Γαβριήλ Ναχμίας, “Όφης και Λύγκας”

Εκδόσεις Ενδυμίων 2010

– Εμπρός Λύγκα, μέτρησε τη δύναμή σου! Ή μήπως θαρρείς πως είναι δα αμέτρητη;
Τέσσερις άκρες έχει η γη, κι οι τέσσερις στριμώχνονται τώρα εδώ πέρα, τόσο πολύ η μια πάνω στην άλλη, που γη δε μοιάζει να υπάρχει, άλλη απ’ αυτή που πατούμε εγώ κι ο Λύγκας· και τούτη η γη που ’ναι για δυο, δε θέλει πια να ’ναι κανενός.
– Έλα λοιπόν Λύγκα, αδερφέ μου! Τι καρτεράς; Αλλού να πας δεν έχει, αφού τόση είν’ η γη που απόμεινε, ίσα να χωρίζει τα πέλματά μας.
Στο πουθενά ριγμένοι εγώ κι ο Λύγκας, πατάει ο καθένας μας στο πέλμα τ’ αλλουνού, σα στη σκιά του.
– Όφη, το λόγο σου τον ξέρω, κι είναι γνωστή η αγάπη που ’χεις για το μέτρημα. Κι ένα ’χεις μέτρο, όχι πολλά, για να ’σ’ ακριβοδίκαιος – καθώς λες. Μα πώς το λέν’ αυτό το μέτρο το βαρύ, που όποτε θέλει γίνετ’ ελαφρύ, κι ενώ τη μια είναι φτηνό, την άλλη αντάλλαγμα ζητά τη γη και τ’ άστρα;
– Λύγκα, μιας και γραφτό δεν είναι να σμίξουμε στη ζήση, γιατί ν’ αφήσουμε να χαθεί κι ο ένας κι ο άλλος; Λιγόστεψ’ η γη κάτω απ’ τα πόδια μας, κι ο χρόνος στέρεψε κι αυτός. Να το ξίφος μου, μέτρα τη δύναμή σου!
– Σου ’μαθα τι ’ν’ η σκέψη, αδερφέ Όφη, κι εσύ μου ’μαθες τις λέξεις· μα…
– Να το ξίφος μου, Λύγκα, πέσε, μέτρα…
– …μα θέλω να σε μάθω και ν’ ακούς. Όποιος μετράει είναι γραφτό να μετρηθεί, κι ό,τι μετράμε μας μετράει. Η δύναμή μου είναι αμέτρητη, και την αγάπη μου για σένα δεν τη λογαριάζω, μήτε με λέξεις τη μετρώ, να μην τη λιγοστέψω. Κι αν δε μετρούσες γη και χρόνο, δε θα στέρευαν· μα αν θες στο ξίφος σου να πέσω, να ’μαι, πέφτω!

* * *

Λύγκα, αδερφέ μου
θρήνος δεν πρέπει σου, ακριβέ,
κι ούτ’ ένα δάκρυ απελπισιάς
– μόνο τραγούδια.
Άλλωστ’ η μοίρα
δεν είναι δίκη, να μετρά.
Χαμός κι ο άδικος κι ο δίκιος.
Μα η αξία
είναι σ’ εκείνον
που ξέρει πότε να χαθεί
και που ο χαμός του φέρν’ ειρήνη
στην αντάρα.
Λύγκα, αδερφέ μου,
σπαθί στα χέρια μου κρατώ
τ’ άγιο το σώμα σου.
Η φωνή σου όμως με σφάζει
μες στο μυαλό μου:
μπας και γινότανε κι αλλιώς
κι έπρεπ’ εμένα να κρατάς
τώρα στα χέρια…

Πρόλογος
(Αντί επιλόγου)
Αν η αλήθεια αρχίζει με Δύο, είναι γιατί αρχίζει να μετρά. Κι όταν τα Δύο γίνουν Ένα, εκεί τελειώνει· γιατί το Ένα δεν έχει τι να μετρήσει, ούτε με τι να μετρηθεί. Κι εκεί που τελειώνει η αλήθεια, αρχίζει το παραμύθι.
   Μετά την ένωσή τους, ο Όφης κι ο Λύγκας ξεφορτώθηκαν τα ονόματά τους. Ύστερα πέταξαν από πάνω τους μάτια, αυτιά, πόδια και χέρια που περίσσευαν: δυο απ’ το καθένα τούς ήταν αρκετά. Αυτά, μαζί με ό,τι άλλο περιττό, τ’ άφησαν στην ακρολιμνιά κι έπεσαν στο νερό. Κανείς δεν τους ξανάδε από τότε – κι όσους κι αν έχω ρωτήσει, ορκίζονται πως δεν τους ξέρουν.
   Χρόνια μετά, στην όχθη αυτής της λίμνης, όπου βρέθηκα ακολουθώντας τη μνήμη του νερού (αναπολώντας, ως συνήθως, άλλες όχθες), βρήκα τα άχρηστα μέλη – τυχαία, είναι η αλήθεια, όπως τυχαία βρίσκεται κάποιος εκεί που πρέπει, ή που δεν πρέπει, κι όπως τυχαία βρίσκει κάτι που έχασε ή πέταξε κάποιος άλλος, κι όπως τυχαίο είναι αν αυτό που βρήκε είναι άχρηστο, χρήσιμο ή πολύτιμο.   Κι όπως κάνει αυθόρμητα καθένας, όταν βρίσκει τα κατάλληλα υλικά, έβαλα τα μέλη σε τάξη: τα μάτια και τ’ αυτιά, τα χέρια αντικριστά στους ώμους, την καρδιά και το συκώτι μέσα στον κορμό, κι έστησα τον κορμό πάνω στα πόδια. Και μόλις στερέωσα πάνω στους ώμους το κεφάλι, το πλάσμα άνοιξε τα μάτια, με κοίταξε και χαμογέλασε. Άπλωσε τα χέρια και μου χάιδεψε το μέτωπο, πέρασε τα δάχτυλά του μέσα απ’ τα μαλλιά μου και είπε: «Στο εξής, θα σε λένε Γαβριήλ».
   Έτσι γνώρισα τον Όφη κι έμαθα την ιστορία του.
***
copyright© Γαβριήλ Ναχμίας
 

Περιηγήσεις Ναυτίλου: James Joyce, Οδυσσέας [17]

Τζέημς Τζόυς, εκδ. Κέδρος, μτφ. Σωκράτης Καψάσκης.

James Joyce: Ulysses. Folio Society, 2004 (1926).
James Joyce: Ulysses. Penguin 1992, annotated by Kiberd (1960).
16. Εύμαιος
Στο «Καταφύγιο του Αμαξά» περασμένα μεσάνυχτα.
Μετά τις περιπέτειες στην «Κίρκη», ο αποκαμωμένος Μπλουμ, ως καλός Σαμαρείτης, οδηγεί τον ζαλισμένο κι εξαντλημένο Στήβεν σε ένα κιόσκι αμαξάδων για μια ανάπαυλα. Εκεί, ανάμεσα σε απόκληρους του Δουβλίνου γίνεται η αναπάντεχη «αναγνώρισή» τους. Ο νηφάλιος, γήινος και πρακτικός Μπλουμ καταφέρνει να βρει σημεία επαφής με τον εσωστρεφή, είρωνα και διανοούμενο Στήβεν. Ο Οδυσσέας φεύγει μαζί με τον Τηλέμαχο από το καλύβι του Εύμαιου με κατεύθυνση την Ιθάκη.
«Παρόλο που δεν έβλεπαν τα πάντα με το ίδιο μάτι, οπωσδήποτε υπήρχε μια κάποια αναλογία, σαν, κατά κάποιο τρόπο, το μυαλό και των δυο τους να ταξίδευε στο ίδιο τραίνο σκέψης».
Η μεταμεσονύχτια γραφή του Τζόυς σχεδόν υπνοβατεί. Η κόπωση των ηρώων του «Εύμαιου» παρασύρει  και το ύφος του 16ου επεισοδίου. Οι φράσεις κομπιάζουν, σκοντάφτουν και χάνονται μες στα λαβυρινθώδη αδιέξοδα της σκέψης των κουρασμένων και ξενυχτισμένων οδοιπόρων. Μακρόσυρτες προτάσεις που μένουν ανολοκλήρωτες, άναρχη σύνταξη και αφθονία στερεοτύπων δημιουργούν μια νυσταλέα ατμόσφαιρα, που απλώνεται ως τον αναγνώστη για να τον υποβάλλει στη δοκιμασία της παραίτησης και της υπνηλίας. Αν μάλιστα έχει την ατυχία να διαβάζει τον Εύμαιο μεταμεσονύχτια, αναμφίβολα, θα καταλήξει στην αγκαλιά του «Μέρφυ»!
Ο «Εύμαιος» είναι ένα από τα πιο αριστοτεχνικά δομημένα κεφάλαια του «Οδυσσέα». Ο τρόπος με τον οποίον «σβήνει» είναι αριστουργηματικός. Ο αόρατος αφηγητής του θα μπορούσε να είναι ο ίδιος ο Μπλουμ (ως επίδοξος συγγραφέας) σε μια προσπάθειά του να αφηγηθεί λογοτεχνικά τις εμπειρίες του από το Καταφύγιο των αμαξάδων. Αν και η πρόζα είναι, τις περισσότερες φορές, μπλουμική, πλήθος στοιχείων συνηγορούν για το αντίθετο, προκαλώντας για μια ακόμη φορά τους μελετητές του Τζόυς!
Μεταφραστικά σχόλια
Για μια ακόμη φορά ο Καψάσκης δεν κατάφερε να αποδώσει σε ικανοποιητικό βαθμό το ύφος του επεισοδίου. Η μεταφραστική του ατολμία και αστοχία προδίδουν το κείμενο. Επιπλέον, σ’ αυτό το αλλόκοτο κεφάλαιο, πολύ συχνά, προσπαθεί να εξομαλύνει την ιδιόρρυθμη σύνταξη του πρωτοτύπου αλλοιώνοντας τη γραφή του Τζόυς.
Χαρακτηριστικά θα αναφέρω ένα απόσπασμα, από την πρώτη παράγραφο του κεφαλαίου, που το μεταφράζει και ο Μαραγκόπουλος, μένοντας όμως πιστός στην ασυνταξία του αγγλικού κειμένου:
(Καψάσκης) «Στη συνέχεια, ύστερα απ’ αυτά τα προεισαγωγικά και παρά το γεγονός ότι δεν θυμόταν να σήκωσε από το έδαφος το αρκούντως σαπουνισμένο μαντήλι του, μετά τις εξαιρετικές υπηρεσίες, που αυτό του είχε προσφέρει κατά το ξύρισμα, συνεχίζοντας το ξεσκόνισμα, προχώρησαν μαζί κατά μήκος της οδού Μπήβερ…»
«Accordingly, after a few such preliminaries, as, in spite of his having forgotten to take up his rather soapsuddy handkerchief after it had done yeoman service in the shaving line, brushing, they both walked together along Beaver street…»
(Μαραγκόπουλος) «Στη συνέχεια, ύστερα από κάτι τέτοια προκαταρκτικά, όπως, παρόλο που είχε ξεχάσει να σηκώσει το γεμάτο σαπουνάδες μαντήλι του αφού έκανε γενναία θητεία στην επιχείρηση ροκανίδια, το ξεσκόνισμα, περπάτησαν αμφότεροι στην οδό Μπήβερ…»
Σύμφωνα με τον Μαραγκόπουλο, η εκτενής δευτερεύουσα εναντιωματική πρόταση («παρόλο που είχε ξεχάσει» έως «ροκανίδια») μένει ασυμπλήρωτη, ενώ το προηγούμενο «όπως» ολοκληρώνεται μετά στη φράση «το ξεσκόνισμα». Ο Καψάσκης αφαιρεί το «όπως»(«as») εξομαλύνοντας τη σύνταξη. Επίσης μεταφράζει το shaving ως ξύρισμα ενώ πρόκειται, σύμφωνα με τα συμφραζόμενα, για ροκανίδια. Άλλωστε λίγες σειρές παραπάνω το είχε μεταφράσει σωστά.
1. σελ. 633, 13η & 24η σειρά. Αντί για «λατζέρισσα» («washkitchen»), πιο σωστό θα ήταν το «πλύστρα» (Gifford). Το αστείο εδώ γίνεται εντονότερο γιατί οι πλύστρες (ρούχων) βρίσκονται στην κατώτερη βαθμίδα του υπηρετικού προσωπικού καθώς δεν έχουν καμία επαφή με τους ένοικους του αρχοντικού.
2. σελ. 637, 10η σειρά. Πέρα πάλι από την αλλοίωση της σύνταξης, λείπουν μετά τη λέξη «Μάλλιγκαν» τα ακόλουθα: «ως καθοδηγητή, φιλόσοφο και φίλο». Το «εννοώ» δεν χρειάζεται.
3. σελ. 638, λίγο μετά τη μέση: «Το πλήθος των αμαξάδων…» («The hoi polloi of jarvies…»). Εδώ ο Τζόυς χρησιμοποιεί το ελληνικό: «οι πολλοί». Ο Καψάσκης όχι μόνο δεν το διατηρεί στη μετάφραση αλλά δεν χρησιμοποιεί και πλάγια γραφή για να δείξει ότι βρίσκεται με αυτή τη μορφή στο πρωτότυπο.
4. σελ. 651, λίγο πάνω από τη μέση και μετά τη φράση: «έχει αποδειχθεί οριστικά…» λείπει το εξής: «από μερικά από τα πιο γνωστά εδάφια της Αγίας Γραφής, πέρα απόσυμπαρομαρτούντα στοιχεία».
5. σελ. 655, 14η σειρά: «Είχε περάσει αναρίθμητες φορές από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδος…». Στο πρωτότυπο αναφέρει μόνο «Ακρωτήριο» χωρίς όνομα και, σύμφωνα με τον Gifford, εννοεί μάλλον το Χορν. Τώρα γιατί ο Καψάσκης παίρνει την πρωτοβουλία να βάλει όνομα στο Ακρωτήρι, δεν μπορώ να καταλάβω. Είναι πάντως μια τακτική που τη συνηθίζει.
6. σελ. 663, 12η σειρά από το τέλος: «όταν απογινόταν» («when rotto»). Εννοεί: όταν κοκκίνιζε από το πολύ ποτό. Rotten with drink (Kiberd).

7. σελ. 671, 5η σειρά από το τέλος: «Εν τούτοις, η νεότης του Ιερέως…» («It does though, St Joseph’s sovereign…»). Πρόκειται για ένα σκοτεινό σημείο, που ο Gabler, στη διορθωμένη και αμφισβητούμενη έκδοσή του, συμπλήρωσε με κάποιες γαλλικές υβριστικές λέξεις («thievery alors. Bandez! Figne toi trop»). Πάντως, ως έχει, θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε: «Εν τούτοις, η κυριαρχία του Αγ. Ιωσήφ…». Πρόκειται μάλλον για μια καλυμμένη βλασφημία καθώς γίνεται αναφορά στην κυριαρχία του Ιωσήφ, έναντι του Θεού, όσον αφορά στην πατρότητα του Χριστού επί γης (Gifford).

8. σελ. 674, 13η σειρά: «…από τον απαραίτητο Τζόουνς» («…from the usual boy Jones…»). Boy Jones είναι ο ρουφιάνος στην ιρλανδική αργκό (Gifford). Συνεπώς θα το μετέφραζα: «… από τον συνήθη ρουφιάνο…»

Μαρία Πετρίτση, “Το τρακ” -προδημοσίευση

Αρχείο 25/12/2012

[…]

Την Οφηλία την είδα για πρώτη φορά στην Αθήνα, στο καφενείο που κουβεντιάζαμε τα της προβολής. Όμορφη, απόμακρη και διστακτική. Φαινόταν αγχωμένη, παρόλο που εκείνο το βράδυ εμφανής λόγος άγχους δεν υπήρχε. Εκεί μέσα, τουλάχιστον.

Συζητούσα με τους φίλους της για το σύγχρονο θέατρο και για τις παραστάσεις μου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, “Το τρακ” -προδημοσίευση»

Χάρης Γαντζούδης, Είμαι η Αλίκη

Αρχείο 18/12/2012

Από το βιβλίο του Χάρη Γαντζούδη, “Οι Πρώτες Σελίδες” (*), εκδόσεις Σαΐτα 

Είμαι η Αλίκη 

Ονομάζομαι Αλίκη. Το επίθετό μου δε θα ήθελα να το αναφέρω. Σπίτι μου εδώ και χρόνια είναι αυτή η κουβέρτα που τυλίγει τώρα το κορμί μου, τα λίγα τετραγωνικά του πεζοδρομίου που καλύπτει το σώμα μου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χάρης Γαντζούδης, Είμαι η Αλίκη»

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, «Ανεκπλήρωτοι Φόβοι»

Αρχείο 10/12/2012

Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ η ποιητική συλλογή του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου. Στη ποίηση του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου ένας σκοτεινός κόσμος, τόσο εσωτερικός όσο και εξωτερικός, παλεύει με κάθε τρόπο να βγεί στο φως.  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, «Ανεκπλήρωτοι Φόβοι»»

Βασίλης Λαλιώτης, Μάσενκα

Αρχείο 17/12/2012

Για ένα βιβλίο που το λένε Μάσενκα

Μάσενκα είναι το όνομα μιας γης που δεν γνωρίζει θάλασσα. Το νερό είναι γλυκό. Υπάρχει μια λίμνη. Ένα ποτάμι. Ένα αγρόκτημα. Κι ένας σιδηροδρομικός σταθμός. Τις παρουσίες όλες τις διαποτίζει μια αναπόφευκτη μελλοντική απουσία. Είναι όλοι απόντες εντός του μέλλοντός τους. Έχει αέρα στα χόρτα και φιλιά. Η Μάσενκα είναι φτιαγμένη από ύπνο. Κι από ανάγνωση Ρωσικού μυθιστορήματος. Είναι μια αναπαυτική καρέκλα σε αγρό με πεσμένο δίπλα της ένα βιβλίο. Είναι ο έρωτας ημερών με τη βαθειά συναίσθηση πως θα τελειώσουν για να δώσουν μιαν ανάμνηση. Υπάρχει ένα εγώ που ακούει στο όνομα Βάσιας. Θέλει και δεν θέλει το όνομα ποιητής. Ακολουθεί τη Μάσενκα κατά πόδας σε σιωπηλούς περιπάτους. Ονόματα δέντρων, ανθισμένες πλαγιές, ταπεινά χόρτα πατημένα από τα πόδια του γίνονται εκφράσεις χλοερές για έναν έρωτα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βασίλης Λαλιώτης, Μάσενκα»

Γιάννης Γκούμας, Ανθολογία 1985-2012

Αρχείο 14/08/2012

εκδόσεις Ποιείν

Σε ρε μπεμόλ

Πολύ πριν μάθει την αλφάβητο
προσάρμοσε δάκρυα και στα επτά φωνήεντα
και με στεφάνια μηδενικών ζωής
έτρωγε τον ήλιο στα δέκα νύχια του.
Το πρόσωπό του δεν γνώριζε άλλα πρόσωπα,
μόνο το αντισηπτικό χείλος της ευτυχίας·
τη φροντίδα που εκφυλίζεται σε λέξεις. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Γκούμας, Ανθολογία 1985-2012»

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, «Φίλοι»

Αρχείο 11/08/2012

Απόσπασμα -Εκδόσεις Κέδρος 2006.

Με τον Aντρέα μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά και κάναμε στενή παρέα πριν ακόμη πάμε στο σχολείο. Έμενε στο επόμενο ακριβώς στενό από το δικό μου, κοντά στο σημερινό σταθμό του μετρό και στις προσφυγικές πολυκατοικίες –που όταν ήμασταν παιδιά ήταν παράγκες– του Aγίου Aντωνίου, στο Περιστέρι. Όλο αυτό το χαμένο, όπως η Aτλαντίδα, σκηνικό έχει μείνει στη μνήμη μου σαν παραμύθι. Συνοικία λαϊκή και κόκκινη, που το ποτάμι, ο Kηφισός, την οριοθετούσε ως σύνορο φυσικό. Aπό εκεί και πέρα άρχιζε ένας άλλος κόσμος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βαγγέλης Ραπτόπουλος, «Φίλοι»»