Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Κασκαρόνες

Ανταπόκριση ή αφήγημα,
πάρτε το όπως θέλετε,
από μια θεατρική πρεμιέρα

Ήταν μια πρεμιέρα, όπως αρμόζει σε τέτοιες περιστάσεις. Το πλήθος συνέρρεε από νωρίς, κυρίες με κρινολίνα και κύριοι με λινά κοστούμια, λονδρέζικο κόψιμο και ψάθινοι παναμάδες που κάνανε τους κυρίους να μοιάζουν πανομοιότυποι. Και έτσι χάνονταν ορισμένοι δανδήδες που ήσαν οι καλύτεροι εραστές της πόλης και άξιζε να παρατηρήσει κανείς το φέρσιμό τους, συνοδοί κυριών όπως αυτοαποκαλούνταν, μα τίποτε περισσότερο από  μια πλάνη. Η δουλειά τους ήταν ο έρωτας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Κασκαρόνες»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Άλμα

μικρό θεατρικό σε μια
μεγάλη σκληρή σκηνή

λαμπ Σόλιντορ. Παρίσι, Πορτ ντ’Ιταλί, συνοικία κακόφημη με αερογέφυρες και αυτοσχέδιες σόμπες με βαρέλια των καινούριων αθλίων. Το μαγαζί δεν δίνει σημάδια για την ύπαρξή του. Μονάχα μια επιγραφή με σβησμένα όλα τα γράμματα εκτός από το «ρ» της μυστηριώδους λέξεως Σόλιντορ. Οι μύστες ξέρουν και στη σκηνή μες στο μισοσκόταδο, με ένα φανάρι του δρόμου μόνο και την είσοδο εκείνου του μαγαζιού κάτι σκιές περνούν και χάνονται πίσω από τα σκηνικά, επαναλαμβανόμενα, έρχονται και φεύγουν όπως οι σκιές στις ζωές μας, ακριβώς έτσι. Αργά πέφτει σκοτάδι, τώρα ακούγονται μόνο τα βήματα και αχνοφέγγει το φανάρι του δρόμου, χαμηλωμένο και αυτό, κίτρινο, όλο ντροπή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Άλμα»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Στου Θωμά το μαγαζί

Χαιρετισμός στον Θωμά Γκόρπα

Έπεφτε μια ησυχία στο Μεσολόγγι, σκέτος θάνατος. Απρίλης ήταν, μέρες εξόδου, λίγα πράγματα θυμάμαι. Τα καφενεία ήταν άδεια και μόνον ένας δυο ξόδευαν τον καιρό τους στα τραπεζάκια του δρόμου. Πάνε διακόσια χρόνια τώρα που έφυγε και ο τελευταίος από τούτη εδώ την πόλη. Μέρες εξόδου, θυμάσαι, να λαλεί το πουλί, να παίρνει σπυρί και η μάνα να το ζηλεύει.

 Και είναι τα μεσημέρια, πένθιμα, ηρωικά και ασύδοτα έτσι όπως μαίνονται ώρες ολόκληρες υπό τη διαπασών του ήλιου. Ήθελα να ρωτήσω, να μάθω πού πήγαν όλοι μα έπνιγε τη φωνή μου εκείνη η ερημιά. Δεν είχα στη διάθεσή μου χάρτες και κατευθύνσεις, μόνο τον εαυτό μου, λυρικό αφάνταστα και αβαθή. Και εκείνη την ώρα ήταν που ανέβηκε στο στόμα μου μια πίκρα και είδα κάτι ξένους να με κοιτάζουν με τα κατακόκκινα μάτια των ζωντανών και των απεγνωσμένων. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Στου Θωμά το μαγαζί»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Ιχθυέλαιο

Έργο βασισμένο στις θαυματουργές ιδιότητες γνωστού σκευάσματος
που μνημονεύει με στυλ τον Κανάρη, τον μπουρλοτιέρη, ντε.

νακριτικό γραφείο. Καθόλου μακριά από την πόλη καθώς ακούγονται κάθε τόσο καζανάκια, βλαστήμιες, ρεψίματα, γέλια και κλάματα. Το σκηνικό έχει ένα τραπέζι με το φωτιστικό του, έναν πίνακα φελλού με την κάρτα ενός κλειδαρά και κάτι σκισμένα γκοφρέ. Το όλο πράγμα αναδύει ερημιά και εγκατάλειψη μα ταιριάζει απολύτως στο ρόλο ενός ανακριτικού δωματίου, κάπου μες στην καρδιά της πόλης. Καθώς πού να τρέχουμε τώρα;

 Ο ένας καλοντυμένος, ο άλλος με τις πυτζάμες του, κακοχτενισμένος, δεμένος με τις χειροπέδες. Κρατούμενος με όλη τη σημασία της λέξης. Στο μπαλκόνι έρχεται και φεύγει ένας τρίτος που όλο μιλά στο τηλέφωνο και κάτι κανονίζει διαρκώς.)

Ανακριτής: Να το πάρουμε απ’ την αρχή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Ιχθυέλαιο»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Λόουν Ρέιντζερ

Μια ιστορία με αγαλματίδια, βραβεύσεις και διαψεύσεις, μια ιστορία για τη φαντασία και τη μισθωτή την εργασία που δεν απελευθερώνει.

Μια ανταπόκριση πικρή

«Θα τιμωρηθεί παραδειγματικά», δήλωσε δίχως περιθώρια αντίλογου ο κύριος Διευθυντής. Έτσι τον φωνάζανε, μήτε Γιώργη ή κύριο Γιώργο, μα κύριο Διευθυντή. Και έτσι το μεσημέρι το διοικητικό συμβούλιο τον δέχθηκε και του ‘δωσε την ευκαιρία να εκφέρει τους ισχυρισμούς του, μια δικαιολογία βρε αδερφέ για το ατόπημα του. Η αλήθεια είναι πως είχε τρυπώσει στο αποθηκάκι των προμηθειών και είχε αποκοιμηθεί. Δεν τον αναζήτησε κανείς, μα όταν η κυρία Βέρα, υπεύθυνη προμηθειών, έσπευσε να πάρει ένα κουτί με στυλό διαρκείας – πάντα ο χρόνος –  , ρωτώντας στο κενό πού πάνε και χάνονται όλα αυτά τα στυλό, καινούρια και ωραία, με το μελάνι τους ολοζώντανο τον είδε και έβαλε τις φωνές, καθώς υπέθεσε πως ο νεαρός είχε πέσει θύμα κάποιας αιφνίδιας νόσου και τώρα έμενε η υποχρέωση του καθενός να ανακατευτεί με την υπόθεση του θανάτου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Λόουν Ρέιντζερ»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Το λάλο το νερό[¹]

έκκρουσον στυγεράν εκ κραδίας οδύναν
Μελέαγρος

Έργο σε τρεις σκηνές

 τοιμόρροπο αρχοντικό στο κέντρο της πόλης. Δίπατο με σαθρές ξύλινες κολόνες, φαγωμένες από τον καιρό. Μια σκεπή μισογερμένη, με μπαλώματα εδώ και εκεί. Και ακριβώς πάνω από την είσοδο που υπακούει σε κάποιον αρχαιοελληνικό τάχα ρυθμό, με τη βαριά ξύλινη πόρτα και το εντυπωσιακό ρόπτρο με το μισάνοιχτο στόμα του γρύπα, η επιγραφή. «Το Μαντείο». Δίπλα από το οίκημα ξεχωρίζει ένα μικρό περιβόλι, με λίγες νεραντζιές και κάτι βρώμικες θημωνιές. Το σπίτι περιβάλλει μια μάντρα, με κακοκομμένους λίθους και το περίσσευμα της λάσπης στερεωμένο πια, ξεχασμένο από τον αδέξιο χτίστη, τον κακοπληρωμένο. Μια άλλη πόρτα πλάι σε εκείνη τη μεγάλη, την κλειστή στέκει μισάνοιχτη. Και πηγαινοέρχεται το βουβό πλήθος, μαυροφορεμένο, με τα γυαλιά για την αντηλιά φορεμένα. Και κάποιοι συνομιλούν, χαμηλόφωνα πάντα, σφίγγουν τα χέρια και αποχαιρετιούνται. Ένας που φεύγει σκοντάφτει σε ένα φαράσι, κάνει να πέσει μα κρατιέται. Και ύστερα, φωνάζει ένα μεγαλοπρεπέστατο «άει σιχτίρ». Στρίβει στη μάντρα, φτιάχνει το καπέλο του. Ένας από την αυλή φωνάζει. Το έργο αρχίζει.] Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Το λάλο το νερό[¹]»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Δασκαλεμένος

Ανταπόκριση από μια εποχή που διστάζει να κοιτάξει τον εαυτό της στα μάτια. 

Επειδή την ψυχή της έχασε, λέει μες στο παιχνίδι.

Τον συνάντησα στο τάδε χιλιόμετρο της εθνικής οδού. Φοβόταν, μου ‘πε, να μην μας δουν. Επειδή του το’παν ξεκάθαρα πως την επόμενη φορά θα είναι ανυπολόγιστη η ζημιά. «Τέλειωσες Γιώργη, πάει, ξόφλησες». 

Έξω σαν πουλιά που ξενυχτάνε, οι οδηγοί των βαριών φορτηγών. Ανόβερο, Ρώμη, Άγιοι Σαράντα, Σόφια, Πρίντεζι, Ντόρτμουντ. Στέκουν ανάμεσα στους καπνούς των, προϊστορικοί καπνιστές, παράξενοι χρησμοδότες να ανασαίνουν παγωνιά. Του ‘κανε νόημα σαν τον είδε. Φορούσε ένα βαρύ παλτό, σαν τους ναυτικούς και ας μην την είχε συναντήσει ποτέ του τη θάλασσα. Μια τέτοια έστεκε πια για απόσταση ανάμεσα σε εκείνον και τους ανθρώπους.  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Δασκαλεμένος»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Turkish delight powder

Έργο με μια
ολομόναχη σκηνή

κύριος Γουντ πιάνει το κεφάλι του. Η κυρία τον συντρέχει μα δεν μπορεί να κάνει κάτι. Τα χαρτιά που κραδαίνει εκείνος είναι αδιάψευστοι μάρτυρες. Βρισκόμαστε στην Αμβέρσα του 1928 και απ’έξω ακούγεται ο θόρυβος της αγοράς και του λιμανιού. Ο κύριος Γουντ σχεδόν έχει βάλει τα κλάματα ή βλαστημάει την ώρα και τη στιγμή που διάλεξε να παριστάνει τον επί γης Αρχάγγελο. Η κυρία Γουντ κρατά το χαρτί, βάζει το χέρι με έκπληξη εμπρός στο στόμα της, μοιάζει σοκαρισμένη. Ο κύριος Γουντ της αρπάζει το χαρτί από τα χέρια, σηκώνεται από τη θέση του και κλείνει τα παντζούρια, ανάβει το κερί και λέει στην κυρά να καθίσει.)

Κύριος Γουντ: Το σκέφτηκα γυναίκα. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Τώρα θα το κάνουμε.

Κυρία Γουντ : Απάτη; (ξανά το στόμα στο χέρι ή τ’αντίθετο, όλα μπορεί να συμβούν, και τα κανονικά και τα μη) Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Turkish delight powder»