Σοφία Περδίκη, Το αιώνιο αίνιγμα [προδημοσίευση]

Κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Κίχλη

ΟΠΩΣ ΤΩΝ ΙΝΚΑΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Τραφήκαμε από νωρίς με σύννεφο.
Ήταν γλυκό πολύ και μείναμε γρήγορα
χωρίς δόντια.
Μας τρώνε από τότε μικρά τρωκτικά
τα ούλα μας δείχνουμε αναμεταξύ μας
κι αναγνωριζόμαστε
όπως των Ίνκας τα παιδιά.

Στις παλάμες μας γεννήθηκαν ρόζοι
από τ’ ατέλειωτα χάδια
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σοφία Περδίκη, Το αιώνιο αίνιγμα [προδημοσίευση]»

Ελένη Γκίκα, Υπέρ κεκοιμημένων, πενθούντων, οδοιπορούντων ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις ΑΩ

«Ό,ΤΙ ΥΠΗΡΞΕ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΑΡΑ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ».
Γερνάει η μνήμη; Σκέφτεται ξεφυλλίζοντας αυτό το παλιό τετράδιο στην αποθήκη. Είναι Κυριακή, οι Κυριακές του μπαμπά, θα σκεφτεί, και μόλις αρχίζει μια άνοιξη υποσχόμενη, έστω και κάτω από την βρεμένη αλλ’ ολάνθιστη αχλαδιά του κήπου. Μαζί την είχαν φυτέψει, όπως μαζί φρόντισαν και για την φυτειά στον Βαραμπά που πια δεν υπάρχει. Εξάλλου ούτε εκείνος υπάρχει, σχεδόν τίποτα δεν υπάρχει.
Γερνάνε οι λέξεις; Σχεδόν ακούει τη φωνή της, από παιδάκι μιλούσε μόνη της, «το κάνουν αυτό τα μοναχοπαίδια» τους καθησύχαζε ο παιδίατρος πρώτα, ε ύστερα τα κουτσοβόλεψε, έμαθε αντί να μονολογεί να τα γράφει.

Ο Τρύγος
«Όλα τα παιδιά περιμένουν το Καλοκαίρι, αλλά εμείς είμαστε τα πιο τυχερά, το δικό μας πανηγύρι αρχίζει με τα σχολεία. Έτσι και εφέτος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ελένη Γκίκα, Υπέρ κεκοιμημένων, πενθούντων, οδοιπορούντων ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Τι ώρα να΄ναι εκεί;

[…ο έρωτας των ηρώων
Δεν προπαγανδίζει,
Μεταμορφώνεται σ΄αίνιγμα
Δεν περιγράφεται…]

Τι ώρα να΄ναι στην χώρα των μεγάλων ηρώων; Και αν έχει εποχές και αν οι χειμώνες κρατούν μια ζωή ή αν είναι ζωσμένοι με καλοκαίρια πικρά και δύσκολα, κανείς δεν το ξέρει. Συγκρατούμε τα ονόματά τους, ζούμε τις ζωές τους, πεθαίνουμε μαζί τους και τους κατατάσσουμε μες στο ατομικό, αξιακό μας σύστημα. Έπειτα τους κλείνουμε σε τάφους θολωτούς εντός μας και για καιρό τους λησμονούμε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Τι ώρα να΄ναι εκεί;»

Στράτης Μυριβήλης, Λέξεις

Έχω άπειρα θαυμάσια πράγματα να εκφράσω στους ανθρώπους που αγαπώ, και όλο σκοντάφτω στις λέξεις. Αυτές είναι που με μποδίζουν. Θάπρεπε να μπορώ να συμπληρώσω το λόγο με τη μουσική συμφωνία, με τα χρώματα και με τις ασύλληπτες διαβαθμίσεις των τόνων και με την ευκινησία των γραμμών. Και πάλι θάκλαιγα μέσα στη μοναξιά της σιωπής μου, όπως ένα κωφάλαλος που ουρλιάζει και χειρονομεί, φυλακισμένος μέσα στην κρυστάλλινη σφαίρα της ανέκφραστης ύπαρξής του.

Παναγιώτης Μαυρόπουλος, Πρόσωπα που μιλούν και αφηγούνται

«…Βίος και πολιτεία» η ζωή της, αλλά ήταν ψυχούλα η κυρά Σούλα. (*)

Ξεκίνησε από Πιάνο και Μπαλέτο, έγινε Χορεύτρια σε Καμπαρέ και κατέληξε να κάνει βίζιτες… αλλά κατάφερε στη συνέχεια και άνοιξε δικό της «Σπίτι», στα κάτω Πατήσια. Αντρείεψε γενιές και γενιές η κυρά Σούλα! Από όλο το λεκανοπέδιο έρχονταν να τη βρουν!

Όσο για εμάς, στη γειτονιά, όλοι μας τη σεβόμαστε και την θεωρούσαμε κάτι σαν δεύτερη μάνα μας. Βλέπετε, τα χρόνια της φτώχειας, όταν οι γονείς μας έπρεπε να δουλέψουν και οι δύο, σε αυτή μας άφηναν να μας προσέχει.

Και το ψωμί μας είχαμε από αυτήν… και το βούτυρο μας και τη μαρμελάδα μας!

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Παναγιώτης Μαυρόπουλος, Πρόσωπα που μιλούν και αφηγούνται»

Μαρία Μαραγκουδάκη, Διπλή όψη ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Η Κάρμεν φορούσε μαύρα/ Ο Άλλος εν λευκώαπό τις εκδόσεις Εύμαρος

Υπάρχουν και πράγματα που θέλουμε να μην τα θυμόμαστε. Όπως δε θέλω να θυμάμαι εκείνους τους πρωινούς εμετούς που με πρόδωσαν. Όμως ό,τι διώχνεις και δε θες να το θυμάσαι, ξεφυτρώνει εκεί που δεν το περιμένεις. Με κλείδωσαν σ’ ένα δωμάτιο. «Πάρε κι αυτή την κατσαρόλα να κατουράς» είπαν «μέχρι να μας πεις ποιος είναι». Προσηλωνόμουν στο φως που έμπαινε κάτω απ’ τη χαραμάδα της πόρτας και μ’ έπαιρνε ο ύπνος. Ένας ύπνος λεπτός σαν γάζα. Εκεί που ήμουνα, δεν ήξερα αν ήταν μέρα ή νύχτα. Δεν πόνεσα στην έκτρωση. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Μαραγκουδάκη, Διπλή όψη ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Γιώργος Μπουγελέκας, Όνειρο

❇︎

Πάντα ονειρευόμουν.
Μια θάλασσα της άμμου.
Ένα κίτρινο λεμόνι στο χέρι μου.
Το καπέλο του ήλιου.
Μια βόλτα στα βουνά πριν τον Ερμή.
Το δειλό βλέμμα του κοριτσιού στο άλλο θρανίο.
Ένα ζευγάρι άσπρα γάντια στην παράταξη της χαμένης εικόνας.
Το βάρος της αμνησίας των μυστηρίων.
Τα αντίσκηνα στα πεύκα της Αττικής.
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Μπουγελέκας, Όνειρο»