Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδίες: «μες στο νερό η κλεμμένη του φωνή»

Το ανοίκειο και η βεβαιότητα

Ίσως να μην προφτάσουμε να γεράσουμε
Να δούμε παιδιά να παίζουν στην αυλή
Να κάνουν σκανδαλιές στο δρόμο ή
Ν’ ανεβαίνουν τις ανηφοριές με τα ποδήλατα· ένα πρωί
Ίσως να διαβάσουμε έκπληκτοι
Ακόμη και την αναγγελία τού δικού μας θανάτου·
Μπορεί να μας ξανακλέψουν τα όνειρα
Τις ήρεμες σκέψεις στο τσόφλι τού μεσημεριού
Το γέλιο στο ξεκίνημα μιας μέρας
Τα φιλιά από το στόμα των κοριτσιών Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδίες: «μες στο νερό η κλεμμένη του φωνή»»

Ζοζέ Σαραμάγκου, Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις ―κυκλοφορεί

Μετάφραση: Αθηνά Ψυλλιά, εκδόσεις Καστανιώτη

Ο Ρικάρντο Ρέις, ποιητής και γιατρός, ύστερα από πολυετή αυτοεξορία στη Βραζιλία επιστρέφει στην πατρίδα του. Η Λισαβόνα είναι μουντή και άχρωμη, φαντάζει χιμαιρική. Ο ίδιος, αντί να δέχεται ασθενείς, περιπλανιέται με τις ώρες στους δρόμους της πόλης. Λαχταρά την άπιαστη Μαρσέντα, μια δεσποινίδα της οποίας το αριστερό χέρι έχει μυστηριωδώς παραλύσει, αλλά είναι η Λίντια αυτή που μοιράζεται μαζί του το κρεβάτι, η καμαριέρα του ξενοδοχείου όπου έχει καταλύσει. Ώσπου τον επισκέπτεται ένας παλιός του φίλος, ο Φερνάντο Πεσσόα, φορώντας ακόμη το κοστούμι με το οποίο είχε ταφεί μερικές εβδομάδες νωρίτερα. Βρισκόμαστε στην αυγή του 1936, μιας νέας χρονιάς, που είναι και η πραγματική πρωταγωνίστρια αυτού του μυθιστορήματος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζοζέ Σαραμάγκου, Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις ―κυκλοφορεί»

Λίζα Διονυσιάδου, Η Αχμάτοβα στον καθρέφτη μου ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Εύμαρος

Τα χαράματα του 1939 ήρθαν και πήραν το αγόρι μου. Η ζωή μου μαζί του κόπηκε πάλι… Έμεινα, και ο μόνος μου δρόμος ήταν να ζήσω ολόκληρο τον πόνο, πίνοντας την πίκρα σταλαγματιά-σταλαγματιά. Όμως πείτε μου, το κτίριο των φυλακών*(*αναφέρεται στις φυλακές Κρεστί ,όπου κρατήθηκε επι δεκαεπτά μήνες ο γιός της Λεβ ) πως είναι σήμερα; Ξέρετε, εκεί έχουν “φιλοξενηθεί”, εκτός από τον γιό μου και τον πατέρα του και ο τρίτος μου σύζυγος, ο Πούνιν…Το είδατε; Έχει και σήμερα την ίδια χρήση»;
«Nαι το είδα. Τα συστήματα μπορεί να αλλάζουν, όμως οι φυλακές παραμένουν πάντα φυλακές. Δεν ξέρω τι χρώμα είχε τότε, αλλά σήμερα δεσπόζει επιβλητικό, ροδόχρωμο, σε μια πόλη με αστραφτερή βιτρίνα, που όμως, αν θελήσεις λίγο να ξύσεις την γυαλάδα της, θα βρεις μια χώρα όπου ανεξέλεγκτες δυνάμεις εμποδίζουν χωρίς κανένα έλεος την διακυβέρνησή της. Αυτή είναι η μοίρα της Ρωσίας στις σημερινές συνθήκες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λίζα Διονυσιάδου, Η Αχμάτοβα στον καθρέφτη μου ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Βασίλι Γκρόσσμαν, Η κόλαση της Τρεμπλίνκα

Εισαγωγή-μετάφραση: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, από τις εκδόσεις Άγρα

Ακόμα και να διαβάζεις κάτι τέτοιο είναι ανείπωτα δύσκολο. Ας με πιστέψουν οι αναγνώστες, μού είναι εξίσου δύσκολο να το γράφω. Μπορεί κάποιος να ρωτήσει : «Για ποιό λόγο να τα γράφουμε, για ποιό λόγο να τα θυμίζουμε όλ’αυτά ; »
Το χρέος του συγγραφέα είναι να διηγείται τη φρικτή αλήθεια, το χρέος του πολίτη-αναγνώστη είναι να τη γνωρίζει. Όποιος στρέψει το βλέμμα από την άλλη, όποιος κλείσει τα μάτια και προσπεράσει, θα προσβάλει τη μνήμη των νεκρών.

Το κείμενο Η κόλαση της Τρεμπλίνκα του Βασίλι Γκρόσσμαν είναι η πρώτη μαρτυρία στον κόσμο για στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο συγγραφέας είναι πολεμικός ανταποκριτής του σοβιετικού στρατού που φτάνει στην Τρεμπλίνκα το καλοκαίρι του 1944. Ο Γκρόσσμαν προσπαθεί να περιγράψει στην Κόλαση της Τρεμπλίνκα το αδύνατο να ειπωθεί. Αγγίζει τα όρια της γραφής. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βασίλι Γκρόσσμαν, Η κόλαση της Τρεμπλίνκα»

Λεωνίδας Καζάσης, «με την άχνα του ψωμιού»

Τον φώναζαν κουμμουνιστή!
πλούσιος βαριόταν να γενεί.

Τα αστέρια εσίγησαν
όταν οι άπληστοι καταχράστηκαν το φώς τους.
Ο ήλιος έγινε φονιάς
όταν φιλόπονοι με μηχανές τον απείλησαν.
Πολυπράγμονες εργατικοί
τα κελάρια κλέβοντας αδειάζουν,
με αναθυμιάσεις τον ουρανό μπουκώνουν˙
ανατρέφουν παιδόφιλους, κτηνοβάτες, βιαστές,
αναφρόδιτες γυναίκες αργυρώνητες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, «με την άχνα του ψωμιού»»

Αντώνης Μπαλασόπουλος, «Όταν το στόμα σου σκληραίνει σ’ ένα ράμφος που μελωδεί»

❇︎

Κάππα, και Κάππα πάλι

Στο σπίτι του κρεμασμένου
δε μιλάνε για σκοινί
δε μιλάνε για τον κρεμασμένο
δε μιλάνε για το σπίτι.
Αλληγορώ, το ξέρετε.
Δεν ήτανε κρεμάλα.

Εισέρχομαι στο διαμπερές
διαμέρισμα
που άνοιξε η πυρίτιδα.
Χειραψίες χάχανα
οινοχόοι θαμώνες Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Μπαλασόπουλος, «Όταν το στόμα σου σκληραίνει σ’ ένα ράμφος που μελωδεί»»

Νίκος Στέφανος Κωσταγιόλας, Τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα

❇︎

Στο μέρος που διάλεξα να ζήσω
δεν υπάρχουν αναμνήσεις
να με κάνουν να υποφέρω
μονάχα δεσποινίδες που προσμένουν τον έρωτα
περπατώντας αμέριμνα χωμένες
κάτω απ’τα καπέλα τους·
κρυμμένες
πίσω απ’τα κασκόλ τους

Στο μέρος που διάλεξα να ζήσω Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Στέφανος Κωσταγιόλας, Τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Boys Bedroom

Οι συνήθειες των τραγικών ηρώων
Που βρίσκουν την ψυχή τους
Επάνω στην σκηνή,
Μες στην ζωή

Το μαγαζί είναι αμερικάνικης διακόσμησης. Στην βάση της κολώνας με τα γύψινα που στεφανώνουν αυτές τις σακάτικες ψυχές σιγοκαίει η φωτιά. Κάθε τόσο ο μικρός του μαγαζιού ρίχνει μερικά κούτσουρα, η φωτιά ξεσηκώνεται για λίγη ώρα. Όμως, αυτή εδώ η σάλα εξακολουθεί να φαντάζει ένα αφιλόξενο μέρος για τον σκληρό χειμώνα του Σικάγο. Η φωτιά πνίγεται στις στάχτες της, καθώς πάντα και η παγωνιά φουντώνει στο μοναδικό μαγαζί που δίνει λόγο ύπαρξης σε αυτόν τον κάποιον δρόμο της αμερικάνικης μεγαλούπολης. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Boys Bedroom»