Λεωνίδας Καζάσης, Αιχμές
✼
Μαυροδάφνες οι κόρφοι δε στάζουν πια.
Τα εφήβαια στη δίψα μυούνται,
αμφίσημη – ηδίστη ομορφιά,
έντρομοι με μίσος αρνούνται.
Αποσυνάγωγε ποιητή,
έκδοτε, αρσενοκοίτη,
μονογαμία έχουν αρετή,
τον Έμπορο προφήτη.
✼
Μαυροδάφνες οι κόρφοι δε στάζουν πια.
Τα εφήβαια στη δίψα μυούνται,
αμφίσημη – ηδίστη ομορφιά,
έντρομοι με μίσος αρνούνται.
Αποσυνάγωγε ποιητή,
έκδοτε, αρσενοκοίτη,
μονογαμία έχουν αρετή,
τον Έμπορο προφήτη.
❋
Κοζάνη: Ομιλία στο Γ’ Συμπόσιο Λογοτεχνίας (23 έως 25 Νοεμβρίου 2018) που οργάνωσε το τοπικό περιοδικό ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
Θα απογοητευθεί όποιος αναμένει να διαβάσει παρακάτω στοιχεία για τη –με τη σημερινή σημασία της λέξης– «φαυλότητα» της μετάφρασης, διότι τίποτε περί φαυλότητος δεν αναφέρεται. Ο σχετικός όρος χρησιμοποιείται εδώ με πλατωνικό χρώμα, παραπέμποντας στον διάλογο Γοργίας, όπου και γίνεται η διάκριση των τεχνών σε «καλές» (που είναι οι –όπως θα λέγαμε σήμερα– μεγάλες) και σε «φαύλες», παναπεί σε «μικρές». Η μετάφραση είναι μια μικρή γλωσσική τέχνη, μια ετερόφωτη τέχνη, που παίρνει φως από το πρωτότυπο και το διαχέει στην επικράτεια της γλώσσας αφίξεως του μεταφράσματος.
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Κεντρωτής, Η φαύλη τέχνη της μετάφρασης»
※
Να πέφτεις δροσιά
Στα χέρια μου,
Να κλαις
Σαν άνθρωπος
Θα ήθελε να της μοιάζει, όμως εκείνη είναι αδύναμη και ζει φοβισμένη.
Η Κάρμεν θα είχε σκοτώσει τους εραστές της, θα ΄χε τελειώσει αυτόν τον παραλογισμό Μπεά.
Όχι, εκείνη δεν μπορεί, ξυπνά με τον παραμικρό θόρυβο. Και ώσπου να επιστρέψει ο νεαρός του ορόφου, ο νους της πηγαίνει στο κακό όταν ακούει βήματα στις σκάλες. Τότε σφίγγει με τα χέρια της τα χέρια της Κάρμεν, τότε προσεύχεται όπως της έμαθαν να κάνει μικρή. Σφαλίζει τα μάτια της, τα μέλη της μαργώνουν, η καρδιά της θα σπάσει σε χίλια κομμάτια. Το ραδιόφωνο στέλνει τις μεταμεσονύχτιες αφιερώσεις. Τι πρόστυχο παιχνίδι παίζεται εκεί έξω. Έχει καταπιεί την ανάσα της, κουλουριασμένη πίσω από την πόρτα.
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Τα κορίτσια έρωτες»
✤
Η φουντωτή ελιά είναι στη μέση το φαρδιού διαδρόμου και ο όποιος αέρας έρχεται από κάθε κατεύθυνση. Εκεί επιλέγει να βάζει την ξαπλώστρα του αυτήν την ώρα. Όλοι πιάνουν τις σκιές και τα περάσματα του αέρα για τη σιέστα τους. Οι πιο νέοι τη βγάζουν παρά θιν αλός μπαινοβγαίνοντας στο νερό, μιας κι αντέχουν στη λειψή σκιά που δίνουν οι ομπρέλες παραλίας. Άλλοι πάλι κλείνονται στα κλιματιζόμενα τροχόσπιτα αυτές τις δύσκολες ώρες.Το κονσέρτο των τζιτζικιών φτάνει σ’ ένα μεγαλειώδες κρεσέντο τις ζεστές ώρες του απομεσήμερου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τασούλα Γεωργιάδου, Σκηνές του κάμπιγκ στο απομεσήμερο»
Από τις εκδόσεις Ποταμός
✼
Το σίγουρο είναι πως εγώ, η Μυρσίνη Καρθαγένη, η μάνα του Μανώλο Kαρθαγένη –που ήταν φίλος του Λουκά Σούρπη και του Βασιλάκη Σούρπη–, εκείνο το απόγευμα μπήκα στο άδυτο του 17 της Λέοντος Σγουρού και βρέθηκα εκεί μαζί με την κυρία Ξένη και μαζί με τη Ροδοθέα –την κόρη της Ξένης και τη μάνα του Λουκά και του Βασιλάκη–, που ήταν φευγάτη στο δωμάτιο. Και το πρώτο που σκέφτηκα –όταν είδα αφημένα τα σημάδια της παντού–, ήταν να γυρίσω πίσω και να φύγω. Αλλά έμεινα και προχώρησα πίσω από την Ξένη, υπνωτισμένη σχεδόν και τιθασευμένη από τον μονόλογό της, ώσπου κάθισα σε μια καρέκλα και ζήτησα της Ξένης το τσιγάρο που της είχα αρνηθεί. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ισμήνη Καρυωτάκη, Οι ληστές της «Ανθολογίας του μαύρου χιούμορ» ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»
※
Είμαι τυχερός που έχω εσένα: αν έχεις έναν πραγματικό φίλο στη ζωή_ έχεις έναν περισσότερο απ’ όλο τον κόσμο. Ακόμα και στο μετρό (σαν καθωσπρέπει καταθλιπτικός πήρα μπόνους αγοραφοβία… με πιάνεις…) απ’ το χέρι με κρατάς: το οπισθόφυλλό σου κολλημένο στο τζιν μου και το πάνω μέρος σου χαϊδεύει, που και που, τον κώλο μιας μελαχρινής – (στα απότομα τραντάγματα τον χουφτώνει κανονικά και με το νόμο..). Σε γουστάρω γιατί είσαι πάντα τίγκα στη μαστούρα, μπαγάσα: με ξεκολλάς από κακές παρέες: όπως η ζωή. Γιατί αλλιώς θα έπασχα κι εγώ, όπως οι άνθρωποι, από το Σύνδρομο της Στοκχόλμης: τους έχει απαγάγει η ζωή.. φασκελοκουκούλωστα… χωρίς σάλιο: γίνε 25, γεννοβόλα 2,5 παιδιά, επιβίωσε αλλά 20 χρονάκια ώστε να μεγαλώσουν και μετά ξεκίνα να βγάζεις ζημιές μέχρι να ψοφήσεις. Μεγάλη καργιόλα η φύση ε; συμφωνείς;… μη γελάς: το θέμα είναι να αγαπήσεις τη φυλακή σου. Να τη βρεις με τα κάγκελα – δεν έχει τίποτα απόξω. Πώς να στο πω: καπούτ. Χαρούμενος γίνεσαι όταν καταλάβεις (ως το μεδούλι) πως δε γ ί ν ε τ α ι να είναι κανείς χαρούμενος. Δεν ξέρω γιατί στα λέω όλα αυτά – μήπως πρέπει; μπα… τίποτα δεν πρέπει.
✤
Στο βιβλίο αυτό θα βρείτε 42 κείμενα που έγραψαν οι συγγραφείς των εκδόσεων Εύμαρος με την έναρξη του εγκλεισμού. Τα κείμενα αυτά αναρτήθηκαν στη σελίδα των εκδόσεων στο fb, ένα κάθε μέρα, με τη σειρά που έφταναν και στη διάρκεια όλης της καραντίνας. Αποτυπώνουν άλλωτε σοβαρά και άλλωτε με χιούμορ, τα συναισθήματα, τις αγωνίες και τον τρόμο εκείνων των ημερών, μέσα από την προσωπική ματιά και το βίωμα του κάθε συγγραφέα.
Ηταν μια προσπάθεια να στείλουμε στο αναγνωστικό κοινό ένα μήνυμα αισιοδοξίας και ελπίδας πως η ζωή και η λογοτεχνία συνεχίζονται και πως οι ιδέες δεν περιορίζονται και δεν εγκλωβίζονται.
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Οι συγγραφείς των εκδόσεων Εύμαρου, γράφουν 42 κείμενα καραντίνας»
Από τις εκδόσεις Εύμαρος
※
Οδοιπορίες και εγκλεισμοί (από το τρεις Χάριτες στον τοίχο)
Προσέχω, όταν πέφτω να κοιμηθώ, να μην σταυρώνω τα πόδια μου. Αν κοιμηθώ με σταυρωμένα πόδια σκοντάφτω και πέφτω στον ύπνο μου. Χαντάκια, περιφράξεις κήπων, μικρές παγίδες που δεν προσέχω βρίσκονται ξαφνικά μπροστά μου, μπερδεύομαι, και βρίσκομαι στο έδαφος χτυπημένη. Ξυπνώ αμέσως και βλέπω ότι δεν έχω σπάσει τίποτα. Από αυτά τα πεσίματα κατάλαβα ότι οδοιπορώ κι εγώ κρυφά.
Ήταν μια γυναίκα στη Ρώμη που ζούσε έγκλειστη χωρίς να βγαίνει ποτέ από το σπίτι της. Αυτό είχε προκαλέσει θαυμασμό στους γύρω της, ώστε κάποτε που πέρασε από εκεί ένας ερημίτης της Αιγύπτου, ο Άγιος Σεραπίων ο Σιδώνιος, ζήτησε να τη δει και τη ρώτησε να μάθει γιατί κάθεται κλεισμένη μέσα. Αυτή του απάντησε: «Δεν κάθομαι, οδοιπορώ».
«Voyages autour de ma chambre»,[1] ένας φυλακισμένος συγγραφέας έγραψε τον 18ο αι. Το διάβασα σ’ ένα μυθιστόρημα, και έμαθα για τον Ξαβιέ ντε Μαιτρ. Τόσο κυριολεκτικός. Δεν με γοήτευσε, μου έδωσε την ιδέα ωστόσο – όλα είναι δρόμος. Οι φυλακές μου –ένα κείμενο του Σίλβιο Πέλικο του καρμπονάρου (αγαπημένου φίλου του Ανδρέα Κάλβου), που είχαν φυλακίσει οι Αυστριακοί και αποστήθιζε ένα κάντο του Δάντη τηνημέρα– ήταν ο τρόπος να ξεκινήσει ξανά να γράφει. Καλωσορίσατε (στην Κύπρο) «αρχόντοι, τράγοι και μαϊμούδες», τα λόγια του Σεφέρη στο τέλος του ποιήματος Νεόφυτος ο έγκλειστος μιλά. Η πολιτική και ο ψηφιδωτός καημός της ποίησης.

※
Οι τρεις Χάριτες (Από το τρεις Χάριτες τον τοίχο)
Οι τρείς Χάριτες είναι ένα γκράφιτι με τρεις γυναικείες μορφές, έξω από το ερειπωμένο σπίτι στην οδό Ροδοδάφνης. Τρεις μοίρες, τρεις καλόγνωμες νεράιδες. Εικόνα-σύμβολο. Τρέμω στην ιδέα ότι θα γκρεμιστεί, και δεν θα το βλέπω. Ο τοίχος τους είναι μια πύλη για τη μαγεία, ένα χέρι που σου απλώνει ο τόπος, ένα σημάδι για να αναγνωρίζεις τις ζωές των άλλων.
Από το παράθυρο, σ’ ένα από τα, συνήθως ισόγεια, διπλανά σπιτάκια, από τη δική μας πλευρά του ρέματος, είδα κάποιο βράδυ έναν άνδρα ηλικιωμένο στο κρεβάτι του, με τα πόδια σχεδόν κολλητά στο παράθυρο. Έκανε ζέστη, και είχαν ανοίξει. Αλλιώς δεν θα τον έβλεπα ποτέ τόσον καιρό που περνούσα από εκεί. Ανήμπορος αλλά και άγνωστος εντελώς. Ποτέ δεν τον είχα συναντήσει στη γειτονιά. Ένιωσα ένα σφίξιμο για την αδιακρισία μου, μια ταραχή. Στο διπλανό δωμάτιο, η γυναίκα που τον προσέχει, μιλά στο τηλέφωνο. Σε άλλη γλώσσα. Αισθάνεται ασφαλής από τα αδιάκριτα αυτιά και μιλά δυνατά.
Οι γείτονές μου κι εγώ να ’μαστε όλοι τώρα καρφιτσωμένοι στο χάρτη της βιογραφίας. Αυτήν που δημιουργώ περπατώντας νομίζοντας ότι είμαι έγκλειστη, εκείνος καθηλωμένος στο κρεβάτι του, έγκλειστος των εγκλείστων, κι εκείνη απελευθερώνεται από τα δεσμά της μετανάστευσης βρίσκοντας καταφύγιο στη μητρική της γλώσσα.
Υπάρχουν αρκετοί ξένοι που μένουν εδώ, τους ακούω συχνά όταν περπατώ το απόγευμα. Επιστρέφουν από κάπου. Αναγνωρίζω τον διαφορετικό ρυθμό στη φωνή. Είναι και κάποιοι, γυναίκες συνήθως, που δουλεύουν στην περιοχή. Συνοδεύουν παππούδες, σαν ζευγάρια αγαπημένα κάνουν τις διαδρομές τους. Τους έχουν καθαρούς και περιποιημένους, τους πάνε μαζί στο φαρμακείο για τα φάρμακα. Μια κανονικότητα και μια ανακούφιση για όλους.
Άλλη εικόνα: Βλέπω από μακριά μια ηλικιωμένη γυναίκα σε καροτσάκι, συνοδευόμενη από τις δυο της συνοδούς. Ο περίπατος είναι, φαίνεται, η κοινή τους διασκέδαση. Έξω καρδιά.
Το κυλούν γρήγορα γρήγορα, με λαχτάρα να περπατήσουν, να της κάνουν τη βόλτα της. Μερικές φορές τρέχουν, χοροπηδούν γελώντας. Εκείνη δεν μιλά. Μια φορά τις είδα νύχτα από κοντά. Παρατήρησα τότε πως η γυναίκα με το πετρωμένο πρόσωπο, στο καρότσι, ήταν έντονα βαμμένη. Μαύρη σκιά στα μάτια και κραγιόν – έντονο που θα μπορούσες να το πεις και θλιβερό. Δεν ήταν όμως. Ήταν η προσπάθεια να την περιλάβουν, να την έχουν μαζί τους στη μικρή παρέα, τη μικρή οχούμενη πομπή μιας ταπεινής χαράς στους δρόμους.
※
Σέφηλντ – Στιγμιότυπα (από το 199 σκαλοπάτια)
Έχω αποσυρθεί βυθισμένη στις σελίδες του Μπίλι Κόλινς. Να είναι καλά η αγαπημένη Χρύσα[2], που μου τον έμαθε τότε που είχε μεταφράσει το Γδύνοντας την Έμιλυ Ντίκινσον, και τώρα ταξιδεύω με το βιβλιαράκι αυτό, που αγόρασα το απόγευμα, ξεχνώντας την κούραση της μέρας, τη συσσωρευμένη κούραση των ημερών. Με έχει συνεπάρει αυτή η πεζότητα, καθρεφτίζομαι, έχω την αίσθηση ότι αυτό θα μπορούσα να το είχα γράψει κι εγώ, και μετά διαβάζω να μου λέει, «ξέρω πώς θα νιώσεις/όταν ανακαλύψεις/ότι εγώ το έγραψα αυτό αντί για σένα».
Αύριο είναι το μεγάλο ταξίδι για το Γουίτμπι, 140 περίπου χιλιόμετρα, το περιμένω πώς και πώς. Η ακτή (σύμφωνα με το μυθιστόρημα του Μπραμ Στόκερ) όπου έφτασε το πλοίο που έφερε τον Κόμη Δράκουλα στην Αγγλία· το Αβαείο, οι ιστορίες των ναυτικών και πώς ξελογιάστηκε πρώτα η Λούσυ. Αυτή οδηγήθηκε στον χαμό. Θέλει 199 σκαλιά να ανέβεις τη σκάλα που οδηγεί στο Αβαείο, αλλά εγώ ανέβηκα τα «Σκαλοπάτια του Σκωτζέζου» στο Εδιμβούργου. Θα το κάνω!
Μα τόσο όμορφα πουλιά μέσα στις βρετανικές πόλεις! Έχω αναρτήσει φωτογραφίες στο διαδίκτυο: ένα σπουργίτι έξω από τα Στάρμπακς, όπου ήπιαμε καφέ, κι έναν ερωδιό κάτω από μια γέφυρα. Τόσο επιβλητικός! Και άλλες εικόνες: μια μικρή ιδέα από την Πινακοθήκη Γκρέηβς, δίπλα στη Βιβλιοθήκη και το Αναγνωστήριο της πόλης.
*
©Πόλυ Χατζημανωλάκη
_____________
[1] Η Χρύσα Φραγκιαδάκη είναι μπλόγκερ, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων
[2]Ταξίδια γύρω από το δωμάτιό μου
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.