• Dispose of nameplate on door.
• Prepare and fit new nameplate. DOUBLECHECK SPELLING.
August 14th
• Hang pictures. Choose from selection provided by next of kin. IF IN DOUBT, CHECK WHETHER PORTRAIT OR LANDSCAPE FIRST.
• Install and tune television.
• Configure television to client’s specification.
August 21st
• Replace two stained carpet tiles next to window.
• Relocate bolts on exterior of door.
August 24th
• Establish whether or not television can be repaired.
• Replace three stained carpet tiles under television.
August 26th
• Remove shards of glass from carpet.
• Dispose of broken picture.
• Take down remaining pictures and put in safekeeping. August 27th
• Fill hole in wall.
• Repaint over filler.
• Replace carpet with linoleum.
• Secure chair to floor.
August 28th
• Secure bed to floor.
• Remove all other furniture.
August 29th
• Replace broken pane of glass in window.
• Replace bent security bars.
August 30th
• Clean bloodstains off wall.
• Repaint. September 2nd
• Paint over slogans daubed on wall.
• Replace bent security bars.
• Replace gouged section of linoleum.
• Re-secure chair to floor.
• Fill hole in ceiling.
• Repaint over filler.
• Clean excrement from window.
September 3rd
• Dispose of burnt mattress.
• Repaint throughout.
• Dispose of nameplate on door.
Jonathan Pinnock has had over a hundred stories and poems published in places both illustrious and downright insalubrious. He has also won a few prizes and has had work broadcast on the BBC. His debut novel «Mrs Darcy versus the Aliens» was published by Proxima Books in September 2011, and his Scott Prize-winning debut collection of short stories, «Dot Dash», was published by Salt in November 2012. He blogs at www.jonathanpinnock.com and he tweets as @jonpinnock
I detected an amount of Navaho hand signal
creeping into the Queen of England’s waves
this really bothered me
thinking one of us must be imagining things
probably a mixture of Parkinsons and Alzheimers
although she never knew where the kitchen was in the first place
or what day the bins went out
or why she bothered exchanging waves with ordinary people.
The advisors remained smug
satisfied she could never climb over the railings
well, not without inside help
British duplicity always lurking, waiting,
with an arrow for the backs
***
Botched Suicides
I woke up after the attempt
with a straw up my ass.
I knew this seemed strange
almost able to taste right from wrong.
This is the problem with botched suicides
you end up a serious burden
or an easy target for sadistic carers
inserting tubes in the wrong places
for badness or kicks or boredom
meanwhile what is left of your brain
is like a runaway car, all hit or miss
you stand there in a pathetic way
a spastic flailing a broken tennis racket
hoping praying for a connection
with what is left of your intelligence
just enough to ask yourself;
was this smart?
***
The Ghost Of Amadeus
I hear music after switching off the radio
even I know this is not good
my mind filling in the missing bits
that aren’t or may not be there
I think about transcribing what I’m hearing
wondering how to write it down
or will make sense to a non prescient musician
perhaps then I‘d be in business
reborn as the ghost of Amadeus
tidying up my unfinished stuff first
then moving on to the echoes in my soul
not really caring if they liked it or not
content to see the staves filled in
knowing it would outlive current critics
their time always short, just limited to one life,
ask any dead composer or poet.
***
The Riverside Café
in the Riverside café
watching the tall and the short and the failed
an almost genuine bag lady
bent over her trolley protectively
pseudo professional men
with matching ties and shirts
and bags of foolish books
on the fringe the young hard men
with tints in their hair
swaggering in the sun the colour reflected
loud and bellicose in their clump
clearing their footpath with their auras
room to let their heads expand
the gentleman in a funeral black coat
stout shoes clicking and clacking on the tiles
a Victorian kind of formal in his step
and the arm for his companion,
poignant…
like the closing scene in a sad film
slivers of life that cut like glass
Des Donnelly – Poet, Co Tyrone, Ireland www.drax.ie & www.poet.ie was born in County Tyrone in the North of Ireland in 1955. He hasn’t won anything. Inured to poetry by psychotic Christian Brothers masquerading as teachers he returned to writing poetry in the early 90’s. His work has been published in an anthology of Tyrone poets and online via Right Hand Pointing. He received an award from the Northern Irish Arts Council for a collaboration with textile artist Clare McCarroll. Themes of struggle, woman and god’s ambivalence dominate. His inspiration is often drawn from a single word or a fleeting image that is skewed in some way, that jumps out unbidden, often unwanted. He also writes under the pseudonym ‘Drax’.
Σκοτεινές οι γυναίκες της Ελευσίνας προχωρούν προς το ναό του προφήτη. Κρατούν σπονδές, φορούν τα κατάμαυρα, λαδωμένα φορέματα και ανέχονται με υπομονή το σκληρό μεσημέρι. Στο βάθος ο μαύρος ήλιος της Μεσογείου που είναι θάνατος και ευθύνη μαζί. Καμιά τους δεν γελά, μόνο σκοτεινές, μαινάδες ενός άλλου καιρού οι γυναίκες ανέρχονται την αρχαία κλίμακα και στο βάθος ο προφήτης, γέρος και ειρηνικός, καθισμένος στον παχύ ίσκιο του πεύκου τους γνέφει να φτάσουν κοντά του. Εκείνες δίχως δισταγμό, τραβούν τη σκληρή τους πορεία. Σέρνουν τα σάβανα, σφιγμένα στόματα, απελπισμένα και όλα τούτα για τη μνήμη του αγίου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «ΗΛΙ»»
Τις νύχτες έβλεπε όνειρα με σημεία στίξης και σύνθετες δασυνόμενες λέξεις. Νωρίς το πρωί προσπαθούσε να τα ερμηνεύσει όλα αυτά, γερμένη στο τελευταίο κάθισμα του αστικού λεωφορείου που την πήγαινε στη δουλειά της.
Τα μεσημέρια, γύρω στις δώδεκα ή και λίγο πιο μετά, σχεδίαζε θερινά ταξίδια στο Νείλο ή στο Μισισιπή με ένα ποταμόπλοιο που έτριζε, και έγερνε κάπως, κι έτσι τρόμαζε τις ηλικιωμένες κυρίες που ζητούσαν κι άλλο, κι άλλο τζιν στο μαυριδερό καμαρότο, κι ύστερα γελούσαν δυνατά και ξεχνούσαν το φόβο.
Αλέξανδρος Νεχαμάς,Μόνο μια υπόσχεση ευτυχίας. Η θέση του Ωραίου στην τέχνη και στη ζωή, μτφρ. Ελένη Φιλιππάκη, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2010, σελ. 168
Αν ήταν μόνο η ομορφιά που δίνει υποσχέσεις ευτυχίας, θα μπορούσαμε εύκολα να υπομείνουμε τις κάθε είδους διαψεύσεις ή απογοητεύσεις. Δυστυχώς, το ίδιο κάνουν και οι κυβερνήσεις. Και οι διαψεύσεις, εκεί, δεν σηκώνουν μοιρολατρική αποδοχή ή κάποια συνετή μετάθεση προσδοκιών. Ιδίως από εκείνους που δεν εμπιστεύτηκαν ποτέ τους τις υποσχέσεις της ομορφιάς.
Η ιστορία του «προβλήματος της Δήλου» είναι γνωστή στους μαθηματικούς από ένα επεισόδιο που μεταφέρει ο Πλούταρχος. Καταπονημένοι από αρρώστιες και έριδες οι κάτοικοι του νησιού αποτάθηκαν στο μαντείο των Δελφών κι εκείνο τους παρήγγειλε να διπλασιάσουν τον κυβικό ναό του Απόλλωνα. Κάτι ακατόρθωτο για μια γεωμετρία του διαβήτη και του χάρακα (αφού η ακμή του νέου κύβου έπρεπε να είναι η τρίτη ρίζα του δύο, δηλ. το 1,25992… της αρχικής). Ωστόσο, το ουσιώδες μήνυμα του χρησμού ήταν να αφήσουν οι κάτοικοι της Δήλου τις μεμψιμοιρίες και τις έριδες και να καταπιαστούν με τα μαθηματικά, ώστε η σωτηρία να έρθει από την πνευματική τους καλλιέργεια.
Δεν ξέρω κατά πόσο μια ανάλογη συνταγή προσφέρεται για τις μέρες που περνάμε. Εάν, πάντως, οι αδικημένοι από τα μέτρα της άγριας λιτότητας, οι τόσο ευεπίφοροι να ξεσηκώνονται, να απεργούν και να διαδηλώνουν, διέθεταν κάτι από τους περικομμένους μισθούς τους για να αγοράσουν το βιβλίο του Νεχαμά και κάτι από τις μακρές τους συζητήσεις περί το μέλλον που μας επιφυλάσσεται, για να βρουν χρόνο να το διαβάσουν, ίσως η κατάσταση όλων γινόταν λιγότερο ανυπόφορη. Δεν ξέρω, επίσης, εάν μας περιμένουν καλύτερες μέρες κι αν θα βγούμε ποτέ από την περιβόητη οικονομική κρίση. Το να βγούμε όμως από την ακρισία, την απληστία και την προσήλωση στην τηλεοπτική χυδαιότητα, είναι στο χέρι μας. Η εποχή προσφέρεται απολύτως, όσο κι αν κάτι τέτοιο ακούγεται σαν πρόκληση, τη στιγμή που «ο κόσμος καίγεται». Αλλά τα πιο καλοχτενισμένα εφηβαία εμφανίζονται, όπως δείχνει η ιστορία, κυρίως σε εποχές κατά τις οποίες ο κόσμος καίγεται.
Η ομορφιά πάντα μας γνέφει προς το μέρος της. Αν θέλουμε να επιμείνουμε στην τύφλα μας, είναι μάλλον βέβαιο πως δεν αξίζουμε καμιά άλλη υπόσχεση.
Ο Αλέξανδρος Νεχαμάς είναι καθηγητής φιλοσοφίας και θεωρίας της λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον και, πέρα από βιβλία για φιλοσόφους όπως ο Πλάτων ή ο Νίτσε, έχει επίσης ασχοληθεί με την αισθητική ορισμένων τηλεοπτικών σειρών. Η σύνδεση δεν είναι παράδοξη, αφού όλο και πιο συχνά, πλέον, οι φιλόσοφοι ασχολούνται με το τι είπαν οι συνάδελφοί τους, σύγχρονοι ή προγενέστεροι, όπως ακριβώς κάνουν και οι αστέρες της τηλεόρασης. Ως προς την ομορφιά, όμως, η στάση των φιλοσόφων, μετά τον Καντ, έγινε στάση απολύτως ασηπτική. Κρατώντας μιαν εύλογη επιφύλαξη απέναντι στη μεταφυσική του ρομαντικού πάθους και στον ανορθολογισμό των συγκινήσεων, έσβησαν τη φλόγα από την αναζήτηση του Ωραίου και κατέστησαν την ομορφιά θέμα διατριβών και πολύπλευρων ερμηνειών – όχι θέμα έλξης, απόλαυσης και αισθητικής ηδονής, η οποία ανοίγεται στην αυτογνωσία.
Σαν να τους άκουγαν, τα πλήθη της νεωτερικότητας συγκράτησαν την ψυχρότητα, δίχως να υιοθετήσουν την ερμηνευτική έφεση κι ακόμα λιγότερο την έφεση αυτογνωσίας. Έκαναν την ομορφιά κατανάλωση σε ευκαιριακούς περιπάτους, σε μουσεία ή σε αστικά πάρκα, για να αναζητήσουν αλλού τα ρίγη των ηδονικών ταραχών τους. (Σε ομαδικά γλέντια, τα πιο μεσογειακά πλήθη, ή σε περιοδικές αποχαλινώσεις αλκοόλ και σεξ, τα πιο βόρεια.). Έτσι, όμως, όσοι δεν μπορούν να βρουν την ηδονή στην ομορφιά της τέχνης, φοβάμαι ότι θα αδυνατούν και να δουν την ομορφιά στην ηδονή των αγαπημένων τους προσώπων – εκείνες τις στιγμές όπου η εγγύτητα του οργασμού μοιάζει να διαχέει ένα εσωτερικό φως, κάτω από μάγουλα ή κλειστά βλέφαρα.
Η επιλογή του τίτλου, από το Περί έρωτος του Σταντάλ –«Η ομορφιά δεν είναι άλλο από την υπόσχεση της ευτυχίας»[1]– δεν είναι διόλου τυχαία. Εκείνο που θέλει να επαναφέρει ο Νεχαμάς είναι η πιο άμεση, η πιο βιωματική και, κατά μία έννοια, η πιο ερωτική σχέση με το ωραίο και τα έργα τέχνης. Ό,τι, δηλαδή, εισηγούνταν και η Σούζαν Σόνταγκ στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Μόνο που εκείνη το εισηγούνταν με την απόρριψη κάθε κριτικού στοχασμού και ερμηνευτικής συστηματικότητας. Ο Νεχαμάς, αντίθετα, εισηγείται την ανάμειξη διάνοιας και πάθους. Με την αισθητική απόλαυση να συγκροτεί, τελικά, ένα τρόπο ζωής.
Θέτοντας στο εισαγωγικό κεφάλαιο το δίλημμα μεταξύ μιας στάσης σαν του Πλάτωνος –με τον έρωτα για το ωραίο να ξεκινά από απολύτως σωματικές αισθήσεις– και μιας στάσης σαν του Σοπενχάουερ –με την αγάπη για το ωραίο να συνδέεται με μια κατάσταση ουράνιας γαλήνης– υπερβαίνει αυτό το δίλημμα στα επόμενα κεφάλαια, με τις πιο προσωπικές του προτιμήσεις και εμπειρίες ως κορυφαία παραδείγματα. Και ηχεί απολύτως πειστικός, καθώς παραβάλλει, με αλλεπάλληλες ευκαιρίες, στάσεις απέναντι σε συγκεκριμένα έργα τέχνης, εικαστικά ή λογοτεχνικά, και στάσεις απέναντι σε πρόσωπα, φίλους ή ερωτικούς συντρόφους. Όπου επίσης εκτίθεται κανείς σε προσδοκίες ευδαιμονίας, οι οποίες διαψεύδονται, σε αισθήματα απλής συμπάθειας, που εμπλουτίζονται απροσδόκητα, ή σε κεραυνοβόλους έρωτες που αργοσβήνουν στην αδιαφορία. Όπως ακριβώς με καλλιτεχνήματα για τα οποία ακούει κάποιος πολλά και, περιμένοντας πολλά, απογοητεύεται σύντομα. Ή με άλλα, προς τα οποία έτρεφε μια μέτρια εκτίμηση κι έρχεται σιγά-σιγά να αναγνωρίσει τον πλούτο και την αξία τους.
Στη ζωή όπως στην τέχνη, λοιπόν. Ή στην τέχνη όπως στη ζωή, κάνοντας πρωτίστως τη ζωή μια αγάπη για την τέχνη. Με μια ειλικρίνεια που δεν συναντάται συχνά, ο Νεχαμάς ομολογεί προσωπικές του αρέσκειες και απαρέσκειες, το πώς απαλλάχτηκε από καθηλώσεις, σε έργα τα οποία ένιωθε υποχρεωμένος να εκτιμά, ή το πώς επανήλθε σε έργα προς τα οποία η αρχική συμπάθεια έγινε σταδιακά έρως και πηγή νέων νοημάτων κι ακόμα πλουσιότερων αποκαλύψεων ομορφιάς, πέρα από όποιες νόμιζε πως ήδη εποπτεύει.
Κορυφαία παραδείγματα αυτού του είδους το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ και η Ολυμπία του Μανέ. Μέσα από τα όσα παραθέτει, σε εικόνες και παρατηρήσεις, για να εκθέσει προσωπικά αισθήματα, πέρα από σχολαστικές κριτικές, έχει κανείς την ευκαιρία να μάθει εξαιρετικά ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τις συνθήκες δημιουργίας αυτών των έργων (ιδίως της Ολυμπίας και του περίφημου βλέμματός της). Λεπτομέρειες τις οποίες ποτέ δεν αξιοποιούν οι σχολαστικές κριτικές. Ενώ μέσω ενός τόνου εκμυστήρευσης, ο Νεχαμάς όχι μόνο πληροφορεί, μα και εμπνέει τους αναγνώστες του.
«Όσο επιχειρώ να εμβαθύνω στην Ολυμπία τόσο καλούμαι να διευρύνω τη σχέση μου με τον υπόλοιπο κόσμο», επισημαίνει στο μέσον του τελευταίου κεφαλαίου. «Για να κατανοήσουμε την ωραιότητα ενός πράγματος πρέπει να συλλάβουμε την ιδιαιτερότητά του, πράγμα που απαιτεί να μάθουμε σε τι διαφέρει από άλλα πράγματα. Αυτό, με τη σειρά του, σημαίνει να μπορούμε να αντιληφθούμε, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια, τι είναι τα άλλα πράγματα και πώς το καθένα τους διαφέρει επίσης από καθετί άλλο στον κόσμο. Ο έρωτάς μου για κάτι είναι αδιαχώριστος από την επιθυμία μου να το γνωρίσω και να το καταλάβω καλύτερα, και η επιθυμία αυτή δεν με απομονώνει από τον κόσμο –όπως πολλοί πιστεύουν– αλλά, αντίθετα, με φέρνει πιο κοντά σ’ αυτόν».
Το γεγονός ότι αυτή η επισήμανση ενός φιλοσόφου συμπίπτει απολύτως με εκείνο το τραγούδι που λέει: «Σ’ αγαπώ γιατί ’σαι ωραία / Σ’ αγαπώ γιατί ’σαι εσύ / Κι αγαπώ όλο τον κόσμο / Γιατί ζεις κι εσύ μαζί», σίγουρα ανατιμά τους στίχους του τραγουδιού. Χωρίς καθόλου να μειώνει, κατά τη γνώμη μου, την ίδια τη φιλοσοφική επισήμανση.
Τελικά, εκείνο που παρουσιάζει ο Νεχαμάς στο βιβλίο του δεν είναι μια ιστορία των αισθητικών θεωριών, από τον Πλάτωνα ως τον Άρθουρ Ντάντο, ούτε ένα πανόραμα των πιο σημαντικών καλλιτεχνημάτων και των σχέσεών τους με την υποδοχή που τους έτυχε, μέσα στην κοινωνική εξέλιξη, κι ούτε καν έναν συνοπτικό κατάλογο έργων που ο ίδιος εκτιμά, μαζί με τους λόγους για τους οποίους τα εκτιμά. Όχι ότι λείπουν αυτές οι πλευρές. Κι ο υπότιτλος: «Η θέση του Ωραίου στην τέχνη και στη ζωή» δεν υπόσχεται τίποτε λιγότερο από ό,τι ο συγγραφέας επιδίδει εν τέλει στον αναγνώστη του, με εξαιρετικά εύστοχες στη συντομία τους αναφορές. Εκείνο όμως που κυρίως κάνει ο Νεχαμάς είναι να δείχνει, εύγλωττα και εύληπτα, το πώς αλλάζει κανείς τον εαυτό του και τη ζωή του, μαθαίνοντας να αγαπά ή να ερωτεύεται την ομορφιά, στα έργα της τέχνης, ή να αγαπάει και να ερωτεύεται την ομορφιά, εν γένει.
Κατά τούτο πιστεύω πως το συγκεκριμένο βιβλίο ενδείκνυται για τις μέρες που ζούμε. Εάν ούτε σε τέτοιες περιόδους κρίσης δεν μάθουμε να εμπιστευόμαστε τις υποσχέσεις της ομορφιάς, δεν θα αξίζουμε καμιά υπόσχεση ανάκαμψης, ευμάρειας ή επαναστατικών αλλαγών, ακόμα κι αν πραγματοποιούνταν, όλες τους, κατά ιδεώδη τρόπο.
*
Αλέξανδρος Νεχαμάς,
Μόνο μια υπόσχεση ευτυχίας. Η θέση του Ωραίου στην τέχνη και στη ζωή,
Ο Τζέρυ έχει χέρια, κεφάλι και πόδια. Πάνω στο σώμα όλ’ αυτά βαλμένα. Ευτυχώς! Τα χέρια του είναι μακριά με λίγες τρίχες, τα πόδια του είναι μακριά με πολλές τρίχες, και έχει και μια ουλή στη γάμπα. Δυστυχώς! Ο Τζέρυ φοράει μία γραβάτα πράσινη, γιατί είναι οικολόγος, κι έχει κεφάλι, όπως είπα. Το κεφάλι του είναι γουλί, γιατί κάνει ζέστη στην πόλη, έχει και μία τρύπα, για να ζουλιούνται η αύρα και οι σκέψεις. Δόξα σοι ο Θεός! Η τρύπα είναι όπως όλες οι τρύπες, μικρή και ανοιχτή. Αν βάλεις το χέρι σου, το νιώθεις. Πολλοί άνθρωποι βάζουν το χέρι τους στις μύτες, δεν είναι ευγενικό αυτό. Μέσα στο κεφάλι του Τζέρυ, που έχει μία τρύπα, όπως όλες οι τρύπες, μικρή και ανοιχτή, όπως είπα, υπάρχει ένα καρπούζι. Το καρπούζι είναι μεγάλο, κατακόκκινο, ζαχαρωμένο και με μαύρα κουκούτσια σαν μυρμήγκια με γύψο κολλημένα. Το καρπούζι μπήκε στο κεφάλι του Τζέρυ μια μέρα που ο πατέρας έδερνε τη μητέρα. Ο πατέρας του Τζέρυ είναι κακός, και βάζει γύψο στο κεφάλι του Τζέρυ, γιατί είναι οικοδόμος παιδικών οστών. Η μητέρα του Τζέρυ είναι καλή και φτιάχνει ωραία τα φασόλια και έχει και μία φίλη που κάνει τα στραβά μάτια και δε βλέπει το καρπούζι στο κεφάλι του Τζέρυ και δε σχολιάζει τίποτε, μόνον γεια του κάνει ταπ ταπ με γυρισμένη την πλάτη και πεταμένη την παλάμη προς τα πίσω, αλλά η μητέρα του Τζέρυ θα πεθάνει, δυστυχώς, από αρρώστια. Μέσα στο καρπούζι μεγαλώνει ένα μικρό σκουλήκι, που μπήκε από την τρύπα που χώνονται οι σκέψεις, ένα βράδυ που ο Τζέρυ ονειρευόταν κι εκσπερμάτωνε. Το σκουλήκι, αφού ανενόχλητο ρούφηξε όλο το σπέρμα του Τζέρυ, μπήκε στο κεφάλι του Τζέρυ πολύ προσεκτικά, χωρίς να τον γαργαλήσει ή να του προκαλέσει φαγουρίτσα, κάθισε και ξάπλωσε σε μία μεγάλη πολυθρόνα μέσα στο καρπούζι, που ο Τζέρυ την είχε βάλει να αναπαυτεί από τους πισινούς που έχουν στο σαλόνι. Το σκουλήκι, που έφαγε και με το παραπάνω σπέρμα, διότι το αποθήκευσε σε μία σέλα που έχει στην κοιλιά του, όλο παχαίνει στο κεφάλι του Τζέρυ, και τώρα είναι πάρα πάρα πολύ μεγάλο, και έχει γίνει όπως το καρπούζι. Αυτό είναι πολύ ωραίο, γιατί το σκουλήκι εκστασιάζεται στη ζάχαρη, κι έγινε καρπούζι.
Ο μικρός Ρα είναι φτωχός και πεινασμένος, βλέπει τον Τζέρυ, δος μου καρπούζι, λέει, αλλά ο Τζέρυ θέλει το καρπούζι στο κεφάλι του, γιατί το σκουλήκι που έφαγε σπέρμα, όταν ο Τζέρυ εκσπερμάτωνε, και μπήκε από την τρύπα που γύρω γύρω έχει γύψο επειδή, όπως είπα, ο πατέρας του Τζέρυ είναι κακός, το σκουλήκι, λοιπόν, που είναι, όπως είπα, μεγάλο, όπως ακριβώς και το καρπούζι, αποχαυνώνεται στην έκσταση, κι επίσης ο Τζέρυ φοβάται και το γύψινο πατέρα, γιατί έχει και μια ουλή στη γάμπα, που σκέφτεται, επειδή είναι κόκκινη, πως κάποια μέρα θα εξελιχθεί και αυτή σε δεύτερο καρπούζι. Ο Τζέρυ δεν είναι πλεονέκτης, του αρκεί μόνον το καρπούζι που έχει στο κεφάλι, και δεν επιθυμεί να φάει το σπέρμα του κανένα άλλο σιχαμερό σκουλήκι, μια και η μητέρα θα πεθάνει. Εάν τα σκουλήκια τρώνε συνέχεια το σπέρμα του πώς ο Τζέρυ θα αντιμετωπίσει τον πατέρα με δύο τόσο μεγάλους όγκους στο δικό του σώμα, που θα τον κάνουνε δυσκίνητο και θα τον εμποδίζουν να τρέξει μακριά, όταν εκείνος θα θέλει να τον δείρει; Ήδη η οικολογική γραβάτα τον βαραίνει με όλα τα λαχανικά που έχει για διάκοσμο.
Ο Τζέρυ θα μπορούσε να είναι και γυναίκα, που θα τη λέγανε Η Τζέρυ και θα φορούσε τότε ένα πράσινο φόρεμα μακρύ με λαχανικά επίσης για διακόσμηση. Και το σκουλήκι θα είχε μεγαλώσει στο κεφάλι της Τζέρυ, επειδή ένα βράδυ, ενώ εκείνη, στον ύπνο της, θα είχε έναν οργασμό με τον κακό αλλά ωραίο πατέρα της, για να την τιμωρήσει το σκουλήκι, θα ορμούσε το σκουλήκι και θα ξεπάστρευε, για να τραφεί, ένα χαριτωμένο ωάριο που θα ροχάλιζε βαριά στις ωοθήκες της. Σ’ αυτήν όμως την περίπτωση, ο πατέρας της Τζέρυ θα ήταν, στο καρπουζένιο της κεφάλι, μία κακός και μια καλός. Μπερδεμένος σαν να λέμε. Το ίδιο θα συνέβαινε και με τη μητέρα της Τζέρυ, που είναι ετοιμοθάνατη. Μία θα ήταν καλή και δύστυχη, γιατί όπου νά ’ναι θα πεθάνει, διότι η Τζέρυ σκέφτεται πως ο πατέρας είναι αφενός υπεύθυνος τόσο για το καρπούζι που μεγαλώνει στο δικό της το κεφάλι, επειδή έτσι ξαφνικά, χωρίς καμία πρόσκληση, εμφανίστηκε στον ύπνο της, όσο και για την αρρώστια της μητέρας. Ο πατέρας υπήρξε πολύ βάναυσος με τη μητέρα. Αυτό να λέγεται! Από την άλλη όμως, επειδή η Τζέρυ είδε αυτό το πολύ τρομαχτικό όνειρο με τον πατέρα, μπορεί και έχει το δικαίωμα τη μια να λέει πως είναι άνθρωπος κακός, την άλλη όμως να ισχυρίζεται πως είναι άνθρωπος υπέροχος και να αλλάζει το σενάριο. Στο δεύτερο σενάριο, το σκουλήκι στο καρπούζι μεγαλώνει όλο και πιο πολύ και η μητέρα σηκώνεται λίγο από το νεκροκρέβατό της, και πρέπει να τιμωρηθεί και πρέπει να πεθάνει. Μαμά, είσαι πουτάνα! Ο λόγος είναι πως, σε αυτή την εκδοχή, δεν είναι ο πατέρας αλλά είναι η μητέρα που γεμίζει με γύψινα σπόρια ενοχών το καρπουζοκέφαλο της Τζέρυ. Η μητέρα ξέρει τι έγινε στον ύπνο της Τζέρυ και είναι πολύ επιθετική μαζί της. Πρέπει να πεθάνει! Αλλά σε ένα σπίτι, δεν μπορεί να είναι όλοι κακοί, και πρέπει να έχεις συμμαχίες. Επομένως, η κακή μητέρα να πάει στα τσακίδια, η Τζέρυ αγαπάει τώρα πολύ τον καλό πατέρα και δείχνει ζήλο υπερβάλλοντα και τον υπερασπίζεται ακόμη και όταν κάνει πράγματα κακά. Αυτό είναι ένα κόλπο, για να κρύβονται οι αλήθειες. Γυρνάς τα έξω μέσα για να κρυφτείς στο ενδιάμεσο. Το ενδιάμεσο είναι ευρύχωρο για να χωράει το καρπουζοκέφαλο της Τζέρυ.
Αυτά τα ολίγα για όλα τα σενάρια. Θα γίνω λίγο πιο περιγραφικός τώρα, μου αρέσει πολύ να ζωγραφίζω : το Τζέρυ οφείλει να είναι προσεκτικό σε όλες τις κινήσεις του και επιφυλακτικό με τους ανθρώπους, διότι το γύψινο κεφάλι του είναι βαρύ και το σκουλήκι του πρέπει να μένει ξαπλωμένο μέρα νύχτα. Το Τζέρυ δεν έχει χρόνο ούτε για να ακούει τους ανθρώπους, ούτε κυρίως για να ακούει και να καταλαβαίνει τι λέει στους ανθρώπους. Το Τζέρυ είναι επιθετικό και επικριτικό με όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, διότι έχει πάρα πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, και θεωρεί ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν το ίδιο ακαταμάχητο καρπούζι που έχει και αυτό μες στο κεφάλι και ότι όλοι έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, ακόμη και όταν έχουνε μικρό κεφάλι. Το Τζέρυ λέει ψέματα συχνά και θεωρεί ότι και οι άλλοι κάνουνε το ίδιο και, επομένως, είναι πολύ καχύποπτο ακόμη και με το ίδιο το καρπούζι στο κεφάλι του. Ο γύψος, επίσης, που έχει στο κεφάλι, στεριώνει το Τζέρυ μια χαρά και δεν διακινδυνεύει απότομες κινήσεις προς άλλες κατευθύνσεις. Του είναι αρκετός ο δρόμος προς την εργασία και το μικρό τραγούδι που τραγουδάει το σκουλήκι μέσα στο κεφάλι του και ξαπλωμένο στην ωραία πολυθρόνα: ντοντό μπουλό μετρό παραπαπά μπουλό μετρό ντοντό λαλά. Είμαι διακριτικός και δεν θα πω τι ακριβώς δουλειά κάνει το Τζέρυ, αλλά μπορεί να κάνει οποιαδήποτε που να περνιέται για σπουδαία. Δεν θα αναφέρω ούτε σε ποιο κρεβάτι μπορεί να ρίχνει το Τζέρυ ύπνους, μπορεί να κοιμάται σε οποιοδήποτε, ακόμη και σε στρώμα. Δε θα μαρτυρήσω ποιο είναι το μετρό που χρησιμοποιεί το Τζέρυ, μπορεί να παίρνει λεωφορείο, το δικό του αυτοκίνητο ή να χρησιμοποιεί τα πόδια του για μέσο. Εκείνο που θέλω να υποστηρίξω με ακρίβεια και με όλες τις αρνήσεις είναι ότι το Τζέρυ μπορεί να είναι οτιδήποτε, γνωστό ή άγνωστο, που έχει ένα σπουδαίο καρπούζι στο κεφάλι. Ένα πολύ απλό πράγμα δηλαδή. Εγώ δεν είμαι φιλόσοφος καθόλου.
Ο μικρός Ρα, που λέει στο Τζέρυ δος μου καρπούζι, δεν ξέρει ακόμη ότι στο κεφάλι του έχει κι αυτός ένα ολόιδιο καρπούζι. Μπορεί ν’ απλώσει το χέρι του, να κόψει μία φέτα. Είναι θέμα χρόνου να νιώσεις πως όταν σου αρνούνται ένα γύψινο καρπούζι, δεν είναι επειδή οι άνθρωποι είναι σκατάδες και αχάριστοι, είναι επειδή βλέπουν πως έχεις κι εσύ ένα ολόιδιο μέσα στο κεφάλι σου και, από μεγάλη αβροφροσύνη, δεν σου επιτρέπουν να βαρύνεις τη συνείδηση. Συμπέρασμα: όταν ζητάς, όπως ο μικρός Ρα, γύψινα καρπούζια και σου αρνούνται, έστω κι ένα κομματάκι, δεν έχεις και πολλές επιλογές. Δύο μόνον: ή συνεχίζεις να αποζητάς στο Τζέρυ ένα μερίδιο που θεωρείς ότι αντικατοπτρίζει το έλλειμμα που έχεις στο κεφάλι σου, αλλά αυτό σημαίνει ότι είσαι και συ καρπουζομένος γύψος, για να επιθυμείς να το συμπληρώσεις με όμοιο υλικό και, μάλιστα, όταν έχεις δει μια φίλη, για παράδειγμα, όπως αυτή της μαμάς του Τζέρυ, να κάνει ταπ ταπ πάνω στο κεφάλι του. Ή τους αφήνεις να χαίρονται το βάρος που έχουν στο κεφάλι και σιωπάς. Το τελευταίο σημαίνει πως έχεις μεγαλώσει πια και πως γνωρίζεις ότι ένα γύψινο καρπούζι παράγει γύψινα κουκούτσια, που οι μεγάλοι σε ηλικία άνθρωποι τις ονομάζουν σκέψεις, και που αυτές οι σκέψεις τρώγονται αυτοστιγμεί απ’ το σκουλήκι, γιατί αυτές δεν είναι ευέλικτες για να προκόψουν και το σκουλήκι έχει ταινία και πεινάει.
Κουράστηκα, σας χαιρετώ, πάω να ψάξω για να τσιμπήσω κάτι τώρα. Φούλιξ (ένα σκυλί της γειτονιάς, που έχει μείνει νηστικό εδώ και πέντε μέρες).
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.