Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Boys Bedroom

Οι συνήθειες των τραγικών ηρώων
Που βρίσκουν την ψυχή τους
Επάνω στην σκηνή,
Μες στην ζωή

Το μαγαζί είναι αμερικάνικης διακόσμησης. Στην βάση της κολώνας με τα γύψινα που στεφανώνουν αυτές τις σακάτικες ψυχές σιγοκαίει η φωτιά. Κάθε τόσο ο μικρός του μαγαζιού ρίχνει μερικά κούτσουρα, η φωτιά ξεσηκώνεται για λίγη ώρα. Όμως, αυτή εδώ η σάλα εξακολουθεί να φαντάζει ένα αφιλόξενο μέρος για τον σκληρό χειμώνα του Σικάγο. Η φωτιά πνίγεται στις στάχτες της, καθώς πάντα και η παγωνιά φουντώνει στο μοναδικό μαγαζί που δίνει λόγο ύπαρξης σε αυτόν τον κάποιον δρόμο της αμερικάνικης μεγαλούπολης.

Καθώς μπαίνεις, το μαγαζί διαθέτει έναν προθάλαμο. Στο βάθος ανοίγεται η σάλα με τοίχους φαγωμένους από την υγρασία και αραχνιασμένους πολυελαίους. Τα τραπέζια σκορπάνε στον χώρο, σχηματίζουν ένα κάπως διαλυμένο καρουζέλ που αν πάρει εμπρός, οι θεοί που φυλάνε αυτό εδώ το μαγαζί ας μεριμνήσουν για τις άμοιρες ζωές του. Τίποτε άλλο αξιόλογο δεν έχει κανείς να προσθέσει, πέρα από το ότι το κατάστημα διαθέτει μια υποτυπώδη πίστα με βαριές, κόκκινες κουρτίνες στις δυο άκρες και ένα κακοφτιαγμένο, χάλκινο φεγγάρι για ουρανό. Παρόμοια θεματολογία χάραξαν στο υλικό τους στρατιές ολόκληρες από τρελούς καλλιτέχνες. Όμως τίποτε δεν σώζεται, τίποτε έξω από εκείνη την παρέα που επισκέπτεται καθημερινά το παλιό κλαμπ, πίνοντας αθέλητα μερικές αμερικάνικες μπύρες, στο φόντο του Ρωμαίου που μες στο κιαροσκούρο του άσημου καλλιτέχνη που τον οραματίστηκε, συλλογιέται περίλυπος, ω ναι περίλυπος,  τα αστράμματα του βίου του.

Μάρτυς ο θεός των χαμένων βιβλίων πως αυτοί οι τύποι έχουν στους ώμους τους ένα βαρύ φορτίο. Ο τρόπος που στέκουν, το σκυφτό τους κεφάλι, οι συμφορές τριγύρω που ξαναγράφουν κάθε τέτοια νύχτα την ιστορία τους, τα ξεφυλλισμένα τους όνειρα που δεν στεριώνουν ποτέ. Ένας από αυτούς φαντάζει Κορσικανός, κάθε τόσο σφίγγει τα χέρια του, κάνει να αρπάξει το εγχειρίδιο που ΄χει ζωσμένο μα κάποιος τον σταματά. Είναι ο Τομ Γκρίνκφιλντ, της γνωστής οικογένειας, ένας αληθινός ονειροπόλος, χαμένος σε πέντε δάχτυλα μπέρμπον. Είναι ο πνιγμένος και ο δικός μας καιόμενος πάντα προσηλωμένος στην ίδια μοίρα που τον θέλει κομματιασμένο, ένα απομεινάρι στην αγκαλιά της Αμάντα, εκεί έξω. Ο Κορσικανός κρύβει το πρόσωπό του, ο σταυρός του φέρει το όνομα ενός κοριτσιού, μα εδώ και τόσες νύχτες ποτέ δεν ομολόγησε, η πίκρα του δεν φτερούγισε ποτέ. Εκείνος ο τρελός που θαρρεί πως είναι βασιλιάς, ψαλιδίζει αδιάκοπα, με μίσος τα κλαδιά από ένα περήφανο βλαστάρι. Τα μάτια του είναι φανερό πως έχουν εγκαταλείψει για πάντα την λογική. Ολόκληρος ανήκει στ΄άπιαστο, όλα τριγύρω του πεθαίνουν γυάλινα, κανέναν δεν αγαπά, κανέναν δεν μισεί περισσότερο από τον ίδιο του τον εαυτό. Ο νεότερος ονόμαζεται Ορέστης και ταξιδεύει κυνηγημένος εδώ και χρόνια. Κάθε τέτοια νύχτα, μάρτυς μου ο θεός των καλών βιβλίων, ο Ορέστης σηκώνεται από την θέση του. Οι άλλοι τον κοιτάζουν με τρόμο. Πέρα από εκεί που στέκει κατοικεί η αμέριστη ομορφιά, όμως για αυτούς το κέντρο είναι ο νέος που κάτι ζητά να πει. Απόψε φεύγω οριστικά, δεν μπορώ να μείνω όσο και αν το θέλω. Κάτι σκιές που φοβούνται την ζωή περνούν βιαστικές, το μαγαζί σε λίγο θα κλείσει. Ο Ορέστης κλείνει την πόρτα πίσω του, έτσι ξαφνικά, όπως σφραγίζει ο καιρός πίσω μας τις ηλικίες και τους έρωτες. Αν είχε το θάρρος ο Κορσικανός θα έδινε ένα τέλος στο αμάρτημα που τον κατατρέχει. Μια μικρή τελετή αρκεί, ένα εγχειρίδιο με διαμαντένια λαβή, αποκύημα του καλύτερου βενετσιάνου τεχνίτη. Όμως ο Τομ που φαντάζει κέρινος του χαμογελά και ο Κορσικανός διστάζει προς στιγμή. Ο τρελός στρατηγός Μάκβεθ πετσοκόβει το τρυφερό, περήφανο βλαστάρι και μεταμορφώνεται στον Άμλετ του εαυτού του, τον προικισμένο με την ενόραση της προφητείας, την ακρίβεια του τεχνίτη, την κλειστή καρδιά ενός παράφορου. Οι βρυχηθμοί του κλονίζουν τις νύχτες μας και όλα μες στο μαγαζί έμαθαν να φορούν την δική του φωνή.

Αύριο πάλι, λέει ο Τομ και χάνεται μες στις φλέβες του μελανιού, αφήνοντας και απόψε την ιστορία του να βλαστήσει. Ο Κορσικανός χαμένος μες στην αρχιτεκτονική της ζήλειας, σφίγγει το μαχαίρι του και έπειτα γίνεται εκείνη η αελλώδης ριπή που ακόμη και σήμερα σπαράζει την περιπέτεια της ζωής. Όσο για τον τρελό, κάθε νύχτα τον σφαγιάζουν οι δεσμοφύλακες, που διψούν για εκδίκηση. Κάθε σπαθιά αναλογεί στο όνομα του γιου, της κόρης, της μητέρας που έπεσαν νεκροί στις ξαφνικές επιδρομές, στο πεδίο της απληστίας, πριν από αιώνες. Οι δεσμοφύλακες που παραμονεύουν σαν ποτάμι, καταφέρνουν στον τρελό στρατηγό βαθιά χτυπήματα, αξεπέραστα. Είναι τα σημάδια που κάνουν τον Ορέστη να σταματά για λίγο, περιμένοντας κρυμμένος την ζωή και ύστερα, η παλιατσαρία των παλιών αυτοκρατοριών με το αίμα της που ουρλιάζει κάτω από δεκάδες στρώματα και σκουριασμένες πανοπλίες. Ο Ορέστης που πίνει από το ποτήρι του θανάτου και χάνεται.

Ο ιδιοκτήτης μοιάζει φιλήσυχος. Λέει για αυτούς. Θα ήταν σκληρό, πολύ σκληρό αν τους απαγόρευα να συχνάζουν στο κατάστημά μου. Καταλαβαίνετε, τις νύχτες κυκλοφορεί εκεί έξω όλη η αγιασμένη σκουριά της πολιτείας. Εμείς αποτελούμε μια διέξοδο για αυτούς τους χαρακτήρες. Ίσως για μια στιγμή πιστέψουν πως ζώντας μια νύχτα στα μέτρα μας, η ζωή τους θα διαθέτει επιτέλους την ανθρωπιά που τους στοίχισε η φριχτή καταστροφή της έμπνευσής τους. Εμείς που γνωρίζουμε καλά τις καρδιές τους, δεν θα μπορούσαμε να τους αρνηθούμε. Όλη τους η βιογραφία είναι γραμμένη με τις πιο σκληρές λέξεις. Ποτέ τους δεν ονειρεύτηκαν μια ζωή μακριά από την μοίρα. Γεννήθηκαν για τον θάνατο, την δοκιμασία. Τους αναθέσαμε όλες μας τις τύψεις, εκείνοι πληρώνουν κάθε νύχτα για μας, τηρώντας το απαραβίαστο αίσθημα της ψυχής μας. Όλοι τους αφορούν ένα είδος γούστου που πολύ μας αρμόζει, την ώρα που αντικρίζουμε με τα πιο ανόθευτα μάτια, το πρόσωπό μας στον πάτο του φοβερού πηγαδιού. Κάτι δικό μας κρεμάμε σαν φυλαχτό επάνω σε αυτούς τους γυρολόγους, τους φονιάδες, τους βασιλείς και τους ονειρευτές όταν προβάλλουν πίσω από την βροχή ανάμεσα σε μια σιδερένια γέφυρα και την αιωνιότητα, αδελφέ μου. Το χρέος, το καθήκον, οι τύψεις, η σκοτωμένη λογική, όλα θα τα βρείτε σε εκείνο το τραπέζι, κάτω από τ΄αμυδρό φως. Πλησιάστε, δοκιμάστε λίγο από το ένστικτό τους. Κατά βάθος τους σημαδεύει μια συγγένεια σχεδόν εκλεκτική. Βλέπετε, όλοι τους δεν είναι άλλο από τρομαγμένα ζώα, από όγκους ακαταμάχητους που οι άνθρωποι τους προίκισαν με αισθησιασμό και όση εκλέπτυνση μπορούν να χωρέσουν τα μικρά και τα μεγάλα τους πένθη. Κάθε νύχτα κάποιος λέει τα λόγια τους. Το κοινό χειροκροτεί όμως αυτό το έστιν θάλασσα, τις δε νιν κατασβέσει, τα κάνει όλα δυσκολότερα.

Την συζήτηση διακόπτει ένας πελάτης. Πρόκειται για κάποιον περαστικό. Το παρουσιαστικό του φαντάζει ομιχλώδες και αμφίβολο. Φορά ένα τριμμένο κοστούμι και θυμίζει τους παλιούς γκαούτσο ή τους ιππότες του συρμού που πασχίζουν μάταια να περισώσουν την τιμή ενός χαμένου επαγγέλματος. Ο κύριος κατάγεται από την Μάντσα, έναν τόπο τυλιγμένο στον λευκό μανδύα του ανδαλουσιανού παραδείσου. Φάνηκε γνωστός, παραμυθένιος μα ο ιδιοκτήτης δεν ρώτησε να μάθει, αφού έχει πια συνηθίσει το φέρσιμο που αρμόζει σε όσους υπάρχουν πέρα από τον χρόνο.

*

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→