Παναγιώτης Μαυρόπουλος, Πρόσωπα που μιλούν και αφηγούνται

«…Βίος και πολιτεία» η ζωή της, αλλά ήταν ψυχούλα η κυρά Σούλα. (*)

Ξεκίνησε από Πιάνο και Μπαλέτο, έγινε Χορεύτρια σε Καμπαρέ και κατέληξε να κάνει βίζιτες… αλλά κατάφερε στη συνέχεια και άνοιξε δικό της «Σπίτι», στα κάτω Πατήσια. Αντρείεψε γενιές και γενιές η κυρά Σούλα! Από όλο το λεκανοπέδιο έρχονταν να τη βρουν!

Όσο για εμάς, στη γειτονιά, όλοι μας τη σεβόμαστε και την θεωρούσαμε κάτι σαν δεύτερη μάνα μας. Βλέπετε, τα χρόνια της φτώχειας, όταν οι γονείς μας έπρεπε να δουλέψουν και οι δύο, σε αυτή μας άφηναν να μας προσέχει.

Και το ψωμί μας είχαμε από αυτήν… και το βούτυρο μας και τη μαρμελάδα μας!

Και όταν αρρωσταίναμε, πολλές φορές μας νοιάζονταν, πληρώνοντας και το γιατρό και το φάρμακο μας! Αλλά και τετράδια, γομολάστιχες και μολύβια, για το σχολείο μας, πάλι αυτή μας τα αγόραζε… σαν οι γονείς μας δεν τα κατάφερνα…!

Η κυρά Σούλα, γριούλα τώρα πια, ζούσε μόνη σε ένα υπόγειο και χωρίς αναμνήσεις (είχε πάθει Αλσχάϊμερ). Ότι είχε μαζέψει, τόσα χρόνια (πουλώντας το κορμί της) όλα τα είχε μοιράσει (από καιρό) στους φτωχούς… Τίποτα δεν κράτησε για την ίδια.

Τώρα πια, εμείς τη φροντίζαμε, όσο μπορούσαμε…

Στεναχωρηθήκαμε όλοι, όταν πληροφορηθήκαμε τα κακά νέα (**)

Φαρμακωθήκαμε στη γειτονιά σαν είδαμε την κυρά Σούλα έτσι φρικτά κομματιασμένη. Τί τους έφταιγε η γριούλα…, Τί άλλο να είχε για να της πάρουν…? Όλα τα είχε δώσει, όλα τα είχε επιστρέψει…

*

©Παναγιώτης Μαυρόπουλος (PsMavro / Stavriotis)

Ο ζωγραφικός πίνακας είναι μέρος έργου του ©Παναγιώτη Μαυρόπουλου

* Απόσπασμα από ένα διήγημα που δεν χρειάζεται να γραφτεί ποτέ. ** Από τη σειρά «Πρόσωπα που μιλούν και αφηγούνται», του 2012-15, που παρουσιάστηκαν στην Κερκυραϊκή Πινακοθήκη του Μιχαήλ Άγγελου Βραδή (…ζωγραφιές μου, που τις κρατώ για ξεχωριστές περιστάσεις).