Δημήτρης Μπούκουρας, Διάττοντες -απόσπασμα

Αρχείο 19/05/2016 –Κυκλοφορεί από τις “μικρές Εκδόσεις”

fav-3

Για μπάνιο πήγαιναν τα απογεύματα. Κατέβαιναν στο Καλαμάκι και πλατσούριζαν στη ζεστή απογευματινή θάλασσα. Ύστερα απολάμβαναν την παραγεμισμένη με ντομάτα και φέτα φρατζόλα τους και, αφού χάζευαν ακόμα λίγο μαζεύοντας βότσαλα και κοχύλια, γύριζαν σπίτι. Όποτε δεν είχαν παράσταση από την τετράδα των κοριτσιών, έπαιζαν όλοι μαζί «αγαλματάκια αμίλητα κι ακούνητα» ή «βασιλιά, βασιλιά, τι δουλειά» ή την «Μπερλίνα». Αυτά τα αλησμόνητα παιχνίδια του παιδικού ρεπερτορίου. Ο Δημητράκης, μέσα σε όλα, έκανε και τη σχετική φιγούρα, «ρε σεις, ποιος θα κάνει τον γύρο του σπιτιού;» Ο Γιάννης χεζόταν απάνω του σ’ αυτή την ιδέα. Το ίδιο και η αδερφή του η Μαρία, το ίδιο και οι ξαδέρφες του. Αλλά γιατί άραγε; Πίσω από τα σπίτια τους ήταν το σπίτι του Μόλκη. Η μάνα του, θεοπάλαβη όπως έχουμε ήδη πει, έλεγε συνέχεια ιστορίες για νεράιδες, ξωτικά και φαντάσματα. Ένας Γερμανός -λέει- είχε πνιγεί μέσα στο πηγάδι τους και πολλές φορές μέσα στο σκοτάδι της νύχτας άκουγε τα φύλλα της συκιάς να φουρφουρίζουν ασταμάτητα, καθώς και άλλους ανεξήγητους θορύβους. Ήταν το φάντασμα του Γερμανού, που έβγαινε μετά τα μεσάνυχτα. Ο Δημητράκης δεν φοβόταν. Όχι γιατί ήξερε τότε ότι οι πουνέντηδες και οι δυνατές σοροκάδες του Φαλήρου φτάνοντας μέχρις εκεί ταρακουνούσαν τα δέντρα, αλλά απλώς δεν φοβόταν. Άλλωστε ήταν και ο μόνος που πήγαινε βράδυ μέχρι το χτήμα του Γκρόμαν να πάρει γάλα από τον Μανιάτη τον Τεντόμα που διατηρούσε εκεί κατσίκες. Το χτήμα αυτό ήταν γεμάτο πεύκα και φοίνικες και αλέες, μποστάνια, στέρνες, σιδερένιους υδρόμυλους και ερειπωμένα υποστατικά, ό,τι δηλαδή είχε απομείνει από το πάλαι ποτέ τσιφλίκι της οικογένειας των Βαυαρών, που είχαν έρθει με τον Όθωνα και τώρα πια η περιουσία τους, που έτσι κι αλλιώς την είχαν αρπάξει, είχε δημευτεί. Στις παρυφές του χτήματος υπήρχε το τεράστιο νεοκλασικό αρχοντικό της οικογένειας, που τώρα στέγαζε αναπήρους πολέμου. Ώσπου ήρθε ο Καραμανλής με τη φαεινή ιδέα να αποκαταστήσει αυτούς τους αναπήρους παραχωρώντας τους όλο το χτήμα, αντί να το κάνει ένα όμορφο πάρκο. Τελικά το πήραν οι ανάπηροι και, όχι μόνο το κατέτμησαν σε οικόπεδα, κόβοντας σχεδόν όλα τα πεύκα, τα κυπαρίσσια και τους φοίνικες, αλλά αργότερα, εκμεταλλευόμενοι τον εγκληματικό νόμο της αντιπαροχής, του έδωσαν τη χαριστική βολή με τις πολυκατοικίες που κτίστηκαν. Ευτυχώς που ένα μέρος του χτήματος Γκρόμαν είχε από πριν παραχωρηθεί για τη δημιουργία του συμμαχικού νεκροταφείου, κι έτσι σώθηκε μια σχετικά μεγάλη έκταση από την επιδρομή του κέρδους.

Ο Γιάννης ο Φουντής είχε μια θεία, τη Στέλλα, που ήταν και νονά του. Αυτή, αντί για παιχνίδια -που άλλωστε δεν του έλειπαν- του έφερνε διάφορα βιβλία. Του είχε φέρει όλη τη βιβλιοθήκη του Ιουλίου Βερν (τα πασίγνωστα κόκκινα βιβλία του οίκου Αστέρος), καθώς και όλα τα ιπποτικά του Γουώλτερ Σκοτ. Ο Δημητράκης, επωφελούμενος απ’ αυτό, μιας και ο Γιάννης τού τα δάνειζε, τα ρούφαγε άπληστα. «Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος», «Οι πιθηκάνθρωποι του δάσους», «Η σφίγγα των πάγων» ήσαν τα αγαπημένα του. Ο Γιάννης τα δάνειζε και στον Μόλκη, ο οποίος, όπως ήταν φυσικό, ήταν ξετρελαμένος με τον «Μιχαήλ Στρογκώφ». Κι έλεγε στην κακομοίρα την αδερφή του: «Βλέπεις πώς λέγεται η ηρωίδα του βιβλίου; Ντάρια… σαν και σένα!» Εκτός απ’ τα μεγάλα βιβλία διάβαζαν και τα μικρά: «Ταρζάν – Γκαούρ» και τον «Υπεράνθρωπο». Αυτός ο τελευταίος ήταν το αγαπημένο τους ανάγνωσμα, καθώς είχε μέσα ψήγματα επιστημονικής φαντασίας, που όπως φαίνεται από πάντα συνάρπαζε τα παιδιά. Αυτό το ήξερε πολύ καλά ο συγγραφέας του ο Στέλιος Ανεμοδουράς, που με το ψευδώνυμο Θάνος Αστρίτης προχώρησε αργότερα στη συγγραφή του θρυλικού αναγνώσματος «Ο μικρός ήρωας», που γαλούχησε μια γενιά Ελληνόπουλων και τα έμαθε να διαβάζουν. Οι καθηγητές δεν μπορούσαν να υπολογίσουν το καλό που θα έκανε στα παιδιά μια τέτοια απασχόληση, και πολλοί προχωρούσαν σε τιμωρίες, ακόμη και σε αποβολές, όταν έπιαναν τους μαθητές να το διαβάζουν στα γόνατά τους κάτω από το θρανίο. Αργότερα βγήκαν και τα κλασικά εικονογραφημένα και η κουλτούρα τους συμπληρώθηκε… Δύο ήταν τα αγαπημένα του Δημητράκη: οι «Άθλιοι» και ο «Ιούλιος Καίσαρ». Με τον Μόλκη χρησιμοποιούσαν ταχτικά αυτή την ατάκα που τους είχε κολλήσει: «ποιος είσαι εσύ; Ένας Ρωμαίος.» Πάντως θα σημειώσω εδώ πως, αν και τόσο μικρός, τον εντυπωσίαζαν πράγματα που απαιτούσαν κάποια ιδιαίτερη κρίση, όπως η εμμονή του Ιαβέρη να βρει και να τσακώσει τον Γιάννη Αγιάννη, αλλά και οι τελευταίες του σκέψεις πριν από την αυτοκτονία, όταν κατάλαβε ότι μια ζωή κυνηγούσε τον λάθος άνθρωπο. Ακόμα τον εντυπωσίαζε η αναφορά του Κάσιου στον παραλυτικό φόβο του Ιούλιου Καίσαρα, όταν πολλά χρόνια πριν την παντοδυναμία του, παρασυρόμενος από το ορμητικό ρεύμα του Τίβερη, εκλιπαρούσε για βοήθεια. Μια ωραία περιγραφή του συμβάντος από τον συνωμότη, όταν προσπαθούσε να πείσει τον Βρούτο ότι ο Καίσαρ δεν είναι θεός.

Κάποτε έφτανε και το φθινόπωρο και όλα τέλειωναν. Και τα θέατρα και τα μπάνια και τα παιχνίδια. Οι φίλοι του καλοκαιριού έφευγαν κι αυτοί σαν τα χελιδόνια. Και τότες όλοι έκλαιγαν γι’ αυτόν τον αποχωρισμό. Μεγάλοι και μικροί. Το σύνθημα το έδινε η πάντα ευαίσθητη κυρα-Λένη: «άντε, του χρόνου πάλι». Και δώσ’ του το κλάμα κορόμηλο.

Η μάνα του Γιάννη πέθανε μια μέρα ξαφνικά (κι άδικα) από χολή. Δεν την πρόλαβαν. Ο καημένος ο Γιάννης σπούδασε φαρμακοποιός, άνοιξε φαρμακείο στη Γλυφάδα, παντρεύτηκε, χώρισε. Ο Δημήτρης ήρθε ξανά στο Φάληρο, αγόρασε σπίτι απέναντι από τον Αντώνη, που είχε αρχίσει να γερνάει και οπωσδήποτε πολύ σύντομα θα είχε ανάγκη από τη βοήθειά του και έπρεπε να είναι κοντά του. Και μια μέρα είδε στην ίδια κολόνα της ΔΕΗ το αγγελτήριο του θανάτου του Γιάννη του Φουντή σε ηλικία 53 χρονών. Τον είχαν βρει στο σπίτι που έμενε μόνος με το τηλέφωνο στο χέρι και την αγωνία χαραγμένη στα χαρακτηριστικά του. Είχε σχηματίσει τον αριθμό του ανιψιού του αλλά δεν πρόκανε να μιλήσει.

Αχ, αυτή η μισητή κολόνα της ΔΕΗ! Όλα τα κατοπινά θλιβερά αγγελτήρια κολλήθηκαν στο ίδιο μέρος, το ένα πάνω στο άλλο. Συλλογή σαν τις δικές του τις συλλογές κάνει τόσα χρόνια τώρα αυτή η κολόνα. Αν μπορούσε κανείς να τα πάρει στα χέρια του, θα είχε ένα μάτσο χοντρό σαν βιβλιαράκι. Ένα συναξάρι χαμένων ψυχών. Ένα συναξάρι διαττόντων.

*

©Δημήτρης Μπούκουρας

vintage_under2