευση του 1893 και την ήττα του 1897. Και πάλι όμως «ξανά προς τη δόξα τραβά» με την ανορθωτική προσπάθεια του 1910, τους μετασχηματισμούς, τις μεταρρυθμίσεις και τις συγκρούσεις που σε συνδυασμό με διχαστικές πρακτικές οδηγούν στο 1922. Ακολουθεί η προσπάθεια αφομοίωσης των προσφύγων εν μέσω νέων μεταρρυθμίσεων και δημιουργίας βιομηχανίας, η κρίση του 1929 και η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να αποφύγει τις αυταρχικές λύσεις οι οποίες σημαδεύουν την εξέλιξη του κράτους και την παγίωση δομών που καταρρέουν για άλλη μια φορά στη δεκαετία του 1940. Για 25 χρόνια μετά το 1950 το πολιτικό σύστημα παλινδρομεί μεταξύ ατλαντικών δεσμεύσεων και ευρωπαϊκής προοπτικής, με τη δεύτερη να κερδίζει σε έδαφος μετά το 1974. Η Ελλάδα εντάσσεται στην ΕΟΚ/ΕΕ και δεσμεύεται εκ νέου να μετασχηματίσει κράτος, θεσμούς και διαδικασίες σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. «Ασθένειες», ωστόσο, εγγενείς στο πολιτικό σύστημα οδηγούν σε υπερδανεισμό, φούσκα και στην τρέχουσα, μετά το 2010, κατάρρευση του πολιτικού σκηνικού, που δεν είναι βέβαια κάτι πρωτόγνωρο για τη χώρα όπως έδειξαν και οι παραπάνω αναφορές.
Όπως προαναφέρθηκε, η «Ιστορία» του Κώστα Κωστή είναι μια σημαντική συμβολή στην κατανόηση της συγκρότησης και εξέλιξης του ελληνικού κράτους, έργο που αξίζει να διαβαστεί και να αποτελέσει αντικείμενο κριτικής και αναθεωρήσεων από όσους μελετούν την νεοελληνική ιστορία χωρίς παρωπίδες. Ο συγγραφέας παρακολουθεί βήμα προς βήμα τις προσπάθειες του ελληνικού κράτους να αποκτήσει πόρους και να αναλάβει πρωτοβουλίες οργάνωσης στρατού και δικαιοσύνης, παιδείας και υγειονομικής περίθαλψης, προώθησης δημοσίων πολιτικών εν γένει. Στην πορεία διαφαίνεται η προτίμηση των ελληνικών κυβερνήσεων προς τον δανεισμό, αντί άντλησης φορολογικών εσόδων μονιμότερου χαρακτήρα από όλες τις κοινωνικές τάξεις και μάλιστα σε εποχές διεθνών και περιφερειακών ανακατατάξεων. Η «Ιστορία» αποτελεί ένα καλογραμμένο βιβλίο που καθοδηγεί τον αναγνώστη, ανοίγοντάς του δρόμους. Όπως συμβαίνει σε συγγράμματα τέτοιου τύπου, κάθε αναγνώστης ίσως βρει ορισμένα κεφάλαια πιο καλά δουλεμένα από άλλα. Η σύγχρονη εποχή, όπως ίσως είναι φυσικό, είναι κατά την κρίση του υπογράφοντος πιο ελλειπτική και πιο αδύναμη βιβλιογραφικά από τα αρχικά κεφάλαια. Επιπρόσθετα, ενώ στην εισαγωγή απορρίπτεται η πατρωνία ως το ισχυρό ερμηνευτικό αντικλείδι πολιτικών ιστοριών της Ελλάδας κατά το παρελθόν (σ. 21), στον επίλογο γίνεται λόγος για την «δημοκρατία των φίλων» (σ. 869) που έχει εδραιωθεί στον τόπο, οδηγώντας τον στην παρούσα κρίση. Παρατηρήσεις τέτοιου τύπου ωστόσο δεν μπορούν να αναιρέσουν την ευπρόσδεκτη προσθήκη στην ελληνική βιβλιογραφία που συνιστά η μελέτη του Κώστα Κωστή. Μία πιθανή μετάφραση του βιβλίου του στα αγγλικά θα αποτελούσε ένα μείζον βήμα επανένταξης της Ελλάδας ως περίπτωσης στη σύγχρονη διεθνή συζήτηση, όχι μόνο για την ιστορία της χώρας μας, αλλά και για την ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης ειδικότερα. Θα επιβεβαίωνε το ότι κάποια «κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας» πλήρωσαν κατά καιρούς πολύ ακριβά τις κακές τους συνήθειες και θα ξεκινούσε η συζήτηση σχετικά με το αν και τι διδάχθηκαν από τη μακρόχρονη ιστορική πορεία τους οι «κακομαθημένοι».
©Athens Review of Books τεύχος 43, Σεπτέμβριος 2013 -Ευχαριστούμε για την ευγενή παραχώρηση.

Μαρία Πετρίτση, Τα ξένα σπίτια

Θυμάμαι μια παλιά συνέντευξη του Βασίλη Αλεξάκη που περιέγραφε το σπίτι του στην Αθήνα. Ένα μικρό ισόγειο είναι, έλεγε, που όμως το αγαπά επειδή στην αυλή του υπάρχει μια λεμονιά, και αυτό του φαίνεται σπουδαίο. Και μια άλλη, της Φρανσουάζ Σαγκάν, που μιλούσε για το διαμέρισμά της στο Παρίσι όπου είχε περάσει τα νεανικά της χρόνια. Έλεγε πως ήταν λιλιπούτειο και με εκθαμβωτική θέα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Τα ξένα σπίτια»