Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Τι ώρα να΄ναι εκεί;

[…ο έρωτας των ηρώων
Δεν προπαγανδίζει,
Μεταμορφώνεται σ΄αίνιγμα
Δεν περιγράφεται…]

Τι ώρα να΄ναι στην χώρα των μεγάλων ηρώων; Και αν έχει εποχές και αν οι χειμώνες κρατούν μια ζωή ή αν είναι ζωσμένοι με καλοκαίρια πικρά και δύσκολα, κανείς δεν το ξέρει. Συγκρατούμε τα ονόματά τους, ζούμε τις ζωές τους, πεθαίνουμε μαζί τους και τους κατατάσσουμε μες στο ατομικό, αξιακό μας σύστημα. Έπειτα τους κλείνουμε σε τάφους θολωτούς εντός μας και για καιρό τους λησμονούμε. Εκείνοι όμως ζουν, σφαγιάζονται, χτυπιούνται πάνω στην μοίρα με όλο τους το είναι και κλαίνε πικρά για το πεπρωμένο τους. Πλάι στον τόπο της αλλοτινής πια ζωής τους, έχουν θέση μονάχα οι ποιητές. Ακροβολισμένοι στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, λουφάζοντας σαν ποτάμια στο πέρασμα των κυνηγών μελετούν τα ανθρώπινα και διαβάζουν όπως παλιοί οιωνοσκόποι το πεπρωμένο τους. Τα ονόματά τους σπαρακτικά σπάνε την σιωπή ή απλά δανείζουν την φωνή τους στις ειδυλλιακές μας νύχτες. Οιδίποδας, Ορέστης, Εκάβη, Αντιγόνη, Αλκμήνη, Αγαμέμνων, Δον Κιχώτης, Ρωμαίος, Ιουλιέτα, αγόρια και κορίτσια που τα φωνάζουν με το βουβό κάλεσμα του φεγγαρόφωτου. Άλλος χωρίς μάτια, χωρίς ντροπή και αγάπη και άλλος στον ατέλειωτο δρόμο της προσφυγιάς και του αφάνταστου, σπέρνουν στην σιγαλιά τα βαριά τους βήματα.

Και αν τους θυμούνται στα αρχαία θέατρα και αν τους παραστέκονται στις άγριες θύελλες, ξανά και ξανά, για αυτούς δεν έχει παρηγοριά, δεν έχει τέλος. Η ζωή τους είναι δεμένη με πυκνές, άγριες θάλασσες. Μα γίνεται κάτι τέτοιο; Ναι, γίνεται για εκείνους που αγαπούμε, για εκείνους που μας διδάσκουν την απαντοχή και το λάθος. Ήρωες δίχως ονόματα, βγαλμένοι από τους λεπτούς στίχους κάποιας ώρας.

Εσύ, Μαρίνα, με την χάρη των κυμάτων και του λευκού άρμενου καλύτερα το΄μαθες από όλους, πως είναι ο έρωτας μια πόρτα βενετική με άγριο οικόσημο. Και εσύ ξακουστέ μου ιππότη που πέθαινες κάθε που σου΄κλεβαν την φαντασία δεν είστε από τούτο τον καιρό και από κάθε καιρό. Γεννηθήκατε προικισμένοι με την χάρη του αιώνιου αντικειμένου, εκείνου που αντλεί από την περιπέτεια της ζωής και το δράμα της ιστορίας. Για σας δεν έχει δρόμο άλλο από την ξακουστή ομολογία, την ασύδοτη χαραγματιά μες στο ευθύγραμμο του καιρού το κύλημα. Έχετε ψυχή σαν φλόγα, χείλη δροσισμένα και υγρά, ρόδα στους ώμους και χιόνι στους λαιμούς σας, με απόγνωση και πάθος ιερό ρίχνεστε στις ζωές σας. Πουλιά ριγμένα σε άγριες χαράδρες, κάθε τραγωδία και μια συντριβή, κάθε πέταγμα μια επιστροφή στην χαμένη σας αθωότητα.

Μια εξήγησης του τρόπου που η μοίρα διοικεί την πλάση, το λάθος τ΄ανθρώπινο που σημαδεύει τους αιώνες, ιστορία λαϊκή γεννημένη στις συνοικίες του Πλάτωνα. Και άλλα πολλά θα πουν για αυτούς οι κριτικές. Άλλον τόσο χώρο θα αφιερώσουν οι κλάδοι των ανθρωπιστικών επιστημών, συνοψίζοντας σε θεωρήματα την κυνηγημένη μορφή του Ορέστη μες στην αρχαία Θήβα, την ακλόνητη, εφηβική μορφή της Ιφιγένειας όταν πενθεί τον κόσμο για έναν άνεμο, για του πολέμου το γινάτι.

Και όμως, απόψε όλοι τους έχουν ένα στίχο να πουν για την πικρή βιογραφία τους. Βλέπετε, τους ξυπνούν τα καλοκαίρια και του μπαλκονιού το νυχτολούλουδο. Ερωφίλη τι σημαίνει η λύπη σου δεν το΄μαθα ποτέ, και όμως όταν μιλώ για σένα, φαντάζομαι μια ψυχή χαμένη μες στο πολύ πέλαγο. Και εσύ μικρή μου που έγινες βορά στα ελληνικά τεμένη, τότε και τώρα και πάντα, αν θες, μπορείς να ανταλλάξεις μαζί μου το πρόσωπό σου. Να δοκιμάσω εγώ την θυσία σου και εσύ τον ξέφρενο ρυθμό που παίρνει από κοντά μας τα καλοκαίρια. Και εσύ Δον Κιχώτη, γηραιό μου άνθος, ονειρευτή της πιο τέλειας ιστορίας, καλό σου ταξίδι. Αν το θες, μπορείς να δειπνήσεις με Κύκλωπες, να τραβήξεις ίσια εμπρός στον θάνατο για μια χαμένη ευκαιρία, για μια Δουλτσινέα. Ζεις για πάντα λυρικός και αλύγιστος και μια αγάπη για σένα είναι αρκετή.

Τι και αν είπα τα ονόματά τους τόσες φορές, αν φώναξα την ύπαρξή τους μέσα από το παράθυρο που ανοίγει καμιά φορά η σκιά, κανείς δεν φάνηκε. Οι τραγικοί ήρωες, οι λυρικοί εκείνοι που από το τίποτε κρατιούνται, οι μικροί και οι μεγάλοι μύθοι αυτού του κόσμου λείπουν και απόψε. Ανάμεσά μας υπάρχει μια θάλασσα, ανάμεσα σε αυτόν τον κόσμο και εκείνο της Κασσάνδρας, αντέχει το μεγάλο ναι και το ακόμη πιο θαρραλέο όχι. Πόσο δίκιο είχε ο ποιητής όταν εγκατέλειπε την γεωμετρία της ζωής για μια μονοσύλλαβη συντριβή. Ίσως στο νου του ζούσαν σαν τότε όλοι εκείνοι οι ήρωες, ίσως του μιλούσαν και εκείνος μες στην ομίχλη της φαντασίας του έστηνε μια γέφυρα. Έναν αρμό ανάμεσα στην ζωή και τις εκδοχές της, μια πορεία ως την θάλασσα που όλα τα σβήνει.

Κάθε που γυρίζει ο καιρός νιώθω την θλίψη των ηρώων ολοένα και περισσότερο. Δεν χωρούν μες στα έργα τους, όμως περνούν εμπρός από τα μάτια μου κάθε μέρα, κάθε νύχτα σέρνοντας πίσω τους χιλιάδες αγγέλους. Που δεν τους σώζουν και όμως λένε το φοβερό τους τραγούδι. Πέρα από εκεί καραδοκεί η ομορφιά και το αστείρευτο υλικό της ζωής, το άφθαρτο, που δεν γνωρίζει θεωρίες μα αρκείται στην ανεξιχνίαστη μοίρα. Είναι βέβαιο, οι ανταποκρίσεις τους δεν θα έρθουν, κανένα σινιάλο δεν τους ανήκει. Τότε γιατί απόψε θυμάμαι την παιδική τους γλώσσα, τι ξέρω εγώ από την θυσία, την δόξα, την τιμή τους την ίδια; Ίσως φταίει το καλοκαίρι και αυτός ο άγριος μήνας, ίσως τα αγάλματα που δεν ανασύρθηκαν ποτέ και φωνάζουν από βάθη απροσμέτρητα. Και εγώ ακούω, επειδή το θέλω.

Και όμως βαθιά εντός μου, νιώθω πως όταν έρχονται μες στους τελευταίους εμπρησμούς, ο ρωμαϊκός μου μήνας μεταμορφώνεται σε ένα μικρό παιδί που θεμελιώνει κόσμους πάνω στην άμμο. Ένα παιδί με το πιο συνηθισμένο όνομα που μου εμπιστεύεται από μίλια μακριά το ονειρεμένο μυστικό. Είναι το χρέος, η πολιορκία, το αδιέξοδο που πολεμούν, η απροσποίητη ζωή που σου δωρίζουν.

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→