Βάλτερ Μπένγιαμιν, Για την εικόνα του Proust -[2]

Αρχείο 14/12/2014

“Αν όφείλαμε νά τά συμπτύξουμε σέ μια διατύπωση, θα αναφέραμε σαν επιδίωξή του τή σύνθεση τής συνολικής δομής τής υψηλής κοινωνίας με τη μορφή μιας φυσιολογίας τής ακατάσχετης φλυαρίας. Στο θησαυρό των προκαταλήψεων καί των δοξασιών της δεν υπάρχει ούτε μία, πού να μην εξολοθρεύεται από το επικίνδυνο κωμικό στοιχείο του Proust…“

fav-3

Το σπουδαιότερο, πού Έχει να πει κανείς, δεν αναγγέλλεται πάντοτε μεγαλόφωνα. Κι ακόμα μέσα στην απόλυτη ησυχία δεν το Εμπιστεύεται πάντοτε στον πιο έμπιστο, στο στενότερο φίλο, πάντοτε σ ’ αυτόν, πού είναι Έτοιμος να δεχθεί με τη μεγαλύτερη αφοσίωση την Εξομολόγηση.

Άν έχουν λοιπόν όχι μόνο τα άτομα, αλλά και οι Εποχές μια τόσο συνεσταλμένη, δηλαδή τόσο Επιτήδεια κι απερίσκεπτη συνήθεια να αποκαλύπτουν τα Εσώτερά τους στον οποιονδήποτε, δεν είναι τότε για το δέκατο ένατο αιώνα ο Zola ή ο Anatole France, αλλά ο νεαρός Proust, ο άσημος σνομπ, ο αποτυχημένος καριερίστας των κοσμικών σαλονιών, Εκείνος πού έπιασε στο πέρασμά τους τις Εκπληκτικότερες Εκμυστηρεύσεις της παρακμάζουσας Εποχής του (όπως μιας άλλης, θνήσκουσας τού Swann). Πρώτος ο Proust Έδωσε στο δέκατο ένατο αιώνα μια μνημική διάσταση. “Ο,τι υπήρξε πριν απ’ αυτόν Ένα διάστημα στερούμενο Εντάσεων, μεταβλήθηκε σε πεδίο δυναμικού, από όπου αφυπνίστηκαν τα πιο ποικίλα ρεύματα μεταγενέστερων συγγραφέων. Καί δέν είναι βέβαια σύμπτωση, ότι τό πιό Ενδιαφέρον Εργο αύτού τού είδους προέκυψε άπό μιά συγγραφέα, πού είχε στενή, προσωπική Επαφή με τον Proust σαν θαυμάστρια και φίλη του. Ό τίτλος ήδη, με τον οποίο παρουσιάζει ή πριγκίπισσα Clermont – Tonnerre τον πρώτο τόμο των απομνημονευμάτων της — «Αυx Temps des Equipages» —, θα ήταν κάτι το αδιανόητο πριν από τον Proust. Κατά τα άλλα αποτελεί την ηχώ, πού Επαναφέρει απαλά τη διφορούμενη, γεμάτη αγάπη και πρόκληση Επίκληση του ποιητή άπω το Faubourg Saint – Germaine.

Αυτή ή (μελωδική) περιγραφή περιέχει ακόμα ένα πλήθος άμεσων ή έμμεσων αναφορών στον Proust, τόσο με το ύφος όσο και με τούς χαρακτήρες της, στους οποίους συγκαταλέγονται αυτός ο ίδιος και μερικά από τα προσφιλέστερα αντικείμενα μελέτης του από το Ritz. Μεταφερόμαστε έτσι αναμφισβήτητα σέ ένα πολύ άριστοκρατικό περιβάλλον καί μέ έμφανίσεις σάν έκείνη τοΰ Robert de Montesquiou, πού περιγράφεται άπό τήν πριγκίπισσα Clermont – Tonnerre άριστουργηματικά, καί σέ ένα πολύ άσυνήθιστο. Τό συναντάμε όμως αύτό καί στον Proust· δέν λείπει έξάλλου όπως είναι γνωστό, καί στο δικό του έργο τό άντίστοιχο- ένός Montesquiou. Ό λ α αύτά δέν θά άξιζε νά· συζητώνται — άφού ειδικά τό πρόβλημα τών τύπων είναι δευτερεύον καί άσήμαντο γιά τη Γερμανία — άν δέν είχε ή γερμανική κριτική μιά τόσο ένθερμη κλίση στήν έπιλογή τοΰ άνετότερου δρόμου. Και προ παντός: δεν μπόρεσε να αφήσει ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία για- ένα εξευτελιστικό υποβιβασμό της στο επίπεδο τού όχλου των δανειστικών βιβλιοθηκών. Τί τό εύκολώτερο λοιπόν στούς είλωτες τής ρουτίνας από την έξαγωγή συμπερασμάτων γιά τό συγγραφέα μέ άφορμή τη σνόμπ άτμόσφαιρα τοΰ έργου καί τό χαρακτηρισμό του δημιουργήματος του P roust σαν εσωτερική, γαλλική υπόθεση, σαν λογοτεχνικό παράρτημα στο Almanach de Gotha. Είναι βέβαια προφανές, ότι τά προβλήματα των χαρακτήρων τοΰ Proust προκύπτουν άπό μιά κορεσμένη κοινωνία. Δέν ύπάρχει όμως έκεί ούτε ένα, πού νά συμπίπτει μέ τά άντίστοιχα τού συγγραφέα. Αύτά είναι άνατρεπτικά. Αν όφείλαμε νά τά συμπτύξουμε σέ μια διατύπωση, θα αναφέραμε σαν επιδίωξή του τή σύνθεση τής συνολικής δομής τής υψηλής κοινωνίας με τη μορφή μιας φυσιολογίας τής ακατάσχετης φλυαρίας. Στο θησαυρό των προκαταλήψεων καί των δοξασιών της δεν υπάρχει ούτε μία, πού να μην εξολοθρεύεται από το επικίνδυνο κωμικό στοιχείο του Proust. ‘Η γιά πρώτη φορά ύπόδειξη αύτού του κωμικού δέν άποτελεΐ τό μικρότερο άπό τά σημαντικά κέρδη, πού άποκόμισε ό Léon Pierre – Quint σάν τρώτος έρμηνευτής τοΰ Proust. « Ό τ α ν γίνεται λόγος γιά χιουμοριστικά έργα», γράφει ό Quint, «πηγαίνει συνήθως o νους σέ μικρά διασκεδαστικά βιβλία μέ είκονογραφημένα έξώφυλλα. Ξεχνά κανείς τούς πυκνοτυπωμένους χοντρούς καί άκομψους τόμους των Don Quichote, Pantagruel καί Gil Bias». Ή άνατρεπτική πλευρά του έργου τοΰ Proust άναδεικνύει σ ’ αύτό τό πλαίσιο τό μέγεθος τής άποτελεσματικότητάς της. Καί τό ούσιαστικό κέντρο τής δύναμής του είναι έδώ περισσότερο τό κωμικό στοιχείο παρά τό χιούμορ- δέν ξεσηκώνει τόν κόσμο στά γέλια, τόν καταποντίζει στά γέλια. Μέ κίνδυνο νά γίνει θρύψαλα, μπροστά στά όποια ό P roust μόνο θά ξεσπάσει σέ κλάματα. Καί γίνεται όντως θρύψαλα: ή ενότητα τής οικογένειας καί τής προσωπικότητας, της σεξουαλικής ηθικής καί τής ταξικής ύπόληψης. Οί βλέψεις τής άστικής τάξης συντρίβονται μέσα στά γέλια. Ή έπαναστροφή της, ή έκ νέου άφομοίωσή της άπό τήν άριστοκρατία άποτελεϊ τό κοινωνιολογικό θέμα τού έργου.

Ό Proust δέν πτοήθηκε άπό τήν έξάσκηση, πού άπαιτούσαν οί συναναστροφές μέ τούς άριστοκρατικούς κύκλους. Αδιάλειπτο καί χωρίς ιδιαίτερους καταναγκασμούς έπλασε μέ εύστροφία τήν προσωπικότητά του, για νά τήν κάνει τόσο άδιαπέραστη καί επινοητική, ύποχωρητική καί δύσκολη, όπως άρμοζε στίς έπιδιώξεις του.

Ή παραπλάνηση, ή λεπτολογία συνδέθηκαν άργότερα τόσο πολύ μέ τό χαρακτήρα του, πού οί έπιστολές του είχαν μερικές φορές τή μορφή όλόκληρων συστημάτων παρενθέσεων — καί όχι μόνο γραμματικών. Έπιστολές, πού παρά τήν άπειρα πνευματώδη, εύλύγιστη σύνταξή τους φέρνουν συχνά στή μνήμη έκεΐνο τό μυθικό σχήμα: «Αξιότιμη εύγενέστατη κυρία, άντιλήφθηκα μόλις, ότι ξέχασα χθές τό μπαστούνι μου στό σπίτι σας· σάς παρακαλώ νά τό παραδώσετε στόν κομιστή αύτού τού σημειώματος.

ΥΓ. Συγχωρείστε με παρακαλώ γιά τήν ένόχληση, τό βρήκα πρό όλίγου». Πόσο έφευρηματικός είναι στίς δυσκολίες! Εμφανίζεται άργά τή νύχτα στής πριγκίπισσας Clermont – Tonnerre, γιά νά συνδέσει την παραμονή του μέ τόν όρο, ότι θά τού φέρει κάποιος τά φάρμακά του άπό τό σπίτι. Καί στέλνει λοιπόν ένα ύπηρέτη, του δίνει μιά έκτενή περιγραφή τής περιοχής, τοΰ σπιτιού. Καί στό τέλος: «Είναι άδύνατο νά τό χάσετε. Τό μοναδικό παράθυρο στή Boulevard Haussmann , όπου καίει άκόμα φώς». Ό λ α έκτός άπό τόν άριθμό! Αν επιχειρήσει κανείς νά μάθει σέ μιά ξένη πόλη τή διεύθυνση ένός πορνείου καί πάρει τήν πιό διεξοδική πληροφόρηση — τά πάντα, έκτός άπό όδό καί άριθμό — θά άντιληφθεί τότε τί έννοείται έδώ (καί πώς συνδέεται αύτό μέ τή λατρεία του Proust γιά τήν τελετουργία, τό θαυμασμό του γιά τον Saint -Simon καί τέλος τήν άδιάλλακτη γαλλικότητά του). Δέν είναι ή πεμπτουσία τής έμπειρίας, τό νά βιώνεται ή άπόλυτη δυσχέρεια τής βίωσης πολλών πραγμάτων, τά όποια μπορούν βέβαια φαινομενικά να συνοψισθοϋν σέ έλάχιστες λέξεις; Μόνο πού άνήκουν τέτοιες λέξεις σέ ένα «ξένο», καθορισμένο άπό κόστα καί τάξη και είναι άκατανόητες στούς έκτός κυκλώματος. Δέν είναι ν’ άπορεί  κανείς, γιά τό ότι ό Proust παθιαζόταν μέ τή μυστική γλώσσα τών σαλονιών. “Οταν έπιχείρησε άργότερα τήν άνελέητη άπεικόνιση τού petit clan, τών Courvoisier, τού «esprit d’Oriane», είχε γνωρίσει ό ίδιος μέσω τής συναναστροφής του μέ τήν Bibesco τούς αύτοσχεδιασμούς μιάς κωδικής γλώσσας, στήν όποία εισαχθήκαμε στή συνέχεια κι έμείς.

Στά χρόνια τής κοσμικής του ζωής δέν άνέπτυξε ό Proust στόν άνώτατο – θεολογικό θά έλεγε κανείς – βαθμό μόνο τό βίτσιο τής κολακείας, άλλά καί έκείνο της περιέργειας. Στά χείλη του άντιφέγγιζε το μειδίαμα, πού γλιστρούσε σάν λάμψη φωτιάς πάνω άπό τά χείλη των Μωρών Παρθένων έκεί στα εσωτερικά κοιλώματα τών άψίδων μερικών άπό τούς καθεδρικούς ναούς, τούς όποιους τόσο πολύ άγαποΰσε. Είναι τό μειδίαμα τής περιέργειας.

Ήταν μήπως βασικά ή περιέργεια, πού τόν έκανε ένα τόσο μεγάλο παρωδό; Θά ξέραμε τότε άμέσως, πώς θά έπρεπε νά άξιολογήσουμε σ’ αύτό τό σημείο τη λέξη «παρωδός». Ό χ ι καί πολύ θετικά. Γιατί, άν και ταιριάζει καί στήν άβυσσαλέαmalice του, άντιπαρέρχεται όμως τά στοιχεία τής πίκρας, τής άγριότητας καί τής οργής τών μεγαλειωδών άφηγήσεων, πού συνέθεσε μέ το στύλ τού Balzac, τού Flaubert, τοΰ Sainte-Beuve, του Henri de Regniers, τών Goncourts, Michelet, Renan καί τέλος τού άγαπημένου του Saint-Simon καί τίς συγκέντρωσε στόν τόμο « Pastiches et Mélanges»*. Είναι ή μιμητικότητα τού περίεργου, αύτή πού άποτελεί τό μεγαλοφυές τέχνασμα τής παραπάνω σειράς, άλλά ταυτόχρονα καί μιά τάση όλόκληρης τής δημιουργίας τού Proust, στήν όποία τό πάθος γιά τό φυτικό στοιχείο δέν μπόρεσε νά έντοπισθεΐ μέ τήν πρέπουσα σοβαρότητα. Πρώτος ό Ortega y Gasset έπέσυρε τήν προσοχή στή φυτική ύπαρξη τών χαρακτήρων τού Proust, πού είναι άναπόσπαστα συνδεδεμένοι μέ τό κοινωνικό τους περιβάλλον, καθορίζονται άπό τή θέση ένός ήλιου άριστοκρατικής ευμένειας, κινούνται άπό τόν άνεμο πού φυσά άπό τό Guermantes ή τή Meseglise καί άλληλοδιαπλέκονται μέ τρόπο άνεξιχνίαστο στή λόχμη τού πεπρωμένου τους.

Άπό αύτό τό χώρο προέρχεται ή μιμητικότητα σάν μέθοδος τού ποιητή. Οί άκριβέστερες, σαφέστερες γνώσεις του έπικάθονται στά άντικείμενά τους, όπως τά Εντομα πάνω σέ φύλλα, άνθη καί κλαδιά, χωρίς νά προδίνουν καθόλου τήν παρουσία τους, έως ότου Ενα πήδημα, ένα φτεροκόπημα, ένα τίναγμα δείχνουν στόν τρομαγμένο παρατηρητή δτι έχει διεισδύσει έδώ σέ ένα ξένο κόσμο χωρίς νά γίνει αντιληπτή μιά άνυπολόγιστη ιδιόμορφη ζωή. « Ή μεταφορά, όσο άπροσδόκητη κι άν είναι», λέει ό Pierre-Quint, «σχηματίζεται στενά συνδεδεμένη μέ τη σκέψη».

_____________________
«Μιμήσεις καί Άνάλεκτα» (σ.τ.μ.)

Τίτλος Πρωτύπου
«Zum Bilde Proust»
Μετάφραση από τά γερμανικ ά : Μηνάς Παράσχης
©ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΤΟΠΙΑ, Αθήνα 1983

 

Διαβάστε: – Μέρος 1