Δημήτρης Χατζής, Ο ντεντέκτιβ [2014]

Αρχείο 12/12/2014

fav-3

Όμορφα είναι και δω σε τούτη τη μικρή πολιτεία, μια κωμόπολη στην ελληνική επαρχία. Τα βουναλάκια τριγύρω, τα ποταμάκια, τα λουλουδάκια… Και το δίκιο τό ‘χετε βέβαια εσείς, πέρα για πέρα, κύριε Θόρτον Γουάιλντερ. Τι ωραία που την επαραστήσατε εσείς τη ζωή γενικώς της μικρής πολιτείας σε κείνη την ξακουσμένη σας τη “Μικρή μας πόλη”. Τη διαβάσαμε και την είδαμε και μεις στο θέατρο στην Ελλάδα και έχετε βέβαια δίκιο πως τίποτε ποτέ δε συμβαίνει. Όλα κυλούν ειρηνικά κι ισορροπημένα μέσα στην αδιατάρακτη αρμονία της πατροπαράδοτης τάξης. Το πρωί έρχεται ο γαλατάς. Σε λίγο πουλάν τις εφημερίδες. Το μεσημέρι τελειώνουνε τα σκολειά και τα παιδάκια γυρίζουν χαρούμενα και πεινασμένα στο σπίτι. Τ’ απόγεμα, τα κορίτσια βγαίνουν περίπατο. Οι μητέρες, οι γιαγιάδες, οι θειάδες κάθονται στα παράθυρα, στα μπαλκόνια τους με τις γλάστρες, κεντούνε, θυμούνται. Οι άντρες είναι στις δουλειές τους τις τίμιες. Κάποτε, κάποιος πεθαίνει -αυτό κακό. Πάμε όλοι στο νεκροταφείο- μα να, που πάλι δεν χάθηκε τίποτα. Έρχονται τόσες εκεί, στέκονται δίπλα μας ολοζώντανες οι ψυχές των αγαπημένων νεκρών μας κι αν τύχει να βρέχει, μπαίνουνε κι αυτές κάτω απ’ τις ομπρέλες π’ ανοίγουμε -να μη βρέχονται- και μιλούνε μαζί μας, τόσο νοικοκυρεμένα, τόσο λογικά, για τις δουλειές μας πρώτα-πρώτα, πώς πάνε, για τα κορίτσια μας, που μεγάλωσαν πια, γίναν γυναίκες και πρέπει να τα παντρέψουμε…
Και τίποτε άλλο ποτέ δε συμβαίνει. Μήτε εκεί, σε σας, στη φημισμένη μικρή σας πόλη. Μήτε εδώ, σε μας, στη φτωχή κωμόπολη τη δική μας…
Ένα πρωί σε μας, αυτή την αδιατάρακτη γαλήνη της αρμονικής κι ισορροπημένης ζωής μας την τάραξε κάπως η εξαφάνιση του Συρεγκέλα. Όχι πως ήτανε και τίποτα σπουδαίο. Απλούστατα, οι μαγαζάτορες του μοναδικού της εμπορικού δρόμου, που τον είχαν συνηθίσει να βρίσκεται πάντοτε εκεί, σαν χτύπησαν κι οι εννιά στο ρολόι του δημαρχείου και δε φάνηκε νά ‘ρχεται, άρχισαν ν’ αναρωτιούνται τι να έγινε τάχα. Σκεφτήκανε μην αρρώστησε και στείλαν ένα παιδί να κοιτάξει και στο κατώι που κοιμόταν. Δεν ήταν. Απορέσαν. Και το μεσημέρι που πέρασε απ’ το παζάρι, τό ‘πανε για καλό και για κακό στον αστυνόμο, τον ανθυπομοίραρχο της χωροφυλακής -μεγαλύτερον δεν είχαμε εμείς στην κωμόπολή μας.
Επιτόπια εξέταση έδειξε πως ο Συρεγκέλας δεν πήγε τη νύχτα καθόλου στο κατώι του. Επακολούθησε τότες, έρευνα επισταμένη. Και δεν έδωσε κι αυτή αποτελέσματα αξιόλογα. Ο Συρέγκελας, ως τις έντεκα την περασμένη νύχτα, ήταν στο συνηθισμένο του κρασοπουλειό, στη βορινή άκρη της κωμόπολης κι έπινε ήσυχα-ήσυχα τα κόπια της μέρας, όπως πάντα. Από κει και πέρα, τα ίχνη του χάνονται. Κι από κει και πέρα, κανένα φως στην υπόθεση.
Έρημος και πεντάρφανος άνθρωπος, φιλήσυχος, μαραμένος και σιωπηλός, χωρίς νά ‘ναι καθόλου παράξενος, χαζός ή τρελός, έκανε από χρόνια το θεληματάρχη και μικροβαστάζο στο παζάρι, τρέχοντας όπου τον φώναζαν να βοηθήσει, πηγαίνοντας όπου τον στέλνανε και ξαναγυρνώντας αμέσως στο πόστου του -κι απ’ αυτό και τα παρατσούκλι, που κάλυψε τ’ όνομά του, όσο που ξεχάστηκε ολότελα και κανένας δεν το ‘ξερε κι απόμεινε Συρεγκέλας. Μ’ αυτά που του δίνανε για τον κόπο του, μπορούσε να τρώει το μεσημέρι ένα πιάτο φαί στα μαγέρικα στο παζάρι και με τα ρέστα να πίνει και να μεθάει το βράδυ, στο ίδιο πάντα κρασοπουλειό, μεθυσμένος να φεύγει πάντα στις έντεκα, για να κοιμηθεί στο κατώι του και να βρίσκεται το πρωί με την ώρα του στο παζάρι.
Πού μπορούσε λοιπόν νά ‘χε πάει και χάθηκε; Νά ‘φευγε από την πόλη τους -και γιατί να φύγει κρυφά; Νά ‘κλεβε, να σκότωνε κάποιον, θα μαθευόταν. Να πέθανε πάλι -και πού θα πήγαινε λοιπόν να πεθάνει; Με κανέναν τρόπο δεν μπορούσαν να βρουν τι απέγινε. Και μόνο σαν πέρασαν οι μέρες της φούριας, τα παιδάκια στη βορινή άκρα της κωμόπολης ανακάλυψαν τι απόγινε ο Συρεγκέλας. Εκεί, σ’ αυτή τη γειτονιά, πού ‘τανε και το κρασοπουλειό το δικό του, λίγα βήματα παραπέρα, ανοιγόταν μια πλακόστρωτη πλατεία μ’ ένα πηγάδι στη μέση. Το πηγάδι είχε ξεραθεί, δεν το χρησιμοποιούσανε πια κι επειδή τα παιδάκια της γειτονιάς παίζαν όλη μέρα στην πλατεία, τού ‘χαν βάλει ένα ξύλινο σκέπασμα και το στερέωσαν όπως μπορούσαν καλύτερα πάνω στο χαμηλό φιλιατρό του, να μη πέφτουνε μέσα τα παιδάκια και γίνονται εκείνα τα δραματικά πράματα που διαβάζουμε στη “Φόνισσα” κι άλλα διηγήματα του Παπαδιαμάντη μας.
Τα παιδιά λοιπόν βρήκανε σπασμένο το ξύλινο σκέπασμα πού ‘ταν και σαπισμένο. Δε δώσανε σημασία. Μα τις κατοπινές μέρες μια δυνατή μυρουδιά τα τράβηξε κατά κει κι όλο κοιτούσανε μέσα -τι νά ‘χε πέσει. Τα είδανε κι οι μεγάλοι να σκύβουν συνέχεια στο πηγάδι, πήγαν, βρήκαν σπασμένο το σκέπασμα, τους έπνιξε η μυρωδιά -όλα φανερωθήκανε τότες. Μέσα στο πηγάδι κειτόταν ο Συρεγκέλας. Νεκρός ο φουκαράς τόσες μέρες τώρα.
Νέο κύμα συγκίνησης, μεγαλύτερο. Ήρθε τότε κι ο εισαγγελέας από την πρωτεύουσα του νομού, ένας δικαστής, ένας γιατρός, ήρθε κι ο διοικητής της χωροφυλακής, η ανάκριση ξανάρχισε, τραβούσε μέρες και παραπέρα δεν πήγε από κει που σταμάτησε κι ο δικός μας ο αστυνόμος. Αποκλείστηκε απ’ όλους η αυτοκτονία. Ήταν ολοφάνερο πως αν ήθελε να σκοτωθεί δε θα πήγαινε σ’ αυτό το πηγάδι, τόσο ρηχό. Μα κι αν ήθελε με κάθε τρόπο εκεί σ’ αυτό να πνιγεί, μπορούσε να τραβήξει πρώτα το σκέπασμα, καμία ανάγκη δεν ήταν να το σπάσει το κεφάλι του για να πέσει μέσα -αφήνουμε βέβαια που κι η αυτοκτονία είναι προνόμια των καλύτερων κάπως στρωμάτων.
Απομένανε λοιπόν δύο εκδοχές, το τυχαίο ατύχημα και το έγκλημα. Ο αστυνόμος ο δικός μας υποστήριζε την πρώτη. Ξέροντας καλά τόσα χρόνια την κωμόπολή μας και τους ανθρώπους της, μπορούσε να βεβαιώνει υπεύθυνα πως ο Συρεγκέλας δε μάλωνε ποτές με κανέναν, δεν είχε διαφορές με κανέναν. Όλα τα στοιχεία αποκλείαν επίσης και την περίπτωση μιας παλιάς ιστορίας, αντεκδικήσεις και τα λοιπά. Για ληστεία -τι να του κλέψουν του Συρεγκέλα; Εξήγηση του αστυνόμου μας, απλή λογικότατη: Ήταν εκείνο το βράδυ περισσότερο μεθυσμένος, ξεκίνησε για το σπίτι, για το κατώι του, παραπατούσε, δεν έβλεπε, σκόνταψε, έπεσε πάνω στο πηγάδι με το χαμηλό φιλιατρό, έσπασε με το βάρος του κορμιού του το σαπισμένο σκέπασμα, κατρακύλησε μέσα -τελείωσε, τι άλλο ζητάτε εδώ πέρα;
Ο γιατρός το απόκλειε απολύτως πως ήταν απ’ το μεθύσι. Η σειρά των σκέψεών του ήταν έτσι: Αν σκόνταφτε μεθυσμένος στο πηγάδι, θα ‘πεφτε φυσικά με το στήθος, με τα μούτρα. Στο στήθος όμως δεν είχε κανένα χτύπημα, ούτε μια γρατσουνιά στο πρόσωπο. Η εξέταση του πτώματος έδειχνε πως το θανατηφόρο χτύπημα το ‘χε δεχτεί πίσω στο κεφάλι. Ύστερα απ’ αυτό το χτύπημα, που θα ‘πρεπε να ‘ναι μέσα στο πηγάδι, στο εσωτερικό τοίχωμά του, έπεσε ολόισιος στο βάθος του πηγαδιού και τον βρήκαν εκεί, σα να καθόταν. Φαινόταν έτσι ολοκάθαρα πως κάποιος τον έσπρωξε από μπρος, στο στήθος και τότες έπεσε προς τα πίσω, με την πλάτη, πάνω στο σκέπασμα, το τσάκισε με το βάρος του και κατρακύλησε μέσα. Τα παραπέρα δεν ήταν δική του δουλειά.
Ο ανακριτής, αυτός πήγαινε παραπέρα. Αυτός πίστευε απόλυτα πως ήταν έγκλημα. Χρειαζόταν εδώ ένα δεύτερο χέρι για να γίνουν όπως γίναν τα πράγματα -και στενοχωρούσε τον αστυνόμο μας ζητώντας του στοιχεία. Για να του κάνει κι αυτός το χατίρι έπιασε όλους τους αλήτες και κλεφτοκοτάδες πού ‘χαμε στην κωμόπολη -δεν ήταν και πολλοί- και τους τράβηξε ένα χέρι ξύλο, μα τ’ αποτελέσματα ήτανε πάλι μηδέν.
Η ανάκριση δεν μπορούσε να προχωρήσει. Οι συζητήσεις ανάμεσα στις αρμόδιες αρχές και μες στην κωμόπολη -πώς πήγε ο χριστιανός κι έπεσε μέσα- κρατήσαν μερικές μέρες ακόμη, ύστερα ο φάκελος της ανάκρισης κλείστηκε, κλείστηκε και το πηγάδι με καινούριο σκέπασμα στερεότερο κι ο Συρεγκέλας παραδόθηκε στην αιώνια λήθη. Και “το μνημόσυνόν του ετάφη μαζί του”, όπως λεν οι ψαλμοί.
Δυο άνθρωποι μόνο μέσα στην κωμόπολη δεν το ξεχάσανε τόσο γρήγορα το χαμό του. Ο ένας ήταν ο αστυνόμος. Απάνω στην ώρα που περίμενε την προαγωγή του πήγε κι αυτός ο χριστιανός και του πνίγηκε. Και σα να το ‘κανε επίτηδες για να τον στενοχωρήσει και να τον βλάψει, δεν άφησε πίσω του κανένα χνάρι. Ο δικαστής με την ιδέα που του κόλλησε στο κεφάλι πως ήταν έγκλημα, έφτασε μια μέρα να του μιλήσει προσβλητικά. Κι ο διοικητής χωροφυλακής του νομού πού ‘τανε μπροστά, κούνησε το κεφάλι του και δεν είπε τίποτα. Καταπικράθηκε ο αστυνόμος μας μ’ αυτή την υπόθεση. ‘Aνθρωπος χάθηκε, μπροστά στα μάτια του, που λέει κι ο λόγος, ακέριος άνθρωπος κι ας ήταν και Συρεγκέλας και να μην μπορεί να βοηθήσει καθόλου να προχωρήσει κάπως ή ανάκριση, δεν ήταν καθόλου τιμητικό γι’ αυτόν και μπορούσε και την προαγωγή του να δυσκολέψει, έτσι που γίναν τα πράγματα. Και που κλείστηκε ο φάκελος, αυτός δεν ησύχασε -και μ’ όλο το δίκιο του.
Ο άλλος ήταν ο Θοδωράκης -κι αυτός με το δίκιο του. Σπουδαία συμφέροντα δικά του δεθήκανε μ’ αυτόν τον πνιγμό και με το μυστήριο που τον σκέπαζε. Αν ο Θοδωράκης, όταν σταμάτησαν όλοι -κι αστυνόμος κι εισαγγελέας κι ανακριτής και σηκώσαν τα χέρια, έβγαινε τότε αυτός και τους το ‘δειχνε πώς είχαν γίνει τα πράγματα, έτσι κι έτσι, ορίστε κύριοι και τους έβαζε τα γυαλιά -είναι ολοφάνερο πως δεν πρόκειται εδώ για τιμή και για δόξα μονάχα, άλλαζε η ζωή του μεμιάς, άλλαζαν όλα.
Είχε τότες ο Θοδωράκης δυο χρόνια που το τελείωσε το γυμνάσιο. Το τελείωσε με άριστα κι οι δασκάλοι συμβουλέψανε τον πατέρα του να το στείλει το παιδί στο πανεπιστήμιο, αφού τά ‘παιρνε έτσι τα γράμματα. Ο πατέρας του δεν μπορούσε να το κάνει, δεν είχε τις δυνάμεις, είπε. Μα κι ο Θοδωράκης δεν είχε μεγάλη λύπη γι’ αυτό. Πήρε το περίφημο απολυτήριο απ’ το γυμνάσιο και του ‘φτανε. Καμάρωνε και περίμενε το διορισμό του σε θέση γραφέως στα γραφεία της Επαρχίας, όπως υποσχέθηκε στον πατέρα του ένας βουλευτής του νομού. Ο διορισμός του αργούσε να ‘ρθεί, ο Θοδωράκης καμάρωνε ακόμα και περίμενε πάντα. Ο πατέρας του είχε μαγαζί στο παζάρι, μικρομάγαζο θα πεις, νοικοκύρης άνθρωπος λογιαζόταν ωστόσο, μέσα στους νοικοκυραίους της κωμόπολης. Κι είχε και σπίτι δικό του -ο πατέρας του. Και το ‘χε κι ο Θοδωράκης τ’ απολυτήριο απ’ το γυμνάσιο. Και την είχε και τη δημοσιοϋπαλληλική καριέρα στο χέρι. Και στραβοκοίταζε λοιπόν τα κορίτσια με την υπεροψία γαμπρού περιζήτητου, που θα διάλεγε βέβαια το καλύτερο, όταν θα ‘θελε αυτός -και θα ‘σκαζε τότες από τη ζήλια της η Δέσποινα του Δημούλη, πού ‘τανε φτωχής σειράς και μαγαζί δεν είχε ο πατέρας της κι ούτε θα ‘πρεπε να ονειρεύεται βέβαια να παντρευτεί μ’ έναν δημόσιο υπάλληλο. Για την ώρα, ψυχή και ζωή του βουλιάζανε σιγά-σιγά στο τέλμα της απραξίας.
Αυτός καθόλου δεν πίστευε πως εβούλιαζε κι ας είχε περάσει χρόνος ακέριος, ένας χρόνος ακέριος. Τ’ άριστα ξεχάστηκε, ο διορισμός ακόμα δεν ήρθε. Τον έστειλε τότε ο πατέρας του και στην πρωτεύουσα του νομού τους να κοιτάξει και μοναχός του τι μπορούσε να κάνει. Πήγε, έμεινε και κει δυο-τρεις μήνες και καμάρωνε και γι’ αυτό που βαφτίστηκε και πρωτευουσιάνος -ας είναι και στην πρωτεύουσα του νομού. Βάφτισε και τον αντρισμό του σ’ ένα πορνείο της πόλης και καμάρωνε και γι’ αυτό -κι ας απόμειναν διψασμένα και ψυχή του και σάρκα. Έδωσε κι εξετάσεις για τη σχολή τηλεγραφητών -δημόσια θέση κι αυτή- και καμάρωνε και γι’ αυτό, που πέτυχε -κι ας τον είχανε βγάλει υπεράριθμο κι απόμεινε πάλι χωρίς τη θέση. ‘Aλλο τίποτα αντάξιο με τα δικά του προσόντα δεν μπόρεσε και στην πρωτεύουσα του νομού τους να βρει, ξαναγύρισε στην κωμόπολη. Δεν ήταν νικημένος, δεν ανησυχούσε καθόλου. Είχε πάρει τον αέρα του πρωτευουσιάνου, είχε ένα κασκόλ μεταξωτό στο λαιμό του και το ‘δενε κόμπο, όπως είδε και το δένανε τότε στην πρωτεύουσα του νομού τους, φορούσε πάντα τη γραβάτα του και του φαινόταν εξαιρετικά ευγενικό να βγάζει διαρκώς το μαντήλι του, να φτύνει μέσα κι ύστερα να σκουπίζει ωραία-ωραία τα χείλια του. Και τ’ απόγευμα στο καφενείο, που περνούσε τις άνεργες ώρες του, εκτός από τις εφημερίδες, έφερνε εκεί και διάβαζε τ’ αγαπημένα του αστυνομικά μυθιστορήματα -ως αργά το βράδυ.
Στην αρχή, τα διάβαζε μονάχα από κάποια συνήθεια που τ’ απόμεινε από το σχολειό με τα γράμματα και τα βιβλία, με το πιο πολύ για να φαίνεται πως ήτανε σπουδαγμένος, να τον βλέπουν όλοι στο καφενείο σκυμμένον στο διάβασμα. Ύστερα, σιγά-σιγά κι όσο βούλιαζε, έβρισκε σ’ αυτά τα μυθιστορήματα κάποιο αντιστάθμισμα στην αθλιότητα της ζωής του. Το βράδυ, μονάχος του μπορούσε να ονειρεύεται για τον εαυτό του κάποιο τέτοιο κατόρθωμα σαν αυτά που διάβαζε, ένα ανδραγάθημα που θα τους ξάφνιαζε όλους, την εξόντωση μιας σπείρας κακοποιών, που απειλούν την κωμόπολή τους, τη σωτηρία ενός ανθρώπου που κινδυνεύει από κάποιο μαύρο χέρι. Και θα το μάθαινε τότε κι η Δέσποινα, θα το μάθαιναν κι οι άλλοι και τρέχανε βέβαια να του δώσουν μια καλή, μια πολύ καλή θέση γραφέως. Δε θα πρέπει ωστόσο να παραλείψω εγώ που τα γράφω, να το καθαρίσω καλά πως όλο αυτό για το Θοδωράκη δεν ήταν καθόλου ένα πάθος που τον είχε υποτάξει, πως δεν ήτανε δηλαδή τ’ άρρωστο παραλήρημα ενός μυστικοπαθούς και φαντασιόπληκτου. Ήταν απολύτως υγιής ο Θοδωράκης. Λίγο ψέμα χρειαζότανε μόνο να γλυκαίνεται η καρδιά του το βράδυ, μια μικρή φαντασία, ακίνδυνη πέρα για πέρα. Και δεν πρέπει και τούτο ακόμα να παραλείψω να πω, πως μέσα σ’ αυτή τη φαντασία με τα κατορθώματα τ’ αστυνομικά, υπήρχε πάντα και κάτι που δεν ζητούσε ανταμοιβή κι αναγνώριση, υπήρχε δηλαδή λίγη αγάπη, κάποια έφεση για το καλό. Όχι υπερβολές -μετρημένα πράματα κι εδώ. Τόση μόνο χρειαζότανε για να βαστιέται και να τρέφεται κάπως η ιδέα της εξαιρετικότητας πού ‘θελε να ‘χει για τ’ άτομό του.
Στο δεύτερο χρόνο, ο πατέρας του ντρεπότανε πια να τον βλέπει να κάθεται έτσι ακαμάτης και να σέρνεται άπραγος από μέρα σε μέρα, ατελείωτες μέρες. Κι ανησυχούσε. Στην κωμόπολη βρισκόταν ένα τυπογραφείο που το κράταγε ο Πραξιτέλης, ο επιλεγόμενος Ζιάμπας, μανιώδης περιστερά και τερατολόγος ασύγκριτος φανταστικών παιδεραστικών του θριάμβων, αγαθότατος κι εντιμότατος άνθρωπος κατά τ’ άλλα, ο ελληνοπρεπέστατος Πραξιτέλης και βαρβαρικότατος Ζιάμπας. Είχε μέσα στο τυπογραφείο μαύρα πλαίσια για τ’ αγγελτήρια των θανάτων που τοιχοκολλούσαν στις πόρτες και τα τηλεγραφόξυλα, λίγα γράμματα καλλιγραφικά για τα επιχρυσωμένα με βαράκι αγγελτήρια των ευτυχισμένων γάμων, δυο-τρεις κάσες στοιχεία, μερικά συρτάρια κεφαλαία, μια μικρή μηχανή και μια παλιά ποδοκίνητη “Βικτώρια”.
Ο πατέρας του Θοδωράκη πήγε και μίλησε με τον Πραξιτέλη. Του ‘πε για το διορισμό που δεν πίστευε πια πως θα ‘ρχόταν, του ‘πε για το μαγαζάκι που δεν τους χωρούσε να ζήσουν κι οι δυο τους, πατέρας και γιος, νοικοκυρεμένα πράματα, τα μιλήσανε και τα συμφωνήσανε μια χαρά. Να πήγαινε ο Θοδωράκης να μάθει την τέχνη. Κι είχε σχέδια ο Πραξιτέλης, βαρέθηκε πια και κουράστηκε -του το ‘δινε αργότερα το τυπογραφείο, να ζήσει σαν άνθρωπος, να προκόψει. Καταχάρηκε ο γέρος. Το ‘πε του Θοδωράκη με τρόπο, πως θα ‘πρεπε κάτι να κάνει, έστω και προσωρινά, όσο να δούνε τι θα γίνει μ’ αυτή τη θέση, να μην κάθεται ακαμάτης.
Έτσι, άρχισε ο Θοδωράκης και πήγαινε στο τυπογραφείο. Στην αρχή, πήγαινε μόνο τ’ απογεύματα και δούλευε πάντα με το σακάκι και με τη γραβάτα, να φαίνεται ολοκάθαρα πως δεν ήτανε εργάτης, μεροκαματιάρης αυτός, βοήθαγε μόνο, περνούσε την ώρα του εκεί σ’ αυτή τη δουλειά, πού ‘ναι κι αυτή με τα γράμματα, περιμένοντας πάντοτε το διορισμό του στη δημοσιοϋπαλληλική του θέση, τη μόνη που ταίριαζε στην αξία του. Αν τύχαινε μάλιστα να πρέπει να καθίσει στο μικρό τραπεζάκι, δίπλα στη τζαμαρία, να τον βλέπουν από το δρόμο, για να κοιτάξει τα τυπογραφικά λάθη σε κανένα δοκίμιο, ήταν σχεδόν ευτυχισμένος. Ύστερα, πήγε και το πρωί, έβγαλε κάποτε τη γραβάτα, το ‘βγαλε επιτέλους και το σακάκι. Ο Πραξιτέλης του ‘δωσε μεροκάματο. Κι ησύχασε κι ο πατέρας του.
Ο ίδιος ούτε τη δέχτηκε τη μοίρα του να γίνει εργάτης, ούτε την απαρνήθηκε να σηκωθεί και να φύγει, να προσπαθήσει να την αλλάξει. Έμεινε κει περιμένοντας . Έμεινε με την ιδέα της εξαιρετικότητας για τ’ άτομό του και με τ’ όνειρο της θέσης γραφέως, της επικράτησης και της γενικής αναγνώρισης. Από καιρό σε καιρό, ξαναγίνονται ενέργειες για τη θέση, κάποτε φαίνεται κάτι να προχωρεί, έρχεται ένα γράμμα απ’ την Αθήνα, ανανεώνεται μια υπόσχεση, πλησιάζουν οι εκλογές, αναρριπίζεται η ελπίδα, κρατιέται η φωτιά. Στο μεταξύ, τ’ αστυνομικά κατορθώματα γυρίζουν κι αυτά το βράδυ στο νου του -κρατιέται η φωτιά κι από κει. Με λιγότερη χαρά τώρα και με κάποια αλλαγή που γίνηκε σιγά-σιγά και χάθηκε από μέσα η αγάπη, χάθηκε ολότελα εκείνη η μικρή έφεση για το καλό, που λέγαμε. Αν δηλαδή στο τέλος μιας τέτοιας φανταστικής ιστορίας που τ’ αρέσει πάντοτε να σκαρώνει, είναι ένα κορίτσι που το σώζει, τώρα που το κορίτσι πρέπει στο τέλος να τον παντρεύεται και να του χαρίζει την ομορφιά του και τη μεγάλη του προίκα, την ευτυχία. Κι αν είναι ένας γέρος, πρέπει να ‘ναι ένας ζάμπλουτος γέρος που υιοθετεί στο τέλος το Θοδωράκη…
Ο χαμός του Συρεγκέλα τον αναστάτωσε. Μέσα απ’ το τέλμα όπου βάδιζε, είδε το μυστήριο αυτού του χαμού σαν ένα κλαδί γερμένο πάνω του, ν’ αρπαχτεί να πιαστεί. Και πιάστηκε, μ’ όλο το πάθος της ανομολόγητης απελπισίας του. Από δω ήταν η έξοδος. Τι είδους έξοδος μπορούσε να ‘ναι μήτε το σκέφτηκε μήτε κι ήθελε να σκεφτεί. Ήταν η έξοδος.
Στο τυπογραφείο πήγαινε κάποτε ο αστυνόμος τ’ απογεματάκι και πίνανε καφέ με τον Πραξιτέλη. Ήταν ο άνθρωπος που του χρειαζόταν αυτή τη στιγμή. Του πρωτομίλησε για τον Συρεγκέλα τις μέρες που τον είχαν χαμένο και πίστευαν όλοι, κι ο αστυνόμος μαζί, πως κάπου είχε φύγει.
“Είναι δω”, είπε ο Θοδωράκης κατηγορηματικά. “Θα το δείτε.”
“Και πώς είναι δω;”, ρώτησε ο αστυνόμος.
Ο Θοδωράκης δεν καταδέχτηκε ν’ απαντήσει, χαμογέλασε μόνο με σημασία.
Η δικαίωση δεν άργησε να ‘ρθει, πανηγυρική, με το πτώμα που βρέθηκε στο πηγάδι.
“Και πώς το κατάλαβες;”, ρώτησε ο αστυνόμος, όταν ξαναπήγε στο τυπογραφείο.
Ο Θοδωράκης είδε πως έφτασε η ώρα. Ο Πραξιτέλης έλειπε εκείνο το απόγεμα. Σταμάτησε τη στοιχειοθέτηση, ακούμπησε τον αγκώνα του στην κάσα, γέλασε πάλι εκείνο το γεμάτο σημασία χαμόγελό του κι εξήγησε στον αστυνόμο τα στοιχεία που τον είχαν κάνει να πιστεύει πως ο Συρεγκέλας -νεκρός, ζωντανός, άλλο ζήτημα- ήταν εκεί.
“Σπουδαίος άνθρωπος είσαι εσύ”, είπε ο αστυνόμος. “Σωστός ντετέκτιβ.”
Ήταν οι μέρες της μεγάλης του στενοχώριας με την ανάκριση που δεν προχωρούσε και με κείνον τον ανακριτή που τον ζόριζε και τον ντρόπιαζε, ηλικιωμένον άνθρωπο. Ήθελε κάποιον να μιλήσει γι’ αυτά, να ξεδώσει κι αυτό το παιδί ήταν ο μόνος άνθρωπος που θα τον ένιωθε. Του μαρτύρησε λοιπόν τον βαθύ καημό που τον έκαιγε μ’ αυτήν την καταραμένη υπόθεση, δεν του ‘κρυψε την ανησυχία του για την επαγγελματική του θέση και την προαγωγή που περίμενε. Ο Θοδωράκης πήγε και κάθισε δίπλα του. Εκεί του μαρτύρησε τότε κι αυτός το μεράκι του, πως ήταν δηλαδή κρυφός ντετέκτιβ, από μοναχός του, για λογαριασμό του, τουλάχιστον για την ώρα και για κέφι δικό του. Κι απ’ αυτή την υπόθεση, είπε, ποτέ δε θα ησύχαζε αν δεν φτάσει στο τέλος, να βρει την αλήθεια. Ήξερε τις ανακρίσεις, την έκθεση του γιατρού, κάθε στοιχείο που ξέραν κι αυτοί κι είχε κι άλλα δικά του, όλα σημειωμένα με σειρά και τάξη σ’ ένα τετράδιο.
“Τς, τς, τσου”, έκανε ο αστυνόμος. “Ντετέκτιβ…”
Το ίδιο βράδυ, ο Θοδωράκης πήρε το τετράδιο και πήγε στο γραφείο του αστυνόμου. Κλείσανε την πόρτα, καθίσαν οι δυο τους, τα βάλανε κάτω. Ο Θοδωράκης του ‘δειξε ολοκάθαρα το λάθος του να πιστεύει πως ο Συρεγκέλας έπεσε μεθυσμένος. Αποκλείεται.
“Και λοιπόν; Έχει δίκιο ο δικαστής να πιστεύει πως τον ρίξανε μέσα; Πού μπορείς να το στηρίξεις;”
“Λάθος έχει κι αυτός. Έχουμε όλα τα στοιχεία. Κι όλα, όλα τα δείχνουν πως αποκλείεται.”
“Τότε;”
“Ο Συρεγκέλας στεκόταν κοντά στο πηγάδι. Δεν ήτανε μεθυσμένος. Στάθηκε εκεί γιατί κάτι κοιτούσε, ορθός, με τις πλάτες γυρισμένες στο πηγάδι. Τι κοιτούσε -καμιά σημασία δεν έχει για την υπόθεση. Και τότε, κάτι έγινε εκεί στην πλατεία. Κάτι είδε, φοβήθηκε, έτρεξε να φύγει, έκανε πίσω, έπεσε με την πλάτη στο σκέπασμα. Το ‘σπασε, κατρακύλησε μέσα. Ο γιατρός έχει δίκιο. Ως εδώ μονάχα, πως δεν ήταν από το μεθύσι. Μα δεν ήταν κι έγκλημα. Κάτι άλλο. Που δεν είχε σχέση μ’ αυτόν τον ίδιο. Κάτι άλλο που δεν το ξέρουμε.”
Ο αστυνόμος άκουγε με το κεφάλι σκυμμένο.
“Και τι θα μπορούσε να ‘ναι αυτό; Τίποτα δεν έγινε εκείνη τη νύχτα στην κωμόπολή μας. Κανένας δεν ήτανε, κανένας δεν πέρασε εκείνη την ώρα απ’ την πλατεία. Αυτό το ξέρουμε σίγουρα.”
“Εδώ δεν έγινε τίποτα. Και γι’ αυτό έχει λάθος ο δικαστής να πιστεύει πως ήταν έγκλημα. Έγινε όμως αλλού. Έγινε ένας φόνος στην πόλη, δυο ώρες πριν από το πνίξιμο του Συρεγκέλα, κατά τις εννιά το βράδυ. Ο φονιάς αποκαλύφτηκε ποιος ήταν, μα ποτέ δεν πιάστηκε. Έφυγε την ίδια ώρα απ’ την πόλη. Με τα πόδια είναι ακριβώς δυο ώρες ίσαμε δω, την ώρα δηλαδή που ο Συρεγκέλας ο δικός μας στεκότανε κοντά στο πηγάδι. Την ίδια νύχτα, κατά τις δέκα έγινε μια μικρή ληστεία στο δρόμο, κάπου πέντε χιλιόμετρα από δω. Λήστεψαν ένα ιδιωτικό αυτοκίνητο. Οι ένοχοι ποτέ δεν πιάστηκαν. Ορίστε λοιπόν πως έγινε κάτι εκείνη τη νύχτα.”
“Και τι σχέση μπορεί να ‘χουν αυτά τα περιστατικά;”
“Αυτό δεν το ξέρω ακόμα ακριβώς. Κι ο φονιάς κι αυτοί που ληστέψανε τ’ αυτοκίνητο, το φυσικότερο απ’ όλα θα ‘τανε να ‘χουν περάσει από δω. Εκείνη την ώρα ακριβώς, κατά τις έντεκα. Μ’ ένα απ’ αυτά τα δυο σχετίζεται ο θάνατος του Συρεγκέλα, ο πνιγμός του. Πώς ακριβώς, δεν το ξέρω. Μα θα το βρω. Θα το βρω μια μέρα, όσος καιρός κι αν περάσει.”
Ο αστυνόμος δεν είπε εκεί πως βέβαια θα ‘τανε πολύ ενδιαφέρον, μα τον ίδιο δεν τον ένοιαζε τόσο τι θα γινόταν μια μέρα. Για το τώρα βιαζόταν αυτός -και για το τώρα δεν έβγαινε τίποτα απ’ τα στοιχεία του Θοδωράκη. Αναγνώριζε ωστόσο πως αυτό το παιδί είχε το διάβολο μέσα του, όλο το οικοδόμημα των συλλογισμών του ήτανε σοφά στηριγμένο πάνω στα στοιχεία που είχε κι η ανάκριση. Μέσα σε μια υπόθεση μεγαλύτερη, πιο σπουδαία, το πνίξιμο του Συρεγκέλα δεν ήταν πια ένα μυστήριο ανεξήγητο μα απλούστατα ένα μυστικό, ένα πρόβλημα για λύση μέσα σ’ αυτή τη μεγαλύτερη υπόθεση που τα νήματά της φτάναν πέρα απ’ την κωμόπολη. Κλείσανε το τετράδιο. Του ‘σφιξε με θέρμη και μ’ αληθινή συμπάθεια τα χέρια:
“Θα το βρεις, του λέει. Έχεις μυαλό, Θοδωράκη μου εσύ… Θέλεις να μου κάνεις μια έκθεση; Να κάθεται εκεί, στο αρχείο. Πού το ξέρεις μια μέρα τι γίνεται…”
Ο Θοδωράκης του ‘δωσε σε λίγες μέρες την έκθεση. Ο αστυνόμος την έβαλε στο αρχείο. Φυσικά, για την υπόθεση την ίδια δεν είπε τίποτα σε κανέναν. Μα για το Θοδωράκη το ‘χε και το ‘λεγε από τότες σ’ όλο τον κόσμο για την εξυπνάδα αυτουνού του παιδιού -κι ορθογραφία να δεις, αδερφέ μου- και θα το δούνε, δεν θα μείνει αυτός στο τυπογραφείο. Έχει μέλλον αυτός -θα το δούνε.
Από τότε, τον μάθαν τον Θοδωράκη και τον λέγαν Ντετέκτιβ, Θοδωράκης ο Ντετέκτιβ. Δεν τον πείραζε καθόλου. Από τη μεριά του μπορούσε να ‘ναι περήφανος πως η μυστική του έκθεση βρισκόταν πια μέσα στα χαρτιά της αστυνομίας, περιμένοντας τη συνέχεια που υποσχέθηκε ο ίδιος στον εαυτό του. Και μπορούσε να χαίρεται επίσης, για μια τέτοια υπεύθυνη αναγνώριση της μεγάλης αξίας του, για τη διαφήμιση που του ‘κανε ο αστυνόμος και να μην το δέχεται ακόμα πως ήταν τελεσίδικα εργάτης του Πραξιτέλη.
Ο διορισμός στη θέση γραφέως αργούσε πάντα να ‘ρθει. Ο πατέρας του πέθανε κι έπαψε από καιρό να υπάρχει το μικρό μαγαζί στο παζάρι, για να τον λογαριάζουν κι αυτόν νοικοκύρη. Η Δέσποινα παντρεύτηκε αργότερα μ’ έναν άλλον. Ο αστυνόμος πήρε κάποτε την προαγωγή του κι έφυγε απ’ την κωμόπολη -χάθηκε ο αξιόπιστος μάρτυρας της μεγάλης αξίας του. Ο Θοδωράκης ωστόσο και τότε ακόμα δεν παραδέχτηκε τίποτα πως ήτανε τελειωμένο, δεν παραιτήθηκε από τίποτα -ούτε από τ’ άλλα, ούτε από κείνο το μυστικό που περιμένει τη συνέχεια στ’ αρχεία της αστυνομίας. Πιστεύει πάντα πως έχει δύο μεγάλα φτερά και μια αδικία της μοίρας του τα κρατάει κλεισμένα, όσο να ‘ρθει και ν’ ανοίξουνε καμιά φορά. Και τα παίρνει κάθε πρωί τα φτερά του, τα διπλώνει κάτω απ’ το τριμμένο παλτό του και τραβάει στο τυπογραφείο γρήγορα-γρήγορα, σαν να ‘ναι ένας δρόμος που βιάζεται να περάσει, να τελειώσει, να ξεμπερδέψει -τελευταία φορά σήμερα. Πλένει τα βράδυ με την ποτάσα τα χέρια του να φύγουνε τα μελάνια, που μπαίνουνε μέσα-μέσα στα νύχια και τραβάει σκυφτός, μουλωχτός, σαν ένοχος για τη μέρα που πέρασε και δεν άλλαξε τίποτα, για τη μέρα που θα ‘ρθει και θα κάνει πάλι, θα τον ξανακάνει τον ίδιο δρόμο.
… Αν έρθετε καμιά φορά στην κωμόπολή μας, μπορείτε να τον γνωρίσετε με το πρώτο. Θα τον βρείτε κάπου εκεί κοντά στο μοναδικό της εμπορικό δρόμο, που σταματούν τα λεωφορεία, στα καφενεία που κάθονται και διαβάζουν τις εφημερίδες με τα καθαρευουσιάνικα άρθρα για τ’ αθάνατο πνεύμα της ελληνικής φυλής, θορυβούνε με τα τάβλια και παίζουνε πρέφα. Θα τον γνωρίσετε αμέσως. Είναι ο γιος του μικρού μαγαζάτορα που γίνηκε εργάτης και δεν θέλει να το δεχτεί σαν οριστικό. Είναι ο Θοδωράκης με τ’ απολυτήριο απ’ το γυμνάσιο που δεν πήρε τη θέση γραφέως. Είναι ο κρυφός ντετέκτιβ με τα πολλά κατορθώματα, που δεν το ‘βρηκε ακόμα το φοβερό μυστικό πώς γίνηκε τότε και πνίγηκε στο πηγάδι εκείνος ο έρημος άνθρωπος, δίχως όνομα καν, με παρατσούκλι μονάχα -μια υπόθεση μεγαλύτερη, σπουδαιότερη, που τα νήματά της φτάναν πέρα απ’ την κωμόπολη…
Και περνούνε τα χρόνια. Δεκαπέντε από τότες. Έγινε κι ο πόλεμος, τελείωσε κι ο πόλεμος, έγιναν και τ’ άλλα που γινήκανε στην Ελλάδα, τελειώσαν και τ’ άλλα. Ο Θοδωράκης δεν πήγε από δω, δεν πήγε από κει -ήταν με τον εαυτό του. Τίποτα γι’ αυτόν δεν έχει αλλάξει. Στο τυπογραφείο βρίσκεται πάντα. Δεν είναι πια τ’ αγαθού Πραξιτέλη. Πριν το πουλήσει, του ‘πε του Θοδωράκη για τα σχέδια που κάναν με τον πατέρα του να του το δώσει αυτουνού. Δεν θέλησε να το πάρει, δεν ήταν έμπορος και, το πιο σπουδαίο, δεν ήταν καθόλου σίγουρο πως θα ‘μενε στο τυπογραφείο για πάντα. Οι καινούριοι που το πήραν ιδέα δεν είχαν πως ο Θοδωράκης ήταν εκεί μέσα παραλίγο ιδιοκτήτης. Το ‘χαν μεγαλώσει και τον είχαν κι αυτόν και δούλευε μέσα μαζί με τους άλλους εργάτες.
Η μικρή πολιτεία μεγάλωσε λίγο κι αυτή μέσα σ’ αυτόν τον καιρό. Το παλιό κρασοπουλειό που πήγαινε ο Συρεγκέλας το γκρέμισαν κι ένα τρίπατο κτίριο από τσιμέντο υψώνεται εκεί -το ξενοδοχείο της κωμόπολης. Στη μικρή πλατεία τις βγάλαν τις πλάκες και τη στρώσανε μ’ άσφαλτο. Και το πηγάδι χάθηκε ολότελα, λίγα δέντρα που μεγαλώσανε πια και δυο-τρία παγκάκια βρίσκονται εκεί, σε μια νησίδα με πρασινάδα στη μέση της πλατείας.
Μονάχα το σπιτάκι της Δέσποινας, το πατρικό της, απόμεινε απ’ τα παλιά σ’ αυτή την πλατεία και κάθεται τώρα, παντρεμένη, σ’ αυτό. Δεκαπέντε χρόνια από τότες. Ο Θοδωράκης ποτές του δεν είχε περάσει από δω. Αν έφτανε κεί, έκανε πάντα ένα γύρο να το ξεφύγει, λοξοδρομούσε να μην περάσει.
Πέρασε απόψε χωρίς να το θέλει, ξεχάστηκε παραπατώντας και βρέθηκε ξαφνικά να ‘χει φτάσει στην πλατεία. Κοίταξε γύρω του μια στιγμή. Το πρώτο που σκέφτηκε ήταν να φύγει, να τρέξει να φύγει πάλι από κει. Είναι αργά, περασμένα μεσάνυχτα, η μικρή πολιτεία κοιμάται, κανένας δεν είναι στο δρόμο, το σπίτι της Δέσποινας είναι κατάκλειστο -γιατί να κρυφτεί; Στάθηκε, κοίταξε γύρω του. Κατακάθαρη νύχτα του καλοκαιριού. Η μικρή πλατεία λαμποκοπάει παράξενα μέσα στο νυχτιάτικο φως. Τραβήχτηκε παραπίσω, στη μέση της πλατείας με τη νησίδα και στάθηκε κει κάτω απ’ τα δέντρα. Δεν ακούγεται τίποτα, τίποτα δε σαλεύει. Είναι σαν όνειρο ύστερα από δεκαπέντε χρόνια να ξαναβρίσκεται εδώ. Κι είναι σαν θέατρο εδώ, με τα σπίτια αντίκρυ και γύρω και μοιάζουνε ψεύτικα -σκηνικά μπογιατισμένα κόκκινο και γαλάζιο. Το σπίτι της Δέσποινας εκεί πού ‘ναι και τώρα, φάτσα μπροστά του. Αριστερά, εκεί που τώρα βρίσκεται το τρίπατο κτίριο, το κρασοπουλειό που πήγαινε ο Συρεγκέλας. Οι πλάκες που πρέπει ν’ ασπρίζανε τότε, κάτι τέτοιες νύχτες, να λαμποκοπούσαν σαν αυλή μαρμάρινου παλατιού. Όλα σαν ένα θέατρο. Κι η σιωπή. Και περιμένουν όλα ν’ αρχίσει η παράσταση.
Και νάτος… Βγήκε. Φεύγει απ’ το κρασοπουλειό του. Τέτοια ήταν κι η νύχτα που πνίγηκε. Είναι γραμμένο κι αυτό στο τετράδιο. Πανσέληνος ήταν και τότε, η στρογγυλοφέγγαρη φωτοχυσία. Έντεκα η ώρα, όπως πάντα. Είναι μεθυσμένος, όπως πάντα -μήτε σταλιά παραπάνω. Παραπατάει λιγάκι σα να λικνίζεται πάνω στα βήματά του, σα να τα χαίρεται. Προχωρεί μέσα απ’ την πλατεία. Τώρα βρίσκεται κοντά στο πηγάδι: Ήταν εδώ, ακριβώς εδώ που στέκεται τώρα κι ο Θοδωράκης, κάτω απ’ αυτό το παγκάκι. Απόμεινε τότες εκεί, ορθός δίπλα στο πηγάδι, κοιτάζει γύρω του τη μαγεμένη νύχτα. Εδώ το τετράδιο σταματάει.
Πάλι η παράσταση…
Μέσα στην ησυχία εκείνης της νύχτας, ακούγονται από το δρόμο κι όλο κοντεύουν, έρχονται κατά κει, βήματα βιαστικά, ρυθμικά, ένας κρότος ξερός, κοφτός απάνω στο δρόμο. Μια γυναίκα. Ήταν η Δέσποινα του Δημούλη. Έντεκα κι είκοσι ακριβώς και γύριζε από τη θεια της που γιόρταζε. Έντεκα κι είκοσι, το θυμόταν, είχε πει, πολύ καλά.
Ξαναρχίζει το τετράδιο.
Στην ανάκριση, τη Δέσποινα δεν την φώναξαν καθόλου, δεν το ξέρανε πως τον είχε δει που στεκότανε στο πηγάδι. Στο Θοδωράκη, πολύ αργότερα, τά ‘χε πει και τά ‘γραψε κι αυτά στο τετράδιο, μα δεν τους έδωσε σημασία, δεν σκέφτηκε τότε πως μπορεί να ‘χουν σχέση με την υπόθεση, δεν το φαντάστηκε ποτέ πως μπορούσε να ‘χουνε σχέση.
“Είδα μια σκιά και στεκόταν δίπλα στο πηγάδι”, του ‘χε πει τότες η Δέσποινα. Νόμιζα πως ήσουν εσύ.”
Όχι, δεν ήταν αυτός.
“Και γιατί να μην είσαι; Εγώ σ’ αγαπούσα -και το ‘ξερες. Και τι με πείραζε εμένα που δεν την πήρες τη θέση; Εγώ ήμουν φτωχή.”
Το τετράδιο κόβεται πάλι.
Ο Συρεγκέλας ήταν αυτός που στεκόταν εκεί, ορθός δίπλα στο πηγάδι, μια τέτοια νύχτα μαγεμένη σαν απόψε. Στεκόταν -άκουγε τα βήματα που κοντεύαν. Έμεινε εκεί -να ιδεί τη γυναίκα. Πρόβαλε σε λίγο στην άκρη του σκηνικού, πέρασε απέναντι μπροστά απ’ τα σπίτια, ψηλή, λιγνή, όπως ήταν η Δέσποινα τότε, σαν ψεύτικη κι αυτή μέσα σε κείνο το φως. Μπήκε σπίτι της. Στ’ απάνω πάτωμα, δεξιά, στο δωμάτιο που κοιμόταν αυτή, το παράθυρο φωτίστηκε. Η σκιά της γυναίκας πηγαινοήρθε μες στο δωμάτιο, έπεσε πάνω στο παράθυρο καναδυό φορές. Αυτός απόμεινε εκεί. Απόμεινε εκεί να τη χαίρεται ο Συρεγκέλας αυτή τη σκιά, να την περιμένει να πέσει ξανά στο παράθυρο.
Ο Θοδωράκης χαμογέλασε. Νάτο πως είχαν σχέση. Να, γιατί στεκόταν εκεί, τι κοιτούσε.
Πάλι το τετράδιο:
“Όταν έσβησα το φως”, είχε πει η Δέσποινα, “κοίταξα κρυφά πίσω απ’ την κουρτίνα, να μη φαίνομαι. Ήταν ακόμη εκεί πέρα, στεκόταν, δεν έκανε τίποτα. Ξανακοίταξα άλλη μια φορά. Ήθελα να ‘σουν εσύ…”
Εδώ κλείστηκε το τετράδιο -δεκαπέντε χρόνια τώρα. Εδώ κλείστηκε, κομποδέθηκε και του Θοδωράκη η ζωή. Κοίταξε γύρω του -τ’ όνειρο σκόρπισε, είναι ένας τόπος πεντάξενος αυτός εδώ γύρω, μέσα στο κρύο φως του φεγγαριού. Η παράσταση τέλειωσε μονομιάς, τα σκηνικά χάθηκαν, οι πλάκες, η μαρμάρινη αυλή, δεν είναι κανένας εδώ. Κανένα φως δεν είναι πια σ’ αυτό παράθυρο να σταθεί κι αυτός να το περιμένει, να ιδεί τη σκιά που πηγαινοέρχεται μέσα. Δεν υπάρχει πια καμιά Δέσποινα σε κείνο το σπίτι, σ’ αυτή την πόλη, πουθενά δεν υπάρχει. Ένας λυγμός πνιγμένος, καταχωμένος, κρατημένος δεκαπέντε χρόνια ξέσπασε, λύθηκε:
“Δέσποινα…”
Έβαλε τα χέρια στο πρόσωπό του, έγειρε πίσω, σωριάστηκε πάνω στον πάγκο -να κλάψει. Το κάθισμα έτριξε από το βάρος του κορμιού του -τινάχτηκε ορθός, κατάπληκτος, σα χαμένος. Η λύπη χάθηκε μονομιάς, ο λυγμός σταμάτησε πριν ξεσπάσει. Μοναχά ο νους του παίρνει μπροστά ξαφνικά και δουλεύει -πηδάει πίσω, ξαναγυρίζει, πάλι πίσω, με μιαν ασφάλεια απόλυτη μέσα σ’ ένα ίλιγγο ταχύτητας. Κι ολότελα ξαφνικά ξανασταματάει -μια μηχανή ρυθμισμένη μ’ ακρίβεια πάνω σε κείνο το τρίξιμο του πάγκου. Δεν έχει πιο πέρα -πιο πέρα δεν έχει τίποτα.
Νάτο λοιπόν. Έτσι είχε γίνει. Έτσι είχε γίνει και τότε. Έτσι είχε βάλει και κείνος μέσα στα χέρια το πρόσωπό του με το φως που σβήστηκε στο παράθυρο, έκανε πίσω να καθίσει να κλάψει. Δεν ήταν ο πάγκος, ήταν το σκέπασμα, σάπιο. Κατρακύλησε μέσα.
Κανένα μυστικό δεν υπάρχει εδώ πέρα, εγκλήματα, νήματα που φτάνουμε τόσο μακριά, φόνοι ληστείες. Δεν υπάρχει καμιά δικαίωση, καμιά συνέχεια και κανένας θρίαμβος που το βρήκε. Μια νιότη χαμένη, μια ζωή που παραπλανήθηκε κι ένα όνειρο ψεύτικο, που τώρα το ξέρει, ποτές δεν το πίστεψε… Ξανακάθισε στο παγκάκι, ξανάβαλε το πρόσωπο μέσα στα χέρια κι άφησε τώρα τα δάκρυα να τρέχουν, χωρίς λυγμό, μια ταπεινή συντριβή -τελειωτική.
Βήματα αργά, βαριά ακουστήκανε κι ερχότανε κατά την πλατεία. Ανατρίχιασε. Πώς πήγε ο νους του πως ξαναγύρισε εκείνος; Ανασήκωσε το κεφάλι και κοίταξε. Ήταν ο αστυνόμος μας, που τελείωνε τη νυχτερινή του περιπολία. Αυτός ιδέα δεν είχε για τη μεγάλη αξία του Θοδωράκη. Στάθηκε, τον κοίταξε μια στιγμή, τον γνώρισε πως ήταν εκείνος ο ανόητος, ο τυπογράφος ο Θοδωράκης, ο επιλεγόμενος ντετέκτιβ και δεν το βρήκε καθόλου επικίνδυνο ή παράξενο που καθότανε στο παγκάκι -τράβηξε το δρόμο του. Ύστερα, δεν υπήρχε πια κανένα πηγάδι εκεί πέρα για να φοβάται το πάθημα του παλιού προκατόχου του με κάτι τέτοιους δυστυχισμένους, που τους πιάνει το παράπονο κάτι τέτοιες νύχτες και σωριάζονται όπου βρεθούνε και κλαίνε. Και εκεί, σε σας, ασφαλέστατα, κύριε Θόρντον Γουάιλντερ, στην ωραία μικρή σας πόλη και στην κωμόπολη τη δική μας. Μονάχα που εμείς, τέτοιαν ώρα -εσείς, η Δέσποινα, εγώ, έχουμε κλείσει πια το παράθυρο και δεν τους βλέπουμε, δεν τους ακούμε που πέφτουν απάνω στους πάγκους, κατρακυλούνε κάποτε στο θάνατο.

*

Από: “Το τέλος της μικρής μας πόλης” (Διηγήματα), Αθήνα, εκδ. Κείμενα, 1988, σσ. 99-121.

από τις σελίδες του Σαραντάκου