Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Ο βραστήρας

Αρχείο 12/02/2015

fav-3

Στο βορρά η μέρα ξημερώνει σαν νύχτα. Η πόλη ξυπνάει επειδή δεν μπορεί να πέσει σε χειμερία νάρκη, σαν τις αρκούδες. Αλλιώς θα το έκανε. Η γυναίκα κάθεται στο παράθυρο και κοιτάζει το δρόμο. Ton sur ton τα γκρίζα και τα ασημιά. Σαν λέπια. Αποφασίζει να κατέβει στο περίπτερο να αγοράσει τσιγάρα. Και μια σοκολάτα αμυγδάλου, μπορεί και ρυζιού. Αφήνει στο περβάζι την κούπα με τον καφέ της και ρίχνει πάνω της ένα πορτοκαλί σάλι με κρόσσια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Ο βραστήρας»

Γιώργος Μπίζας, Το στέκι του Θανάση [2015]

Αρχείο 7.2.2015

fav-3

Η κυρία Ευγενία συνηθίζει τα τελευταία χρόνια να πηγαίνει κάθε Παρασκευή στη λαϊκή αγορά του Παγκρατίου, στην οδό Κρησίλα- κατά τους θερινούς μήνες. Παλιότερα πήγαινε ο άντρας της, ο Θωμάς, μα την άφησε χήρα νωρίς. Από τότε περνούσε μόνη της ήρεμα τις μέρες, μέχρι που ο γιος της μετακόμισε στο σπίτι της, στην οδό Αρχελάου, με την γυναίκα του και την εγγονή της , λόγο της κρίσης. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Μπίζας, Το στέκι του Θανάση [2015]»

Λουκάς Λιάκος, Καφασωτό [2015]

Αρχείο 6.2.2015

fav-3

Λιγοστεύω. Κι αυτό είναι η πρώτη συνάντηση. Η ζωτικότητα της φθοράς είναι μια αύξηση. Το θάρρος χωρίς επιθυμία για θάρρος, είναι δύναμη που πρακτικά εξαντλεί. Αποτραβιέμαι τόσο ώστε το δικαίωμα των δύο στη μοναξιά να μην έχει όφελος. Κι όμως, να ‘μαι αδιάφορα ολόκληρος είναι περιττό. Ένα περίτεχνο “άγγιζε”, ένα “βοηθήστε με” έτσι, χωρίς δικαιοσύνη.  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λουκάς Λιάκος, Καφασωτό [2015]»

Γιάννης Δάλλας, Ρέκβιεμ [2015]

Αρχείο 29.1.15

fav-3

Ήρθε και κάθισε σ’ ένα κοτρώνι ο ποιητής.
Δεξιά η Θεσσαλία αριστερά η Ήπειρος. Και κάτω χαμηλά η Παργινόσκαλα, με τα παιδιά τα’ αμούστακα που τα παράχωσε το τάγμα του Γαλάνη. Δίπλα στο κύμα του Ιονίου να τα νανουρίζει μισοζώντανα. Κι είναι ριγμένη πίσω του η Θεσσαλία κι η Τσαριτσάνη. εκεί η Μορφία και τα’ αδέρφια της – κλαρίτες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Δάλλας, Ρέκβιεμ [2015]»

Πέτρος Κυρίμης, Τα φαντάσματα

kyrimis25.1.15

fav-3

Ήτανε προχωρημένη νύχτα όταν ειδοποίησαν το πατέρα μου ότι η θεια μου η Καλή ήτανε ανήμπορη στο διπλανό χωριό. Η θεία μου η Καλλιόπη που τη λέγαμε Καλή ήτανε όνομα και πράμα, προπαντός για μένα που με αγαπούσε και δεν έχανα ευκαιρία να την επισκέπτομαι γιατί κοντά της είχα και του πουλιού το γάλα, που στη περίπτωση της θείας μου ήτανε από κατσίκα. Άσε εκείνες οι τηγανιές πατάτες με αυγά που ήτανε όλες για μένα, άσε τα κρεμυδοπίτταρα  και άσε τα παραμύθια. Μα πάνω από όλα η γλυκιά και καλοσυνάτη φωνή της. «καλώστη τη κορώνα μου» έλεγε και άνοιγε τα χέρια της διάπλατα να πάω να πέσω μέσα, κι εννοούσε τη βασιλική κορώνα ανώτατη διάκριση για όλα τα αγόρια, ύψιστο έμβλημα πάνω κι από το φωτοστέφανο του Αγίου στα μέρη μας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πέτρος Κυρίμης, Τα φαντάσματα»

Πέτρος Κυρίμης, Τα φαντάσματα [2015]

Αρχείο 26.1.2015

fav-3

Ήτανε προχωρημένη νύχτα όταν ειδοποίησαν το πατέρα μου ότι η θεια μου η Καλή ήτανε ανήμπορη στο διπλανό χωριό. Η θεία μου η Καλλιόπη που τη λέγαμε Καλή ήτανε όνομα και πράμα, προπαντός για μένα που με αγαπούσε και δεν έχανα ευκαιρία να την επισκέπτομαι γιατί κοντά της είχα και του πουλιού το γάλα, που στη περίπτωση της θείας μου ήτανε από κατσίκα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πέτρος Κυρίμης, Τα φαντάσματα [2015]»

Νίκος Γεωργαντώνης, H Βασανισμένη Ψυχή του Κόσμου

Αρχείο 16/01/2015

Ποιήματα και Διηγήματα 2010-2013, Εκδόσεις Γκοβόστη

Περιγραφή
Η Βασανισμένη Ψυχή του Κόσμου καταπιάνεται με τη μεταβατική εποχή του λαού μας και διερευνά την ψυχολογία, τις σκέψεις και τη στάση ζωής ενός ευρέος φάσματος ανθρώπων. Η λογοτεχνική συλλογή προσπαθεί να αξιοποιήσει κριτικά ένα μέρος του λογοτεχνικού κεκτημένου και ν’ ανοίξει το δρόμο για μια τέχνη που έχουμε ολοένα και περισσότερο ανάγκη. Το βιβλίο ευελπιστεί να καλλιεργήσει τον προβληματισμό για την τέχνη, την προοπτική, τον άνθρωπο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Γεωργαντώνης, H Βασανισμένη Ψυχή του Κόσμου»

Αντώνης Αντωνάκος, Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου

Αρχείο 10/01/2015

antonakos

fav-3

Οι καμπάνες χτυπούν πένθιμα. Σημαίες κυματίζουν μεσίστιες. Μπροστά στη μητρόπολη έχει μαυρίσει ο τόπος απ’ τους παπάδες και τις χήρες. Ο δρόμος έχει φρακάρει απ’ το πλήθος και τα παρδαλά  λεωφορεία που έχουν έρθει απ’ τα χωριά και τις πόλεις του νομού. Αυτοκίνητα σταματημένα σε ουρές μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι. Μπροστά στο στρατόπεδο Σπύρου Μουστακλή το άγημα κάνει τις τελευταίες πρόβες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Αντωνάκος, Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου»