Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Ξαγρυπνάτε αδελφοί

από ένα βιβλίο ή από μια εποχή,
αν προτιμάτε, γεμάτη σκοτεινά
σκετσάκια

[Ένας χαρακτήρας με κατακόκκινα μάτια, χλωμός από απίστευτες κακουχίες στηρίζει το κουφάρι του σε ένα αυτοσχέδιο μπαστούνι. Τρέμει ολόκληρος και κάθε τόσο τινάζει το πρόσωπό του, σαν να μην θέλει να θυμάται, σαν να μην θέλει. Πίσω του φέγγει η μαρκίζα, «Κέντρον η Ξαγρύπνια». Το φως της κάνει το πρόσωπο εκείνου του συντριμμιού να μοιάζει ακόμη πιο αδύνατο, με όρη και κατάμαυρες λίμνες. Ο άνδρας μιλά, οπλισμένος με το κουράγιο που κάποια αιτία του στέρησε.]

Ταλαιπωρημένος άνδρας: (προχωράει ένα δυο βήματα εμπρός στην σκηνή) Γέμισε ο τόπος από τέτοια κεντράκια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Ξαγρυπνάτε αδελφοί»

Λεωνίδας Καζάσης, Τα εν οίκω

Αλάτι και ζάχαρη απόμειναν στο σπίτι της Μαρίκας και του Εμμανουήλ. Τα όσπρια ακριβά, τα μακαρόνια, τα φρούτα απλησίαστα, τα σέσκουλα, τα σπανάκια. Ο υιός Παναγιώτης ολημερίς εργάζεται ανασφάλιστος για δυό ελιές τον μήνα και η θυγατέρα τους Χαρίκλεια εργαζόμενη κι αυτή, δεν αξιώθηκε κατά την μάνα της να βρει έναν με υψηλό εισόδημα να την σώσει. Κι όλο φωνάζει αχαϊρευτο η Μαρίκα τον Εμμανουήλ που τρίτη δουλειά δεν βρίσκει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Τα εν οίκω»

Francesco Petrarca, Την ώρα που ο ουρανός ο γοργοπόδαρος σιμώνει ―μτφρ.: Γιώργος Κεντρωτής

Την ώρα που ο ουρανός ο γοργοπόδαρος σιμώνει
στη Δύση και όταν ήδη η μέρα μας πετά να πάει
σε ανθρώπους που την περιμένουν σαν εμάς κι εκείνοι,
κατάκοπη καλοσυνάτη γραία περπατάει
σε ξένη γη με γρήγορο βηματισμό: είναι μόνη
και βιάζεται να φτάσει εκεί, στο τέμπλο που θα μείνει·
και μόνη ως θά ’ναι μέσα στη γαλήνη
του τέλους της ημέρας, τη αληθεία
μπορεί να λάβει την παραμυθία
από μι’ ανάπαυση μικρή, όπου και θα λησμονήσει Συνεχίστε την ανάγνωση του «Francesco Petrarca, Την ώρα που ο ουρανός ο γοργοπόδαρος σιμώνει ―μτφρ.: Γιώργος Κεντρωτής»

The Athens Review of Books τεύχος 154 ―κυκλοφορεί

Περιεχόμενα τεύχους 154, Οκτώβριος 2023

Μανώλης Βασιλάκης, Ο συγγραφέας-αναγνώστης Πέτρος Μαρτινίδης

Πέτρος Μαρτινίδης, Η λαίδη Τσάτερλυ και οι «εραστές» της

Αρκάς (σχέδιο), Πέτρος Μαρτινίδης

Δημήτρης Χαντζόπουλος (σχέδιο), Πέτρος Μαρτινίδης

Ιωάννης Μ. Κωνσταντάκος, Ο καθηγητής του σασπένς: Σημειώσεις για τη μυθιστορηματική ποιητική του Πέτρου Μαρτινίδη

Αλέξανδρος Νεχαμάς, Τέχνη, πρόθεση, ερμηνεία, συγκίνηση: Η αισθητική του Πέτρου Μαρτινίδη Συνεχίστε την ανάγνωση του «The Athens Review of Books τεύχος 154 ―κυκλοφορεί»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τα εις

– όντας 

Κερδίζοντας

Ο Ανέστης μπήκε στο σπίτι. Ακούστηκε το βαρύ του βήμα και ο τσιγαρόβηχας. Ήταν μεθυσμένος και είχε ακόμη στα αυτιά του τους πανηγυρισμούς, τις επευφημίες του πλήθους. Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας και έκανε ησυχία για να ακούσει. Τα ραδιόφωνα στους ακάλυπτους παίζανε Αλεξίου και ειδήσεις από έναν ακόμη πόλεμο. Ποτέ άλλοτε δεν προσπάθησε τόσο η ανθρωπότητα για να αποτρέψει την καταστροφή για να την προσφέρει τελικά απλόχερα στον εαυτό της. Ακούστηκαν βλαστήμιες και λόγια του δρόμου και ο ήχος του πόνου. Κράταγε το καλοκαίρι ακόμη και η ζωή ξενυχτούσε μαζί του. Βγήκε έξω στο μπαλκόνι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τα εις»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Η άθλια Σαπφώ

Έβλεπε από το παράθυρο μια νύχτα, παρακολουθώντας στα σκοτεινά μια ταινία, την ομάδα των αγοριών της γειτονιάς να πάνε και να έρχονται και να στέκονται έξω από τη χαμηλή μάντρα της αυλής της και σαν να λογομαχούν, δεν άκουγε τι έλεγαν. Τα δικά της εγγόνια έλειπαν με τους γονείς τους σε ολοήμερη και μισονύχτια εκδρομή, οπότε πέρασε από το μυαλό της ότι οι νεαροί απλώς αναζητούσαν την παρέα τους.
Το πρωί, νωρίς,  διαπίστωσε ότι δεν ήταν ακριβώς έτσι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Η άθλια Σαπφώ»

Αργύρης Χιόνης, ποιήματα για τη γη

στον Γιάννη Ζουγανέλη και την χθόνια τούμπα του

ΠΗΡΑ ΣΩΛΗΝΕΣ χάλκινους κι ατσάλινους και τους συνέδεσα, με μούφες και αρμούς, σε ένα σύστημα περίπλοκα σοφό, και μες στη γη τους έχωσα, βαθιά μέσα στη γη, αφήνοντας μιαν άκρη μόνο έξω απ’το χώμα, προσμένοντας (και μου φαινόταν λογικό, μετά από τόση σκέψη, τόσο κόπο και σχεδιασμό) να ξεπηδήσει από κει νερό. Τίποτε όμως, ούτε μια σταγόνα δεν ανάβρυζε απ’ το σύστημα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αργύρης Χιόνης, ποιήματα για τη γη»

Αντώνης Σουρούνης, Κάλυμνος

Μυρτιές, Κάλυμνος

Το μαγαζί που είχα φτιάξει κάποτε δεκαοχτώ χρόνων. Εκτός από το φως, το νερό και κατ’ ονομα που του είχα δώσει, δεν έχει πια τίποτε άλλο δικό μου. Σαν παιδί που μεγάλωσε, απομακρύνθηκε από το γονιό του, μπλέχτηκε με ξένους ανθρώπους κι ακολουθεί το δικό του δρόμο.

Ευτυχώς, οι παλιοί φίλοι έγιναν εστιάτορες και ξενοδόχοι. Έφτασα έγκαιρα, για τα εγκαίνια της «Μερσίνας», του ξενοδοχείου που έφτιαξε ο Γιωργάκης Ταυλάριος στις Μυρτιές, απέναντι από το άλλο, του Μιχάλη του Μαύρου. Κάτω από ένα μεγάλο ευκάλυπτο διαθέτει ίσως το καλύτερο μπαρ του νησιού και δίπλα μια πισίνα, για να πέφτεις κάθε τόσο και να δροσίζεσαι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Σουρούνης, Κάλυμνος»