Μαρία Μαραγκουδάκη, Διπλή όψη ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Η Κάρμεν φορούσε μαύρα/ Ο Άλλος εν λευκώαπό τις εκδόσεις Εύμαρος

Υπάρχουν και πράγματα που θέλουμε να μην τα θυμόμαστε. Όπως δε θέλω να θυμάμαι εκείνους τους πρωινούς εμετούς που με πρόδωσαν. Όμως ό,τι διώχνεις και δε θες να το θυμάσαι, ξεφυτρώνει εκεί που δεν το περιμένεις. Με κλείδωσαν σ’ ένα δωμάτιο. «Πάρε κι αυτή την κατσαρόλα να κατουράς» είπαν «μέχρι να μας πεις ποιος είναι». Προσηλωνόμουν στο φως που έμπαινε κάτω απ’ τη χαραμάδα της πόρτας και μ’ έπαιρνε ο ύπνος. Ένας ύπνος λεπτός σαν γάζα. Εκεί που ήμουνα, δεν ήξερα αν ήταν μέρα ή νύχτα. Δεν πόνεσα στην έκτρωση. Ζαλιζόμουνα μόνο κι είχα ένα βάρος στο κεφάλι όλη μέρα από τη νάρκωση. Με τέτοιο αμάρτημα η ψυχή μου θα πήγαινε στην Κόλαση, έτσι με είχαν μεγαλώσει. Θυμόμουνα πολύ καθαρά εκείνη την εικόνα στο τέμπλο της εκκλησίας. Ήμουνα σίγουρη ότι μιλιούνια χαρούμενοι διαβόλοι θα μ’ έσερναν απ’ τα μαλλιά για να με ρίξουν στα καζάνια να βράζω αιώνια, κι εγώ θα χτυπιόμουνα, γιατί απαγορεύεται να νιώθεις τέτοια ευχαρίστηση σαν τη δική μου. Ποσώς μ’ ενδιαφέρει τι θα γίνει άμα πεθάνω, μου ’ρθε σαν αστραπή μια ανάποδη σκέψη στο μυαλό, δεν πάνε στο γερο-διάολο όλ’ οι διαβόλοι, δεν πά’ να μου καρφώνουν τα κέρατά τους οι βελζεβούληδες όλοι, αυτοί οι πίσσα κατράμι, και με τα στόματά τους να ξερνάνε φωτιές, τουλάχιστον εκεί δε θα κρυώνω. Μ’ αυτή τη σκέψη πήρα μια ανάσα, λες κι έφυγε από πάνω μου μια πέτρα βαριά, και χαιρόμουνα που δε θα κρύωνα άμα πεθάνω. Γιατί κρύωνα πολύ

κρύωνα όλο και περισσότερο
όσο ένιωθα πως ήμουνα η ντροπή της οικογένειας
ένα βάρος ασήκωτο
ένα βάρος που όλοι ήθελαν να ξεφορτωθούν.
Αμίλητη και κουλουριασμένη φυσούσα τη μύτη μου στο στρίφωμα της φούστας…

(Απόσπασμα από το μονόλογο «Η Κάρμεν φορούσε μαύρα»)

Τη φαντάζομαι να υποφέρει. Τη φαντάζομαι δυστυχισμένη, χωρίς φιλιά. Ας λέω πως θέλω να είναι καλά. Ψέματα λέω. Έρχεται στον ύπνο. Την είδα τα χαράματα. Κοιμόταν κάτω από τη σκιά του πεύκου έξω στην αυλή. Γυμνή και απροστάτευτη. Ένα φίδι ήταν κουλουριασμένο στον λαιμό της σαν περιδέραιο. Φωσφόριζαν ακίνητοι και οι δύο. Είδες, μου είπε, χωρίς να βγαίνει ήχος και χωρίς να κουνάει τα χείλη, είδες τι όμορφα που είναι τα φίδια, και τράβηξε το φίδι από την ουρά. Ήταν περίεργο το πώς το τράβηξε χωρίς να έχει κουνηθεί στο ελάχιστο. Το φίδι σύρθηκε ανάμεσα στα πόδια της, γύρισε το φιδίσιο κεφάλι του και με κοίταξε. Το φίδι κι εγώ είχαμε το ίδιο πρόσωπο. Όπως ήταν παραδομένη ανάσκελα άνοιξα τα πόδια της. Εκείνη συνέχισε να κοιμάται κάτω από τη σκιά του πεύκου, μόνο είχε γύρει ελαφρά το κεφάλι και έμοιαζε με παιδί. Άρχισε να μελανιάζει. Ποτέ δεν άντεχε τη ζέστη.

Έτσι κι αρχίζει να βραδιάζει, κάτι με πιάνει.
Και τα κλειδιά
πού είναι τα κλειδιά;

(Απόσπασμα από το μονόλογο « Ο Άλλος εν λευκώ»)