Αντώνης Αντωνάκος, Γυμνοπαιδίες -από τη συλλογή «Αγριοβατόμουρα πικρά»

Αρχείο 16/12/2014

fav-3

ΓΥΜΝΟΠΑΙΔΙΕΣ

Εκείνα τα χρόνια έκανα όλες τις δουλειές. Μάζευα δεκάρες και κατοστάρικα. Πήγαινα κάλφας κοντά στους μαστόρους και μάθαινα τα μυστικά. Χτίσιμο, αγροτικά, μπακαλική μέχρι και πεθαμένους καλαφάτιζα. Το φόρτε μου όμως ήταν η κουρευτική. Όλο το χωριό περνούσε απ’ τα χέρια μου. Οι άντρες μόνο, οι γυναίκες βολεύονταν μεταξύ τους. Τότε δε θέλαν και πολλά. Οι περισσότερες είχαν κότσο. Κόβαν την ψαλίδα κι αυτό ήταν.

Ο Παπαδημητρίου, χασάπης και ψάλτης, μου είχε παραχωρήσει μιαν αποθηκούλα φάτσα στο δρόμο και δούλευα μόνιμα σχεδόν κουρέας. Ένα πρωί ήρθε τρέχοντας η Πανωραία. Έλα μου λέει, πάμε στο Γάλλο. Τι έπαθε μωρέ της λέω. Κρεμάστηκε ο διάολος, μου λέει.

Ο Γάλλος είχε χρόνια στο χωριό. Κουβάλησε και το πιάνο του και τα νοικοκυριά του όλα. Ζούσε στην αρχή με τη φίλη του, ένα χλωμό κορίτσι που δεν άντεξε το βουνό. Πήρε μια βαλίτσα ένα βράδυ και κατέβηκε με κούρσα στο Καρπενήσι. Ο Ζολάς μας είπε πως την άφησε στα λεωφορεία. Έκτοτε δεν την είδε κανείς.

Ο Γάλλος τα’ χε βάψει μαύρα. Έπαιζε κάτι πένθιμα τη δεύτερη μέρα του Πάσχα για τη Ζορζέτ που έφυγε. Του κατέβαζαν το πιάνο στην πλατεία κι αυτός για μια ώρα βαρούσε τ’ ασπρόμαυρα πλήκτρα. Μοίραζε χαρτάκια που γράφαν στα ξενικά το κομμάτι.

Eric Satie.
Gymnopedies 1,2,3,……
Gnossienne 1,2,3,…….

Η Πανωραία πήγαινε μπροστά. Τρεχάλα σχεδόν. Του καθάριζε και του μαγείρευε. Του κρατούσε και συντροφιά πολλές φορές κι αυτός της έπαιζε τα βαλς.

Έσπρωξε την πόρτα και μου έδειξε το θέαμα. Άρχισε να χτυπιέται. Ο Γάλλος είχε κρεμαστεί από μια χορδή του πιάνου, δεμένη σ’ ένα γάντζο καρφωμένο στο ταβάνι. Εγώ του έκανα την αποκαθήλωση. Το τελευταίο μπάνιο με το σφουγγάρι. Του έβαλα κι ένα άρωμα που βρήκα στο ντουλάπι. Έκανα και το πιο πετυχημένο μου κούρεμα μιας και στεκόταν ατάραχος. Τον θάψαμε στο χωριό. Ήταν δύσκολο να φύγει το πτώμα για τη Γαλλία εκείνα τα χρόνια. Ήρθε μόνο ο αδερφός του με τη γυναίκα του. Τον φίλησε και κάτι ψιθύρισε για το άρωμα. Στο σπίτι μετά την κηδεία έπαιξε το αγαπημένο κομμάτι του αδερφού του. Λειψό όμως σα ν’ ακούγεται ανάμεσα πόνος βουβός και κατρακύλα στον Άδη.

fav-3

antonakos16.12.14-bk©Αντώνης Αντωνάκος
Αγριοβατόμουρα πικρά
Διηγήματα

Εκδόσεις Αδέσποτος Σκύλος

 

 

 

 

vintage_under2